Menu

Μαρίκα Νίνου: Η «ρεμπέτισσα» που έφυγε νωρίς…

Στο μεγαλείο της φωνής της υποκλίθηκαν ο Τσιτσάνης, ο Χατζιδάκις, ο Χιώτης… Από τι υλικά φτιάχνεται άραγε ένας »μύθος»; Στα 35 της χρόνια, όταν νικημένη από τον καρκίνο »έφευγε» από τη ζωή, η Μαρίκα Νίνου είχε ήδη κερδίσει το στοίχημα της αθανασίας…

Στις 23 Φεβρουαρίου του 1957 η σημαντικότερη φωνή του ρεμπέτικου τραγουδιού, η »μούσα» του Βασίλη Τσιτσάνη, σιγεί για πάντα… Και είναι μόλις 35 χρονών.

»Η Μαρίκα Νίνου, δίχως να το ξέρει, με το μαχαίρι της φωνής της, χάραξε μέσα μας βαθιά τα ονόματα των θεών της ταπεινοσύνης και της βυζαντινής παρακμής.» θα γράψει 14 χρόνια μετά σε ιδιόχειρο σημείωμά του ο Μάνος Χατζιδάκις αφιερώνοντας στη μνήμη της τον δίσκο του »Πέριξ».

»Η συνεργασία μου με την αλησμόνητη Νίνου είναι κάτι που δε θα ξεχάσω ποτέ”“ σημειώνει στην αυτοβιογραφία του ο Βασίλης Τσιτσάνης. Κι όμως, στο τέλος δεν θα είναι εκεί… Αλλά ποιος τρέφει αυταπάτες; Ο μεγάλως »απών» από την κηδεία της ήταν αναμφισβήτητα το μεγάλο »κεφάλαιο» στη ζωή της.

Οι πηγές για τη χρονολογία και τον τόπο γέννησής της αλληλοσυγκρούονται. Άλλοι τη θέλουν να γεννιέται το 1918 στην Πόλη. Άλλοι στον Καύκασο. Όμως η ανιψιά της, η Γκιούλα Αταμιάν-Ανσεριάν, κόρη του αδελφού της, υποστηρίζει ότι η Μαρίκα Νίνου γεννήθηκε… εν πλω!

Την ώρα που η Σμύρνη φλέγεται παραδομένη στη λύσσα των στρατιωτών του Κεμάλ, το κλάμα της Μαρίκας Νίνου ακούγεται για πρώτη φορά μεσούντος του Αιγαίου Πελάγους στο πλοίο Ευαγγελίστρια, το οποίο μεταφέρει τη μάνα της με τα τρία της παιδιά από τη Σμύρνη στον Πειραιά.

Ευαγγελία Αταμιάν. Αυτό ήταν το πραγματικό της όνομα. Θα της το χαρίσει ο θείος της, καπετάνιος, χάρη στο όνομα του καραβιού που τη μεταφέρει νεογνό στην Ελλάδα. Αρμένικης καταγωγής, η μικρή Ευαγγελία κάνει τα πρώτα της βήματα στην Κοκκινιά. Και εδώ οι βιογράφοι της ερίζουν, αφού άλλοι τη θέλουν να έρχεται από την Πόλη στη Θεσσαλονίκη στα δέκα της χρόνια και μετά να πηγαίνει στην Αθήνα. Λίγοι σημασία έχουν όλα αυτά… Η Μαρίκα είναι ακόμα Ευαγγελία…

Είναι μόλις 17 χρονών όταν παντρεύεται τον πρώτο της σύζυγο, τον επίσης Αρμένιο Χάικ Μεσποριάν. Χωρίζει, αφού έχει αποκτήσει έναν γιο. Το 1944 γνωρίζει τον δεύτερο άντρα της, τον ακροβάτη και ζογκλέρ Νίνο Νικολαΐδη. Μαζί με τον γιο της αποτελούν ένα καλλιτεχνικό ακροβατικό τρίο, το »ντούο Νίνο και μισό»! Η Ευαγγελία όμως, που εν τω μεταξύ έχει γίνει Μαρίκα (προς τιμήν της μεγάλης Μαρίκας Κοτοπούλη) και έχει υιοθετήσει το »καλλιτεχνικό» Νίνου, εμπνευσμένο από το όνομα του συζύγου της, δεν έχει γεννηθεί για να κάνει καριέρα σε… τσίρκο! Τα ζογκλερικά δεν της λένε τίποτα… Η μεγάλη της αγάπη είναι το τραγούδι…

Αν και 26 χρονών, η Μαρίκα έχει βάλει πλώρη για μεγάλη καριέρα. Πού τη χάνεις, πού τη βρίσκεις, δίπλα στον Χιώτη και στον Μητσάκη είναι στο νυχτερινό κέντρο Πιγκάλς.

»Καλέ κύριε Μητσάκη, πες και στον κύριο Χιώτη να βγω να πω κι εγώ ένα τραγουδάκι.» λέει ένα βράδυ όλο νάζι στον Γιώργο Μητσάκη. »Ρε Μανώλη, ας την αφήσουμε, που ’μαστε κουρασμένοι, να πει τίποτα κι αυτή.» προτείνει ο Μητσάκης στον Χιώτη. »Α, μωρή πουτάνα. Τι να βγει να πει;» λέει ο Χιώτης και η Μαρίκα Νίνου κάνει το ντεμπούτο της στη σκηνή του Πιγκάλς.

Τους αφήνει γρήγορα για χάρη στου Στελλάκη Περπινιάδη και το οικογενειακό κέντρο Φλώριδα.

»Έμεινε κοντά μου επί πέντε συνεχείς μήνες και αφού έμαθε όλα τα μυστικά της δουλειάς και όλα τα τραγούδια της εποχής, και επειδή ήταν άριστη στη δουλειά της, ζήτησε αύξηση, γιατί έπαιρνε μόνο 25 δραχμές μεροκάματο, την οποία αύξηση δεν της έδωσαν. Τότε ήρθε και μου είπε ότι τη ζητούν να πάει στου Τζίμη του Χοντρού, όπου εργαζόταν ο Τσιτσάνης, με μεροκάματο 90 δραχμές. Της είπα να πάει να δουλέψει με τον Τσιτσάνη, όπου όχι μόνο θα έπαιρνε καλό μεροκάματο, αλλά θα την βοηθούσε και ο Βασίλης, που ήταν καλός συνθέτης. Ο Τσιτσάνης την πήρε έτοιμη από μένα στα μυστικά της δουλειάς και στην τεχνική, αλλά με την κατάλληλη προετοιμασία και με το καλό υλικό που της ετοίμασε δημιούργησε τη μεγάλη Μαρίκα Νίνου, που όλοι μας γνωρίσαμε» εξομολογείται ο Περπινιάδης στην αυτοβιογραφία του.

Ο Τσιτσάνης βέβαια τα λέει τα πράγματα λίγο διαφορετικά… »Εγώ τότε δεν την γνώριζα ακόμα. Ήταν σε κάποιο μαγαζί για δουλειά, και έβγαινε κι έλεγε κάτι λίγα τραγουδάκια που ήξερε. Δούλευε αρκετό καιρό εκεί, αλλά χωρίς επιτυχία. Ερχόταν στου Τζίμη και μ’ άκουγε πολλές φορές, και κάποια φορά μού ζήτησε να την πάρω στο μαγαζί. Την άκουσα και δεν άργησα να καταλάβω το ταλέντο της. Κατάλαβα πως με δουλειά θ’ άφηνε εποχή.»

Δεν πήγε λοιπόν ο Τσιτσάνης στη Νίνου και στη »Φλώριδα». Είναι η Νίνου, που ετοιμάζεται να ανέβει το επόμενο σκαλοπάτι και σεργιανίζει συχνά πυκνά στου Τζίμη του Χοντρού. Η μέχρι τότε παρτενέρ του Τσιτσάνη, Ιωάννα Γεωργακοπούλου, ακονίζει τα νύχια της. Η Νίνου εμφανίζεται από το πουθενά και ο Τσιτσάνης την καλεί στο πάλκο να πει κι ένα τραγουδάκι… Ένα βράδυ του λέει να μην την ξανανεβάσει στη σκηνή. Αντ” αυτόύ όμως ο Τσιτσάνης θα γράψει στη Νίνου τραγούδια. Μυστικά.

Είναι Νοέμβριος του 1949 και ο στιχουργός Κώστας Κοφινιώτης κάνει μουσικό διαγωνισμό στο θέατρο »Κεντρικόν». Ο Τσιτσάνης κάνει μυστικές πρόβες με τη Νίνου και όταν την ημέρα του διαγωνισμού το νέο ντουέτο ανακοινώνεται, η Γεωργακοπούλου της χιμάει! Οι δυο τους πιάνονται στα χέρια. Ο κύβος όμως έχει ήδη ριφθεί… Η Μαρίκα Νίνου είναι η νέα – και απόλυτη – μούσα του Βασίλη Τσιτσάνη.

Στις 4 Δεκεμβρίου του ’49 ο Τζίμης δείχνει την πόρτα της εξόδου στη Γεωργακοπούλου και η Μαρίκα Νίνου στέφεται η νέα »βασίλισσα» του ρεμπέτικου. Έχει προηγηθεί μία τεράστια επιτυχία της, που της έχει χαρίσει ο Τσιτσάνης… Ξημερώνει και βραδιάζει…

»Γίναμε ντουέτο και κάθε βράδυ στου Τζίμη γινόταν χαλασμός από τον κόσμο. Η ουρά έφτανε μέχρι τον Άγιο Παντελεήμονα. Κάθε μέρα συζητούσαν για μας τους δυο. Όπου πηγαίναμε, και για έκτακτες εμφανίσεις στα θέατρα, γινόταν το σώσε. Η Μαρίκα στο πάλκο ήταν ασυναγώνιστη, οι κινήσεις της ήταν κάτι το συγκλονιστικό, όταν τραγουδούσε είχε τέτοια εκφραστικότητα και τέτοια μεταδοτικότητα στο κοινό, που νομίζω ότι δεν πρόκει¬ται να γεννηθεί άλλη. Όταν τραγουδούσε, κυριολεκτικά καθήλωνε τον κόσμο στα τραπέζια. Ήταν φοβερή. Τραγουδούσε και δίδασκε κιόλας μαζί με το τραγούδι, όπως ο δάσκαλος που διδάσκει στους μαθητές στα θρανία.» θυμάται ο Βασίλης Τσιτσάνης.

Η Μαρίκα Νίνου τον εμπνέει. Στα πρώτα δύο χρόνια της συνεργασίας και της σχέσης τους ο Τσιτσάνης γράφει 97 τραγούδια, μερικά από τα πιο σπουδαία της καριέρας του. Στα επόμενα τρία χρόνια, οπότε και η σχέση τους περνάει κρίση, η παραγωγή πέφτει κατακόρυφα, μόλις 38 τραγούδια. Και τους τελευταίους μήνες πριν φύγει εκείνη για την Αμερική μόλις 4 τραγούδια.

Είναι ήδη άρρωστη. 1953 και τα νέα δεν είναι καλά. Σε ηλικία 31 ετών ο καρκίνος της έχει χτυπήσει την πόρτα. Καρκίνος στη μήτρα. Υποβάλλεται σε εγχείριση. Αποφασίζει να φύγει για την Αμερική. Να το παλέψει. Του προτείνει να πάνε μαζί. Αρνείται. Ακούγεται σκληρό, αλλά εδώ και καιρό ό,τι τους ένωνε έχει τελειώσει οριστικά. Του ανακοινώνει το μυστικό της καθώς τρώνε σε μια ταβέρνα στην Πλάκα. Τίτλοι τέλους.

Κι εδώ όμως υπάρχει μια διαφορετική εκδοχή του σεναρίου… Μας τη δίνει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. »Κάποτε έκλεισαν με τον Τσιτσάνη να πάνε να τραγουδήσουν στη Νέα Υόρκη. Η Νίνου πήρε βίζα. Ο Τσιτσάνης όχι, καίτοι είχε φίλο τον αρχηγό του ΙΔΕΑ. «Δεν θα πας» της είπε ο Τσιτσάνης. «Θα πάω» απάντησε η Νίνου. Και πήγε μόνη της.» γράφει ο γνωστός στιχουργός.

29 Σεπτεμβρίου του 1954 και η Μαρίκα Νίνου φεύγει για την Αμερική. Δεν θα κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια. Δουλεύει.. Υπογράφει συμβόλαιο με το κοσμικό κέντρο Βυζάντιον και τη δισκογραφική εταιρεία Liberty. Εκεί δισκογραφεί κι ένα τραγούδι, που μοιάζει με μήνυμα στον παλιό της αγαπημένο. Στον Βασίλη Τσιτσάνη. »Πες μου αν με βαρέθηκες», δια χειρός Μανώλη Χιώτη.»Γίναμε ντουέτο και κάθε βράδυ στου Τζίμη γινόταν χαλασμός από τον κόσμο. Η ουρά έφτανε μέχρι τον Άγιο Παντελεήμονα. Κάθε μέρα συζητούσαν για μας τους δυο. Όπου πηγαίναμε, και για έκτακτες εμφανίσεις στα θέατρα, γινόταν το σώσε. Η Μαρίκα στο πάλκο ήταν ασυναγώνιστη, οι κινήσεις της ήταν κάτι το συγκλονιστικό, όταν τραγουδούσε είχε τέτοια εκφραστικότητα και τέτοια μεταδοτικότητα στο κοινό, που νομίζω ότι δεν πρόκει¬ται να γεννηθεί άλλη. Όταν τραγουδούσε, κυριολεκτικά καθήλωνε τον κόσμο στα τραπέζια. Ήταν φοβερή. Τραγουδούσε και δίδασκε κιόλας μαζί με το τραγούδι, όπως ο δάσκαλος που διδάσκει στους μαθητές στα θρανία.» θυμάται ο Βασίλης Τσιτσάνης.

Η Μαρίκα Νίνου τον εμπνέει. Στα πρώτα δύο χρόνια της συνεργασίας και της σχέσης τους ο Τσιτσάνης γράφει 97 τραγούδια, μερικά από τα πιο σπουδαία της καριέρας του. Στα επόμενα τρία χρόνια, οπότε και η σχέση τους περνάει κρίση, η παραγωγή πέφτει κατακόρυφα, μόλις 38 τραγούδια. Και τους τελευταίους μήνες πριν φύγει εκείνη για την Αμερική μόλις 4 τραγούδια.

Είναι ήδη άρρωστη. 1953 και τα νέα δεν είναι καλά. Σε ηλικία 31 ετών ο καρκίνος της έχει χτυπήσει την πόρτα. Καρκίνος στη μήτρα. Υποβάλλεται σε εγχείριση. Αποφασίζει να φύγει για την Αμερική. Να το παλέψει. Του προτείνει να πάνε μαζί. Αρνείται. Ακούγεται σκληρό, αλλά εδώ και καιρό ό,τι τους ένωνε έχει τελειώσει οριστικά. Του ανακοινώνει το μυστικό της καθώς τρώνε σε μια ταβέρνα στην Πλάκα. Τίτλοι τέλους.

Κι εδώ όμως υπάρχει μια διαφορετική εκδοχή του σεναρίου… Μας τη δίνει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. »Κάποτε έκλεισαν με τον Τσιτσάνη να πάνε να τραγουδήσουν στη Νέα Υόρκη. Η Νίνου πήρε βίζα. Ο Τσιτσάνης όχι, καίτοι είχε φίλο τον αρχηγό του ΙΔΕΑ. «Δεν θα πας» της είπε ο Τσιτσάνης. «Θα πάω» απάντησε η Νίνου. Και πήγε μόνη της.» γράφει ο γνωστός στιχουργός.

29 Σεπτεμβρίου του 1954 και η Μαρίκα Νίνου φεύγει για την Αμερική. Δεν θα κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια. Δουλεύει.. Υπογράφει συμβόλαιο με το κοσμικό κέντρο Βυζάντιον και τη δισκογραφική εταιρεία Liberty. Εκεί δισκογραφεί κι ένα τραγούδι, που μοιάζει με μήνυμα στον παλιό της αγαπημένο. Στον Βασίλη Τσιτσάνη. »Πες μου αν με βαρέθηκες», δια χειρός Μανώλη Χιώτη.

Επιστρέφει για λίγο στην Ελλάδα. Τραγουδάει παρά τους αφόρητους πόνους, Ξαναφεύγει για Αμερική. Η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει…

Οι τραγουδίστριες Ρένα Ντάλια και Εύα Στυλ κάνουν έρανο στα μαγαζιά που εμφανίζονται για να καλύψουν τα έξοδα νοσηλείας της στην Αμερική. Ξέρει ότι θα πεθάνει. Επιστρέφει πίσω για να ρίξει αυλαία εδώ.

Όταν στις 23 Φεβρουαρίου του 1957, μετά από απίστευτη ταλαιπωρία και πόνο, η Μαρίκα Νίνου θα αφήσει την τελευταία της πνοή, έχει συμβεί κάτι μαγικό. Δεν είναι τα 170 τραγούδια που έχει σφραγίσει με τη φωνή της. Είναι που η φωνή της έχει γίνει συνώνυμη ενός ολόκληρου μουσικού είδους. Είναι που στα 35 της χρόνια είναι ήδη μύθος…

Εκείνος, δεν θα πάει να τη δει ποτέ στο νοσοκομείο. Δεν θα πάει ούτε και στην κηδεία της. Ίσως όμως είναι αυτός που πονάει πιο πολύ απ” όλους. Τέσσερα χρόνια μετά, με ένα τραγούδι του, που ερμηνεύει η Καίτη Γκρέυ, θα θρηνήσει τη μούσα του και τη μεγάλη αγαπημένη…

Κυριακή σε γνώρισα… Κυριακή σε χάνω… Θέλω να είναι Κυριακή κι αυτή που θα πεθάνω…

 

 

 

Πηγή: se-skepseis.gr

Διαβάστε περισσότερα...
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Στον διαδικτυακό τόπο μας χρησιμοποιούμε Cookies με σκοπό τη βελτίωση της online εμπειρίας σας. Επιλέγοντας να συνεχίσετε την περιήγησή σας σε αυτόν, αποδέχεστε αυτομάτως τη χρήση των cookies. Περισσότερα...

Πολιτική Απορρήτου - Όροι Χρήσης - Περιορισμός Ευθύνης - Επικοινωνία Σχετικά με Προσωπικά Δεδομένα
Αποδέχομαι

Newsletter