Menu

Χαρουτιούν Κιουρκτζιάν

«Πρέπει να ε­πα­να­το­πο­θε­τή­σου­με στα σπί­τια και στα σχο­λεί­α μας τα αρ­με­νι­κά σε ι­σό­τι­μη θέ­ση με την το­πι­κή γλώσ­σα»

O Χα­ρου­τιούν Κιουρ­κτζιάν γεν­νή­θη­κε στο Λί­βα­νο το 1943. Εί­ναι πτυ­χιού­χος Φι­λο­σο­φί­ας του Πα­νε­πι­στη­μί­ου της Σορ­βό­νης. Έ­χει ερ­γα­στεί ως κα­θη­γη­τής της αρ­με­νι­κής και γαλ­λι­κής γλώσ­σας στο Τζε­μα­ράν του Λι­βά­νου, έ­χει δι­δά­ξει την αρ­με­νι­κή λο­γο­τε­χνί­α στο Ί­δρυ­μα Αρ­με­νο­λο­γί­ας του Χα­μα­σκα­ΐν, κα­θώς και την αρ­με­νι­κή γλώσ­σα στο Πα­νε­πι­στή­μιο Χα­ϊ­γκα­ζιάν, πά­ντα στο Λί­βα­νο. Α­πό το 1979 διε­τέ­λε­σε διευ­θυ­ντής του Γρα­φεί­ου Τύ­που της Αρ­με­νι­κής Ε­πα­να­στα­τι­κής Ο­μο­σπον­δί­ας - Τα­σνα­κτσου­τιούν, ε­νώ α­πό το 1986 υ­πεύ­θυ­νος του Το­μέ­α Εκ­δό­σε­ων του Τα­σνα­κτσου­τιούν.

 

Έ­χει εκ­δώ­σει έ­ναν τό­μο με κοι­νω­νιο­λο­γι­κές, ψυ­χο­λο­γι­κές και φι­λο­σο­φι­κές με­λέ­τες (Essai sur l’ Exil). Έ­χει πλού­σιο εκ­δο­τι­κό έρ­γο στον το­μέ­α των δι­δα­κτι­κών εγ­χει­ρι­δί­ων: μια δί­γλωσ­ση μέ­θο­δο αυ­το­δι­δα­σκα­λί­ας για την αρ­με­νι­κή γλώσ­σα (γαλ­λι­κά-αρ­με­νι­κά και αγ­γλι­κά-αρ­με­νι­κά), έ­να γαλ­λο­αρ­με­νι­κό λε­ξι­κό, μια τε­τρά­το­μη σει­ρά για τη δι­δα­σκα­λί­α της αρ­με­νι­κής γλώσ­σας και λο­γο­τε­χνί­ας στα αρ­με­νι­κά γυ­μνά­σια (σε συ­νερ­γα­σί­α με την Μά­ρω Κα­λα­ϊ­τζιάν-Κιουρ­κτζιάν), κ.ά. Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια α­σχο­λεί­ται α­πο­κλει­στι­κά με την έκ­δο­ση δι­δα­κτι­κών εγ­χει­ρι­δί­ων και παι­δα­γω­γι­κών βι­βλί­ων.

Κύ­ριε Κιουρ­κτζιάν, έ­χε­τε πί­σω σας μια μα­κρά δια­δρο­μή στη συγ­γρα­φή σχο­λι­κών βι­βλί­ων. Γνω­ρί­ζου­με ε­πί­σης ό­τι πα­λαιό­τε­ρα υ­πη­ρε­τή­σα­τε ως εκ­παι­δευ­τι­κός σε σχο­λεί­α του Λι­βά­νου και της Γαλ­λί­ας, α­φού εί­χα­τε προ­η­γου­μέ­νως κά­νει σπου­δές και στις δύ­ο αυ­τές χώ­ρες. Γνω­ρί­ζου­με α­κό­μη ό­τι έ­χε­τε ε­τοι­μά­σει μια μέ­θο­δο δι­δα­σκαλί­ας αρ­με­νι­κών ά­νευ δι­δα­σκά­λου α­πό τα γαλ­λι­κά ή τα αγ­γλι­κά. Τέ­λος γνω­ρίζου­με ό­τι έ­χε­τε συγ­γρά­ψει τη σει­ρά σχο­λι­κών βι­βλί­ων για μα­θη­τές γυ­μνα­σί­ου και λυ­κεί­ου. Η πα­ρου­σί­α­σή μας ε­δώ εί­ναι συ­νο­πτι­κή -α­σφα­λώς θα εί­χα­τε και άλ­λες δρα­στη­ριό­τη­τες. Θα θέ­λα­τε ν’ ανα­φερ­θεί­τε ε­σείς σ’ αυ­τές;

Η πα­ρου­σί­α­σή σας εί­ναι αρ­κε­τή. Τα υ­πό­λοι­πα δεν εί­ναι της πα­ρού­σης. Μό­νο μια διόρ­θω­ση: τα σχο­λι­κά βι­βλί­α για γυ­μνά­σιο και τα συ­νο­δευ­τι­κά τε­τρά­δια γραμ­μα­τι­κής έ­γι­ναν με τη συ­νερ­γα­σί­α της Μά­ρω Κα­λα­ϊ­τζιάν-Κιουρ­κτζιάν. Και κά­τι α­κό­μη: η έκ­δο­ση των βι­βλί­ων αυ­τών ή­ταν α­πο­τέ­λε­σμα ατο­μι­κής πρω­το­βου­λί­ας και προ­σω­πι­κής ερ­γα­σί­ας σε ό­λα της τα στά­δια. Ε­πί­σης έ­χουν τύ­χει α­να­γνώ­ρι­σης α­πό πολ­λές ορ­γα­νώ­σεις και σχο­λεί­α μας στη Δια­σπο­ρά αν και με­τά από ε­ξα­ντλη­τι­κές προ­σω­πι­κές επα­φές. Να το­νί­σω τέ­λος, ό­τι τα βι­βλί­α μας έ­χουν προ­σαρ­μο­στεί με τον κα­λύ­τε­ρο τρό­πο στις συν­θή­κες των πα­ροι­κιών μας στην Ευ­ρώ­πη και την Αμε­ρι­κή.

 

Α­πό ό­σα μας λέ­τε συ­μπε­ραί­νου­με πως τα­ξι­δεύ­ε­τε συ­χνά και πα­ρακο­λου­θεί­τε τη δι­δα­σκα­λί­α των αρ­με­νι­κών στα σχο­λεί­α μας. Τι έ­χε­τε να πείτε για την κα­τά­στα­ση και το ε­πί­πε­δό τους;

Πράγ­μα­τι, εί­χα κι έ­χω ε­πα­φές -εί­τε α­πό α­πό­στα­ση, εί­τε με προ­σω­πι­κές ε­πι­σκέψεις- με τα πε­ρισ­σό­τε­ρα σχο­λεί­α της Δια­σπο­ράς. Εί­ναι φυ­σι­κό να υ­πάρ­χουν με­γά­λες δια­φο­ρές α­νά­με­σα στις πα­ροι­κί­ες, λό­γω α­ντι­κει­με­νι­κών κα­τα­στά­σεων. Στις με­γά­λες πα­ροι­κί­ες της Α­να­το­λής, ό­που η χρή­ση της αρ­με­νι­κής γλώσ­σας εί­ναι πιο γε­νι­κευ­μέ­νη και οι δο­μές της κοι­νό­τη­τας πιο στα­θε­ρές, τα σχολεί­α λει­τουρ­γούν σχε­τι­κά (το το­νί­ζω σχε­τι­κά) ι­κα­νο­ποι­η­τι­κά. Αλ­λά αυ­τό είναι συ­νή­θως έ­να α­πα­τη­λό φαι­νό­με­νο, θα πω κα­τό­πιν για­τί. Στην Ευ­ρώ­πη και την Α­με­ρι­κή πά­λι, κα­θώς και σε μι­κρές πα­ροι­κί­ες της Α­να­το­λής, εί­τε έ­χου­με αργή­σει ν’ α­νοί­ξου­με σχο­λεί­α, εί­τε ο α­ριθ­μός των υ­παρ­χό­ντων εί­ναι ε­ξαι­ρετι­κά α­νε­παρ­κής. Συ­χνά αυ­τά εί­ναι και ποιο­τι­κά α­νε­παρ­κή και α­δυ­να­τούν ν’ α­ντι­με­τω­πί­σουν τις προ­κλή­σεις της σύγ­χρο­νης ε­πο­χής ό­σον α­φο­ρά την εκ­παί­δευ­ση και τον πο­λι­τι­σμό. Αυ­τό ι­σχύ­ει με λί­γες ε­ξαι­ρέ­σεις, ό­ταν κά­ποια σχο­λεί­α, ή α­πλά έ­νας-δύ­ο εκ­παι­δευ­τι­κοί σ’ έ­να σχο­λεί­ο κά­νουν τις σω­στές επι­λο­γές και κά­νουν θαύ­μα­τα. Αλ­λά το φαι­νό­με­νο πα­ρα­μέ­νει με­μο­νω­μέ­νο, ε­νώ η συ­νο­λι­κή ει­κό­να εί­ναι χω­ρίς προ­ο­πτι­κή, για να μην πω χωρίς ελ­πί­δα...

 

Θα μπο­ρού­σα­τε να μας κά­νε­τε μια πιο συ­γκε­κρι­μέ­νη διά­γνω­ση;

Η κύ­ρια αι­τί­α, το χα­μη­λό ε­πί­πε­δο εκ­παί­δευ­σης, εί­ναι έ­να ξε­χω­ριστό ζή­τη­μα... Πρώτα εί­ναι γε­γο­νός ό­τι ο α­ριθ­μός σχο­λεί­ων ή/και μα­θη­τών μειώ­νε­ται. Σχο­λεί­α κλείνουν ή χά­νουν έ­να τμή­μα των μα­θη­τών τους. Στις μι­κρές πα­ροι­κί­ες η α­να­λο­γία των μα­θη­τών που πή­γαι­ναν σε αρ­με­νι­κά σχο­λεί­α ή­ταν ή­δη μη ι­κα­νο­ποι­η­τι­κή. Τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες ό­μως το φαι­νό­με­νο πα­ρα­τη­ρεί­ται και στις με­γαλύ­τε­ρες πα­ροι­κί­ες και ο­φεί­λε­ται εν πρώ­τοις στη συρ­ρί­κνω­ση των πα­ροι­κιών αυ­τών, αλ­λά και στην ο­λο­έ­να αυ­ξα­νό­με­νη τά­ση να προ­τι­μά­ται το ξέ­νο σχο­λείο. Εί­ναι σω­στό βέ­βαια, ό­τι μέ­σα σε τέ­τοιες συν­θή­κες α­κού­με συ­χνά για την ίδρυ­ση ε­νός νέ­ου σχο­λεί­ου ή την ε­πέ­κτα­ση ε­νός άλ­λου, κά­τι που μοιά­ζει σαν ένα θαύ­μα και εί­ναι πο­λύ πα­ρή­γο­ρο. Αυ­τό ό­μως δεν πρέ­πει να μας ξε­γε­λά­σει, «το δέ­ντρο δεν πρέ­πει να κρύ­ψει το δά­σος»...

 

Ε­πο­μέ­νως η α­ριθ­μη­τι­κή ει­κό­να των σχο­λεί­ων της Δια­σπο­ράς δεν ε­μπνέ­ει αι­σιο­δο­ξί­α...

Το ζή­τη­μα δεν εί­ναι μό­νο πο­σο­τι­κό. Ε­πα­να­λαμ­βά­νω πως το κυ­ριό­τε­ρο πρό­βλημα εί­ναι ποιο­τι­κό. Αυ­τό υ­πο­σκά­πτει τα θε­μέ­λια των εκ­παι­δευ­τι­κών μας δο­μών. Με ε­λά­χι­στες ε­ξαι­ρέ­σεις, τα σχο­λεί­α μας α­πέ­χουν πο­λύ α­πό το ε­παγ­γελ­μα­τικό ε­πί­πε­δο. Και ό­σον α­φο­ρά θέ­μα­τα ορ­γά­νω­σης αλ­λά και παι­δα­γω­γι­κής κα­τάρ­τι­σης των δι­δα­σκό­ντων, μέ­νου­με σε πρω­τό­γο­νο στά­διο.

Στην πρώ­τη πε­ντη­κο­ντα­ε­τί­α ύ­παρ­ξης της Δια­σπο­ράς, τέ­τοιες μέ­θο­δοι μπο­ρεί να ή­ταν α­πο­δε­κτές, και κα­λώς-κα­κώς συ­νέ­βα­λαν στην πο­λι­τι­στι­κή μας ε­πιβί­ω­ση. Με τα δε­δο­μέ­να των τε­λευ­ταί­ων δε­κα­ε­τιών ό­μως, και ι­δί­ως με τα δε­δο­μένα του μέλ­λο­ντος, θα πρέ­πει σή­με­ρα να γί­νει μια σο­βα­ρή προ­ε­τοι­μα­σί­α, μια πραγ­μα­τι­κή παι­δα­γω­γι­κή ε­πα­νά­στα­ση. Αν δεν το α­ντι­λη­φθού­με αυ­τό, αυ­το­κτονού­με ο­μα­δι­κά, δεν έ­χου­με μέλ­λον. Και δυ­στυ­χώς φαί­νε­ται να μην το συ­νει­δητο­ποιού­με και να μέ­νου­με σε δυ­σλει­τουρ­γι­κές πρα­κτι­κές και κε­νές ρη­το­ρείες.

Σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις, η το­πο­θέ­τη­ση υ­πευ­θύ­νων στα σχο­λεί­α μας γί­νε­ται με κρι­τή­ρια κά­θε άλ­λο πα­ρά εκ­παι­δευ­τι­κά, ε­νώ οι δά­σκα­λοι συ­χνά γί­νο­νται δάσκα­λοι συ­μπτω­μα­τι­κά, χω­ρίς να έ­χουν την κλί­ση (αυ­τό που πα­λιά λέ­γα­με έ­φεση -δεν εί­ναι τυ­χαί­α λέ­ξη αυ­τή), και χω­ρίς κα­μί­α προ­ε­τοι­μα­σί­α...

Χθες ή­ταν η τη­λε­ό­ρα­ση, σή­με­ρα τα η­λε­κτρο­νι­κά μέ­σα και το δια­δί­κτυο που έπλη­ξαν τον α­δύ­να­μο συλ­λο­γι­κό πο­λι­τι­στι­κό κορ­μό μας, τον ο­ποί­ον προ­στα­τεύα­με με πρω­τό­γο­να μέ­σα, ό­ταν θα έ­πρε­πε α­ντι­θέ­τως ε­μείς οι ί­διοι να τα έ­χουμε ει­σα­γά­γει στις εκ­παι­δευ­τι­κές και πο­λι­τι­στι­κές μας δο­μές και να τα α­ξιοποιού­με προς ό­φε­λός μας... Δεν εί­ναι πε­ρί­ερ­γο πό­σο δυ­να­τοί εί­μα­στε στις ιδιω­τι­κές μας πρω­το­βου­λί­ες, και πό­σο μί­ζε­ροι γι­νό­μα­στε ό­ταν πρό­κει­ται να διοι­κή­σου­με τις πα­ροι­κί­ες μας;

Κα­θώς δεν δια­θέ­του­με κά­ποιο δι­δα­σκα­λεί­ο που να κα­ταρ­τί­ζει δα­σκά­λους (και ό­σα εί­χα­με στο πα­ρελ­θόν εί­χαν ση­μα­ντι­κές ελ­λεί­ψεις), θα πρέ­πει να ε­ξα­σφα­λί­σου­με τους οι­κο­νο­μι­κούς πό­ρους, να εν­θαρ­ρύ­νου­με λα­μπρούς α­πό­φοι­τους να σπου­δά­σουν στα Πα­νε­πι­στή­μια των χω­ρών τους, α­κο­λου­θώ­ντας παι­δα­γω­γικούς το­μείς και στην α­νά­γκη να τους πα­ρέ­χου­με πρό­σθε­τη ε­πι­μόρ­φω­ση στην αρμε­νι­κή γλώσ­σα, α­ντί να δε­χό­μα­στε ως δα­σκά­λους ά­το­μα που δεν έ­χουν την κλί­ση, αλ­λά α­πλά δεν έ­χουν άλ­λες δε­ξιό­τη­τες ώ­στε ν’ α­κο­λου­θή­σουν κά­ποιο άλλο ε­πάγ­γελ­μα, και που δεν κα­τα­βάλ­λουν κα­μί­α προ­σπά­θεια να ε­πι­μορ­φω­θούν ε­νώ ερ­γά­ζο­νται. Και α­σφα­λώς δεν προ­σπα­θού­με ού­τε κι ε­μείς να τους ε­πι­μορφώ­σου­με.

Και φτά­νου­με σε πα­ρά­δο­ξα: μέ­σα στην ί­δια πα­ροι­κί­α, συ­χνά δε μέ­σα στο ί­διο σχο­λεί­ο, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας τα ί­δια βι­βλί­α, έ­νας δά­σκα­λος κά­νει τους μα­θη­τές ν’ α­γα­πή­σουν την αρ­με­νι­κή γλώσ­σα, τους ε­μπνέ­ει, τους εν­θου­σιά­ζει, ε­νώ ένας άλ­λος πε­τυ­χαί­νει μό­νο... να κά­νει τους μα­θη­τές να την α­πο­στρέ­φο­νται για ό­λη την υ­πό­λοι­πη ζω­ή τους.

 

Έ­χε­τε ε­πα­φές με α­ξιω­μα­τού­χους ή εκ­παι­δευ­τι­κούς της Αρ­με­νί­ας; Δεν θα μπο­ρού­σαν να α­ξιο­ποι­η­θούν οι α­ντί­στοι­χοι κλά­δοι των πα­νε­πι­στημί­ων τους;

Ξέ­ρε­τε, δεν μπο­ρού­με ε­δώ να μπού­με σε λε­πτο­μέ­ρειες, αλ­λά μιας και θέ­τε­τε ε­σείς το ζή­τη­μα που εί­ναι και ση­μα­ντι­κό, να πού­με ό­τι τα πα­νε­πι­στή­μια της Αρ­με­νί­ας θα μπο­ρού­σαν να πα­ρέ­χουν ά­φθο­νο υ­λι­κό ό­σον αφο­ρά τη γνώ­ση της γλώσ­σας. Ό­μως, α­κό­μη κι αν δη­μιουρ­γη­θεί η έ­δρα της «Δυ­τι­κοαρ­με­νι­κής γλώσ­σας» ό­πως έ­χει ε­ξαγ­γελ­θεί, οι φοι­τη­τές που θα σπου­δά­σουν εκεί, δεν θα γί­νουν α­πα­ραί­τη­τα οι κα­τάλ­λη­λοι εκ­παι­δευ­τι­κοί που θα στε­λε­χώσουν τα σχο­λεί­α της Δια­σπο­ράς, κα­θώς τα μα­θή­μα­τα που δι­δά­σκο­νται στο Κρατι­κό Πα­νε­πι­στή­μιο του Ε­ρε­βάν, α­κό­μη και στις ο­νο­μα­ζό­με­νες «Παι­δα­γω­γι­κές» σχο­λές, πο­λύ μι­κρή σχέ­ση έ­χουν με την παι­δα­γω­γι­κή ό­πως την εν­νο­ού­με στη Δύ­ση. Ή­δη στην εκ­παι­δευ­τι­κή κοι­νό­τη­τα της Αρ­με­νί­ας υ­πάρ­χει μια προ­ο­δευτι­κή μειο­ψη­φί­α, η ο­ποί­α εί­ναι προ­βλη­μα­τι­σμέ­νη και δυ­σα­ρε­στη­μέ­νη με αυ­τή τη συ­ντη­ρη­τι­κή εκ­παι­δευ­τι­κή γραμ­μή, που έ­χει τις ρί­ζες της στο σο­βιε­τι­κό πα­ρελ­θόν...

Προ­σω­πι­κά έ­χω ε­πα­φές, κα­θώς και κά­ποιες πε­ρι­στα­σια­κές συ­νερ­γα­σί­ες με προ­σω­πι­κό­τη­τες που εί­ναι πα­νε­πι­στη­μια­κοί, συγ­γρα­φείς σχο­λι­κών βι­βλί­ων, ή κυ­βερ­νη­τι­κοί α­ξιω­μα­τού­χοι. Ω­στό­σο, ό­σον α­φο­ρά τον το­μέ­α της εκ­παί­δευ­σης, δεν έ­χω να πω πο­λύ θε­τι­κά πράγ­μα­τα για τη συ­νερ­γα­σί­α Αρ­με­νί­ας-Δια­σπο­ράς. Ού­τε για τα σε­μι­νά­ρια με­τεκ­παί­δευ­σης δα­σκά­λων, που γί­νο­νται ε­δώ και πολ­λά χρό­νια στο Ε­ρε­βάν. Οι εκ­παι­δευ­τι­κοί μας δεν έ­χουν τί­πο­τε ν’ α­πο­κο­μί­σουν α­πό αυ­τά, ε­κτός ί­σως α­πό μια πα­τριω­τι­κή πλή­ρω­ση.

Τις προ­άλ­λες, στο ί­διο το Ε­ρε­βάν, α­να­φε­ρό­με­νοι στα σε­μι­νά­ρια αυ­τά πα­νε­πιστη­μια­κοί έ­λε­γαν πως «πριν να με­τεκ­παι­δευ­τούν, κα­λό θα ή­ταν οι δά­σκα­λοι... να εκ­παι­δευ­τούν». Αυ­τή εί­ναι η μοί­ρα πολ­λών τέ­τοιων πρω­το­βου­λιών: να παρα­μέ­νουν σχη­μα­τι­κές και η­μι­τε­λείς...

Να διευ­κρι­νί­σω κά­τι: σε άλ­λους το­μείς η συ­νερ­γα­σί­α με δυ­νά­μεις της Αρ­μενί­ας εί­ναι ευερ­γε­τι­κή, μπο­ρεί α­κό­μη και να εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη. Ό­σον α­φο­ρά τον εκ­παι­δευ­τι­κό το­μέ­α ό­μως, για τους λό­γους που προ­α­νέ­φε­ρα, μια συ­νερ­γα­σία δεν α­πο­κρί­νε­ται στις α­νά­γκες μας, ό­χι του­λά­χι­στον στο ά­με­σο μέλ­λον. Αν απο­τολ­μη­θεί, τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα θα εί­ναι α­τε­λή κι εμ­βαλ­λω­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα.

 

Μα, τέ­λος πά­ντων, δεν έ­χου­με τρό­πους να στα­μα­τή­σου­με την υ­ποχώ­ρη­ση της χρή­σης της αρ­με­νι­κής γλώσ­σας; Θα γνω­ρί­ζε­τε α­σφα­λώς ό­τι πρό­σφατα η UNESCO κα­τέ­τα­ξε τη Δυ­τι­κο­αρ­με­νι­κή γλώσ­σα στην κα­τη­γο­ρί­α γλωσ­σών που βρίσκο­νται σε κίν­δυ­νο. Πώς έ­γι­νε αυ­τή η α­ξιο­λό­γη­ση;

Ναι, το γνω­ρί­ζω. Δεν γνω­ρί­ζω βέ­βαια πώς έ­κα­νε την α­ξιο­λό­γη­ση η UNESCO, δεν έ­χει ση­μα­σί­α άλ­λω­στε... Ο­ποιοσ­δή­πο­τε συ­νει­δη­το­ποι­η­μέ­νος Αρ­μέ­νιος που έ­χει μάτια και βλέ­πει τη Δια­σπο­ρά, έ­χει πα­ρα­τη­ρή­σει πο­λύ πριν την UNESCO ό­τι τα αρ­με­νικά εί­ναι σε κίν­δυ­νο. Ας κοι­τά­ξου­με γύ­ρω μας: χρεια­ζό­μα­στε την UNESCO για να δούμε τι συμ­βαί­νει; «Α­νη­συ­χού­με» υ­πο­κρι­τι­κά, δί­νου­με (ή κά­νου­με ό­τι δί­νου­με) πε­ρισ­σό­τε­ρη ση­μα­σί­α στις ό­ποιες UNESCO, πα­ρά στην ε­σω­τε­ρική μας φω­νή και... ε­ξα­κο­λου­θού­με να συ­νεισφέ­ρου­με στην υ­πο­χώ­ρη­ση της χρή­σης της γλώσ­σας μας, έ­στω και με πα­θη­τι­κό τρό­πο. Στα σπί­τια μας ε­πι­κοι­νω­νού­με με την το­πι­κή γλώσ­σα, στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση κά­νου­με τα αρ­με­νι­κά έ­να χρη­στι­κό, α­δύ­να­μο ε­πι­κοι­νω­νια­κό ερ­γαλεί­ο και κα­τό­πιν ο­δυ­ρό­μα­στε για­τί τα παι­διά μας δεν χρη­σι­μο­ποιούν τη γλώσσα μας... Ή εκ­δί­δο­ντας ξε­νό­γλωσ­σα πε­ριο­δι­κά που πραγ­μα­τεύ­ο­νται αρ­με­νι­κά ζη­τή­μα­τα θε­ω­ρού­με ό­τι έ­χου­με εκ­πλη­ρώ­σει τις υ­πο­χρε­ώ­σεις μας ως Αρ­μέ­νιοι. Με αυ­τό τον τρό­πο ό­μως, δεν έ­χου­με εκ­πλη­ρώ­σει το κύ­ριο κα­θήκον μας, που εί­ναι η δια­τή­ρη­ση της αρ­με­νι­κής γλώσ­σας και του αρ­με­νό­φω­νου πο­λι­τι­σμού...

Για να στα­μα­τή­σου­με την υ­πο­χώ­ρη­ση της γλώσ­σας μας, θα πρέ­πει κατ’ αρ­χάς να έ­χου­με τη βού­λη­ση να το κά­νου­με και τη βούλη­ση να χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με ό­ποιο μέ­σο χρεια­στεί γι’ αυ­τό. Να ε­πα­να­το­πο­θε­τή­σου­με στα σπί­τια και στα σχο­λεί­α μας τα αρ­με­νι­κά σε ι­σό­τι­μη θέ­ση με την το­πι­κή γλώσ­σα, να α­να­βαθμί­σου­με την ποιό­τη­τα της εκ­παί­δευ­σης στα σχο­λεί­α μας, να ορ­γα­νω­θού­με και να δη­μιουρ­γή­σου­με πό­ρους... Υ­πο­φέ­ρουν οι κοι­νό­τη­τές μας σε διά­φο­ρες χώρες α­πό την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση; Ί­σως. Αλ­λά ο εκ­παι­δευ­τι­κός το­μέ­ας του­λά­χι­στον θα πρέ­πει να μεί­νει έ­ξω α­πό αυ­τήν. Η εκ­παί­δευ­ση εί­ναι το βα­σι­κό­τε­ρο ό­λων, εί­ναι το μέλ­λον μας, εί­ναι ζή­τη­μα ζω­ής και θα­νά­του.

 

Λέ­γα­τε ό­τι δεν χρη­σι­μο­ποιού­με τα η­λε­κτρο­νι­κά ε­πι­κοι­νω­νια­κά μέ­σα: Δια­δί­κτυο, power point, κ.ά. Δεν εί­ναι αυ­τό έ­να αί­τιο α­πο­τυ­χί­ας; Υ­πάρ­χουν για πα­ρά­δειγ­μα αρ­με­νι­κά η­λε­κτρο­νι­κά βι­βλί­α, η­λε­κτρο­νι­κές βι­βλιο­θή­κες, κ.ά.;

Πράγ­μα­τι δεν χρη­σι­μο­ποιού­με αυ­τά τα μέ­σα. Εί­ναι ε­πί­σης σω­στό πως δεν θα ή­ταν ά­σχη­μα αν τα χρη­σι­μο­ποιού­σα­με. Προ­σο­χή ό­μως: πολ­λοί α­πό εμάς θε­ω­ρούν τα μέ­σα αυ­τά μα­γι­κό ρα­βδί. Πι­στεύ­ουν πως αρ­κεί να τα χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με, ώ­στε οι μα­θη­τές να εί­ναι συ­γκε­ντρω­μέ­νοι και ώ­στε να έ­χου­με κα­λά α­πο­τε­λέ­σμα­τα. Η τό­σο με­γά­λη πί­στω­ση α­πό αυ­τά ό­μως εί­ναι α­πλά αυ­τα­πά­τη, και το να δι­καιο­λο­γού­με τις ό­ποιες α­ποτυ­χί­ες με την έλ­λει­ψή τους εί­ναι α­πλά έ­να άλ­λο­θι... Ο­ποιοσ­δή­πο­τε δά­σκα­λος, αν α­γα­πά τη δου­λειά του κι έ­χει κα­τάρ­τι­ση, θα έ­χει κα­λά α­πο­τε­λέ­σμα­τα και χωρίς αυ­τά τα μέ­σα. Α­πό την άλ­λη, έ­νας α­διά­φο­ρος ή α­κα­τάρ­τι­στος δά­σκα­λος δεν θα μπο­ρέ­σει ν’ α­ντα­πο­κρι­θεί, α­κό­μη κι αν τα έ­χει στη διά­θε­σή του. Με άλ­λα λό­για, κι αυ­τά εί­ναι α­πλά μέ­σα, ό­πως και τα σχο­λι­κά βι­βλί­α. Εί­ναι σω­στό πως μπο­ρεί να υ­πάρ­ξουν κα­λύ­τε­ρα και λι­γό­τε­ρο κα­λά μέ­σα, αλ­λά το βα­σι­κό πα­ραμέ­νει και θα πα­ρα­μεί­νει για πά­ντα το ε­πι­κοι­νω­νια­κό πε­ρι­βάλ­λον, ο δε­σμός δι­δά­σκο­ντα-μα­θη­τή και η αν­θρώ­πι­νη διά­στα­ση αυ­τού του δε­σμού.

Το ί­διο δε συμ­βαί­νει και στην πε­ρί­πτω­ση των ε­νη­λί­κων; Ρω­τά­τε για η­λε­κτρονι­κά βι­βλί­α και η­λε­κτρο­νι­κές βι­βλιο­θή­κες: α­σφα­λώς και υ­πάρ­χουν. Εί­ναι όμως ο ε­νή­λι­κος Αρ­μέ­νιος πρό­θυ­μος να τα χρη­σι­μο­ποι­ή­σει; Πό­σοι γνω­ρί­ζουν και πό­σοι εν­δια­φέ­ρο­νται να μά­θουν τα ή­δη υ­πάρ­χο­ντα; Το digilib.am και το haybook για πα­ρά­δειγ­μα, για ν’ ανα­φερ­θώ στα δύ­ο κυ­ριό­τε­ρα; Και οι δι­κές μας εκ­δό­σεις έχουν ι­στο­σε­λί­δες ε­δώ και 15 χρό­νια, και μπο­ρεί κα­νείς να τις ε­πι­σκε­φτεί πληκτρο­λο­γώ­ντας α­πλές λέ­ξεις κλει­διά, ό­πως armenian learning, armenian method, armenian self-teaching κλπ. Το πι­στεύ­ετε πως σε αυ­τά τα 15 χρό­νια δεν τις έ­χουν ε­πι­σκε­φτεί πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό 5 ά­το­μα, για να εν­δια­φερ­θούν γι’ αυ­τά τα βι­βλί­α; Ε­μείς φτιά­ξα­με τις ι­στο­σε­λί­δες απλά για­τί έ­πρε­πε, χω­ρίς να έ­χου­με προσ­δο­κί­ες. Γνω­ρί­ζου­με πως δεν εί­ναι οι ι­στο­σε­λί­δες που θ’ α­φυ­πνί­σουν τα μυα­λά των αν­θρώ­πων. Δεν εί­ναι το Δια­δίκτυο που θα κά­νει τον άν­θρω­πο Άν­θρω­πο. Δεν γί­νο­νται τέ­τοια θαύ­μα­τα. Μά­λιστα έ­χει αρ­χί­σει να συμ­βαί­νει το α­ντί­θε­το: το έ­τοι­μο η­λε­κτρο­νι­κό προ­ϊ­όν απο­χαυ­νώ­νει, μας ε­θί­ζει σε πα­θη­τι­κή κα­τα­νά­λω­ση, στο να πε­ρι­μέ­νου­με να μας τα σερ­βί­ρουν, να τα μα­σή­σουν και να μας τα βά­λουν στο στό­μα. Ε­νώ το Δια­δί­κτυο συ­χνά εί­ναι -συγ­χω­ρέ­στε μου την ιε­ρο­συ­λί­α- έ­νας σκουπι­δό­το­πος, ό­που εί­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο αν ό­χι α­δύ­να­το να ξε­χω­ρί­σου­με το ψέ­μα α­πό την α­λή­θεια, το ση­μα­ντι­κό α­πό το α­σή­μα­ντο. Και υ­πάρ­χουν α­κό­μη εκ­παι­δευ­τι­κοί που στέλ­νουν τους μα­θη­τές να συλ­λέ­ξουν πλη­ρο­φο­ρί­ες α­πό το Δια­δίκτυο, έ­ναν τό­πο ό­που α­κό­μη κι ε­μείς, οι ε­νή­λι­κες, μπο­ρού­με να χα­θού­με...

 

Ε­πο­μέ­νως; Θα κα­τα­λή­ξου­με σε κά­ποιο συ­μπέ­ρα­σμα; Να μεί­νου­με απαι­σιό­δο­ξοι;

Δεν θα κα­τα­λή­ξου­με σε συ­μπέ­ρα­σμα. Δεν εί­ναι αυ­τό το ζη­τού­με­νο άλ­λω­στε. Διά­λο­γο κά­νου­με. Για έ­να ζή­τη­μα τό­σο ζω­τι­κής ση­μα­σί­ας ό­πως εί­ναι η ε­πι­βί­ωση της πο­λι­τι­στι­κής κλη­ρο­νο­μιάς ε­νός λα­ού, φτά­νου­με σε α­ξιό­λο­γα «συ­μπε­ράσμα­τα» μό­νο με έρ­γα.

Αν συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με την κα­τά­στα­σή μας και α­πο­φα­σί­σου­με να δη­μιουρ­γήσου­με αρ­με­νό­φω­νο πο­λι­τι­σμό σε ό­λη τη Δια­σπο­ρά, αν α­πο­φα­σί­σουμε να δώ­σου­με στην αρ­με­νι­κή γλώσ­σα ε­κεί­νη την α­ξί­α και διά­στα­ση που δί­νου­με στις το­πι­κές ή τις διε­θνείς γλώσ­σες, τό­τε τί­πο­τε δεν μπο­ρεί να μας ε­ξο­ντώ­σει. Με τις πα­ρού­σες συν­θή­κες ό­μως και το ση­με­ρινό βαθ­μό συλ­λο­γι­κής συ­νεί­δη­σης, α­πλά ε­τοι­μα­ζό­μα­στε ν’ αυ­το­κτο­νή­σου­με. Έτσι, μό­νο α­παι­σιό­δο­ξοι μπο­ρού­με να εί­μα­στε -πά­ντα βέ­βαια με μια α­γωνι­στι­κή α­παι­σιο­δο­ξί­α.

 

 

Πηγή: armenika.gr

 

 

Διαβάστε περισσότερα...

Παλιές, ξεχασμένες ιστορίες

Στη συ­νεί­δη­ση ό­λων μας έ­χει κα­τα­γρα­φεί ό­τι η ι­στο­ρί­α της αρμενικής κοι­νό­τη­τας στην Α­θή­να και τον Πει­ραιά ξε­κί­νη­σε με­τά τη Μι­κρα­σια­τι­κή κα­τα­στρο­φή, με την ε­γκα­τά­στα­ση χι­λιά­δων Αρ­με­νί­ων στις δύ­ο πα­ρα­πά­νω πό­λεις. Ω­στό­σο, μάλλον εί­ναι σε πο­λύ λί­γους γνω­στή η ε­νερ­γή πα­ρου­σί­α -πο­λύ νω­ρί­τε­ρα- μιας μικρής αλ­λά δρα­στή­ριας κοι­νό­τη­τας, η ο­ποί­α μά­λι­στα έ­χει εν­δια­φέ­ρου­σα και ιδιό­μορ­φη ι­στο­ρί­α.

Α­πό το 1890 έ­ως το 1922 υπήρχαν 150 με 200 μόνιμοι κάτοικοι στην Α­θή­να και τον Πει­ραιά, ό­μως χι­λιά­δες ή­ταν αυ­τοί που για μι­κρό χρο­νι­κό διά­στη­μα -α­πό έ­να μή­να έ­ως και δύ­ο χρό­νια- φι­λο­ξε­νή­θη­καν όλα αυτά τα χρόνια. Ο Πει­ραιάς ή­ταν έ­νας σχε­τι­κά κο­ντι­νός και σί­γου­ρα α­σφαλής προ­ο­ρι­σμός για τους αρ­μέ­νιους ε­πα­να­στά­τες κα­θώς και για αρ­κε­τούς πρόσφυ­γες κα­τά τη διάρ­κεια των διώ­ξε­ων και των σφα­γών του 1896 α­πό τον Α­μπντούλ Χα­μίτ. Τα χρό­νια αυ­τά, χί­λιοι και πλέ­ον Αρ­μέ­νιοι βρή­καν ά­συ­λο και θερ­μή φι­λο­ξενί­α α­πό τον ελ­λη­νι­κό λα­ό και πρέ­πει να το­νί­σου­με, ό­τι ο πρω­θυ­πουρ­γός Δε­ληγιάν­νης ε­πέ­δει­ξε πα­τρι­κή στορ­γή γι’ αυ­τούς τους αν­θρώ­πους. Η συ­μπε­ρι­φο­ρά αυ­τή ή­ταν α­πο­τέ­λε­σμα των αλ­λη­λέγ­γυων συ­ναι­σθη­μά­των των Ελ­λή­νων αλ­λά δεν πρέ­πει να ξε­χνά­με, ό­τι την ί­δια ε­πο­χή ξέ­σπα­σε η Κρη­τι­κή ε­πα­νά­στα­ση το 1896 και ο ελ­λη­νο-τουρ­κι­κός πό­λε­μος του 1897.

 

Ε­πα­να­στα­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες


Με α­φορ­μή τις ι­στο­ρι­κές συ­γκυ­ρί­ες και το φι­λι­κό πε­ρι­βάλ­λον των πο­λι­τών και πο­λι­τι­κών στην Α­θή­να, οι Αρ­μέ­νιοι έ­στει­λαν στους συ­ντρό­φους τους που μά­χο­νταν ε­νά­ντια στον τουρ­κι­κό ζυ­γό ό­πλα και πυ­ρο­μα­χι­κά α­πό τον Πει­ραιά στο Ι­σμίτ, τη Μερ­σί­να, το Μπα­τούμ και αλ­λού. Πα­ράλ­λη­λα, ε­ξέ­δι­δαν στην Α­θή­να ε­φη­με­ρί­δες, οι ο­ποί­ες στέλ­νο­νταν κρυ­φά στην Τουρ­κί­α και την κα­τε­χό­με­νη Αρ­με­νί­α. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα α­ποτε­λούν οι ε­φη­με­ρί­δες «Α­σπα­ρέζ» (1890), «Χιντσάκ» (1894), «Α­πτάκ» (1892) και «Μιου­τιούν» (1896). Ό­λες πρό­σκει­νταν στο ε­πα­να­στα­τι­κό κόμ­μα Χιντσα­κιάν. Μά­λι­στα, για έ­να μικρό διά­στη­μα λει­τούρ­γη­σε και ι­διό­κτη­το τυ­πο­γρα­φεί­ο στην Α­θή­να.

 

Ο Ντι­κράν Γερ­γκάτ


Στο διά­στη­μα 1890-1900 ι­στο­ρι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες και δια­νο­ού­με­νοι βρή­καν κα­τα­φύ­γιο στην Α­θή­να. Α­νά­με­σά τους, οι Αρ­μέν Γκα­ρό, Γερ­βά­ντ Ο­ντιάν, Ντικράν Γερ­γκάτ, Σα­χρι­μάν, Βα­χέ Αρ­γου­γιάν και άλ­λοι. Κα­τά την πα­ρα­μο­νή του στην Α­θή­να το 1896, ο ποι­η­τής Ντι­κράν Γερ­γκάτ κέρ­δι­σε την προ­σο­χή των δια­νο­ούμε­νων της ε­πο­χής. Με δια­λέ­ξεις για τα ζη­τή­μα­τα της Α­να­το­λής και ξε­χω­ρι­στές για το Αρ­με­νι­κό Ζή­τη­μα α­πέ­σπα­σε α­πο­δο­χή και συ­μπά­θειες σε κύ­κλους ποι­ητών και αν­θρώ­πων των γραμ­μά­των, ε­νώ έ­γι­νε μέ­λος της «Ε­θνι­κής Ε­ται­ρί­ας». Πα­ρά το νε­α­ρό της η­λι­κί­ας του, ο Γερ­γκάτ α­να­γνω­ρί­στη­κε ως έ­νας σπου­δαί­ος ποι­η­τής και δια­νο­ού­με­νος α­πό τους α­θη­ναί­ους συ­να­δέλ­φους του. Ό­ταν πέ­θανε, σε η­λι­κί­α μό­λις 29 ε­τών, στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, ο Σου­ρής θρή­νη­σε τον ω­ραίο νέ­ο με τα με­λαγ­χο­λι­κά γα­λα­νά μά­τια και ο Κω­στής Πα­λα­μάς του α­φιέ­ρω­σε την πρώ­τη σει­ρά των «Πα­τρί­δων» του.

 

Η κοι­νό­τη­τα με­τά το 1900


Στην κα­τα­μέ­τρη­ση των με­λών της κοι­νό­τη­τας το 1901, οι μό­νι­μα ε­γκατε­στη­μέ­νοι κά­τοι­κοι στην Α­θή­να και τον Πει­ραιά ή­ταν 105, εκ των ο­ποί­ων 35 έγ­γαμοι. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό αυ­τούς ή­ταν έ­μπο­ροι και τε­χνί­τες. Η πρώ­τη ε­νο­ριακή ε­πι­τρο­πή ε­κλέ­χθη­κε στις 24 Σε­πτεμ­βρί­ου 1900 και στε­λε­χω­νό­ταν α­πό τους: Δρ. Γκ. Α­γα­πε­κιάν (πρό­ε­δρος), Α­λε­ξάν Για­ζι­τζιάν (α­ντι­πρό­ε­δρος), Λε­βόν Μπο­ρεκ­τσιάν (τα­μί­ας), Γκα­ρα­μπέτ Μα­ντο­γιάν και Σαρ­κίς Μπα­γντα­σα­ριάν (μέ­λη).

Την ί­δια ε­πο­χή, ­νοι­κιά­στη­κε έ­να οί­κη­μα στην ο­δό Κου­μουν­δού­ρου 16, ό­που θα λει­τουρ­γού­σε η πρώ­τη αρ­με­νι­κή εκ­κλη­σί­α στην Α­θή­να, υ­πό τον ιε­ρέ­α Καρε­κίν Αρ­τζρου­νί. Α­ξί­ζει να ση­μειω­θεί, ό­τι για τη λει­τουρ­γί­α της εκ­κλη­σί­ας ο πρέ­σβης της Τουρ­κί­ας Ρι­φάτ Μπέ­ης, έ­στει­λε ε­πί­ση­μη ε­νη­με­ρω­τι­κή ε­πι­στολή προς το υ­πουρ­γεί­ο Ε­ξω­τε­ρι­κών της Τουρ­κί­ας στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη.

 

Διώ­ξεις και φυ­λα­κί­σεις αρ­με­νί­ων ε­πα­να­στα­τών


Το 1905 εί­χε γί­νει η α­πο­τυ­χη­μέ­νη προ­σπά­θεια των αρ­με­νί­ων ε­πα­να­στα­τών να δο­λο­φο­νή­σουν τον Α­μπντούλ Χα­μίτ. Η τουρ­κι­κή α­στυ­νο­μί­α συ­νέ­λα­βε πολ­λούς Αρ­με­νί­ους, ε­νώ έ­γι­ναν διώ­ξεις κα­τά του αρ­με­νι­κού πλη­θυ­σμού της Κωνστα­ντι­νού­πο­λης.

Την ί­δια ε­πο­χή στην Α­θή­να, το φι­λαρ­με­νι­κό κλί­μα κιν­δύ­νευ­σε να δια­τα­ρα­χθεί με α­φορ­μή την α­να­κά­λυ­ψη βομ­βών και δυ­να­μί­τι­δας που ανή­καν σε Αρ­μέ­νιους και θα διο­χε­τεύ­ο­νταν α­πό το λι­μά­νι του Πει­ραιά στη Σμύρνη και την Κι­λι­κί­α.

Έ­γι­ναν 25 συλ­λή­ψεις α­πό την ελ­λη­νι­κή α­στυ­νο­μί­α και πέ­ντε ά­το­μα πα­ρα­πέμ­φθη­καν σε δί­κη με βα­ριές κα­τη­γο­ρί­ες. Οι τουρ­κι­κές μυ­στι­κές υ­πη­ρε­σί­ες έ­στειλαν κλι­μά­κιο τούρ­κων πρα­κτό­ρων για να πα­ρακο­λου­θή­σουν το έρ­γο των ελ­λη­νι­κών αρ­χών αλ­λά και για να α­ντι­στρέ­ψουν το φι­λ­αρ­με­νι­κό κλί­μα. Προς στιγ­μήν το κα­τά­φε­ραν με κα­τα­σκευα­σμέ­να δη­μο­σιεύ­μα­τα, πα­ρου­σιά­ζο­ντας την α­να­κά­λυ­ψη του ο­πλο­στα­σί­ου ως συ­νερ­γα­σί­α Αρ­μενί­ων και Βουλ­γά­ρων, με στό­χο να πλήξουν την ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση. Έ­φθα­σαν δε στο ση­μεί­ο να ι­σχυ­ρι­στούν ό­τι οι Αρ­μέ­νιοι θα α­να­τί­να­ζαν δη­μό­σια κτή­ρια στην Α­θή­να. Το α­πο­τέ­λε­σμα ή­ταν η ελ­λη­νι­κή κοι­νή γνώ­μη να στρα­φεί ε­να­ντίον των Αρ­με­νί­ων, να πραγ­μα­το­ποι­η­θούν α­ντιαρ­με­νι­κές δια­δη­λώ­σεις στην Αθή­να και να δε­χθεί ε­πί­θε­ση με πέ­τρες η αρ­με­νι­κή εκ­κλη­σί­α της Α­θή­νας.

Η δί­κη των πέ­ντε κα­τη­γο­ρού­με­νων έ­γι­νε στη Λα­μί­α. Ό­λοι κρί­θη­καν ο­μό­φω­να αθώ­οι και α­φέ­θη­καν ε­λεύ­θε­ροι. Οι κα­τη­γο­ρού­με­νοι έ­πει­σαν τους δι­κα­στές ότι οι ε­νέρ­γειες τους δεν εί­χαν - σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση - στό­χο ελ­λη­νι­κά συμ­φέ­ροντα, κα­θώς οι βόμ­βες και η πυ­ρί­τι­δα α­πο­τε­λού­σαν ο­πλι­σμό για τους συ­ντρόφους τους που α­γω­νί­ζο­νταν στην Αρ­με­νί­α.

 

Ο σύλ­λο­γος «Γκα­τίλ»


Με α­φε­τη­ρί­α τα έ­ντο­να πα­τριω­τι­κά συ­ναι­σθή­μα­τα και τον προ­βλημα­τι­σμό για τον α­γώ­να που πραγ­μα­το­ποιεί­το στην τουρ­κο­κρα­τού­με­νη Αρ­με­νία, στις 25 Μα­ΐ­ου 1903 ι­δρύ­θη­κε ο σύλ­λο­γος «Γκα­τίλ» (στά­λα), ό­που σχε­δόν ό­λοι οι Αρμέ­νιοι έ­γι­ναν μέ­λη του. Ο σύλ­λο­γος, που λει­τούρ­γη­σε ­ως το 1905, διορ­γά­νω­σε διά­φο­ρες εκ­δη­λώ­σεις και γιορ­τές. Ο ε­ορ­τα­σμός του «Βαρ­τα­νά­ντς» στις 5 Φε­βρουα­ρί­ου 1904, που πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στον α­ριθ­μό 8 της ο­δού Στα­δί­ου, στον πά­νω όρο­φο ε­νός κα­φε­νεί­ου και δι­ήρ­κε­σε α­πό τις 9 μ.μ. ως τις πρώ­τες πρω­ι­νές ώ­ρες, λέ­γε­ται ό­τι ή­ταν η κο­ρω­νί­δα των δρα­στη­ριο­τή­των του συλ­λό­γου.

Εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η πε­ρι­γρα­φή της εν λό­γω εκ­δή­λω­σης. Ο πρό­ε­δρος του συλ­λό­γου Χμα­γιάκ Α­ζα­ντιάν, ντυ­μέ­νος με τη στο­λή του στρα­τη­γού Βαρ­τάν, α­νέβη­κε στο βή­μα και με­τα­ξύ άλ­λων εί­πε: «…ε­μείς ό­λοι εί­μα­στε α­νά­ξιοι να φο­ράμε τη στο­λή του στρα­τη­γού Βαρ­τάν, αν δεν α­σπα­στού­με τον όρ­κο και το νό­μο των αρ­με­νί­ων ε­πα­να­στα­τών, που χρό­νια τώ­ρα πο­λε­μούν στα βου­νά μας». Μό­λις ολο­κλή­ρω­σε τη δή­λω­σή του, με μια γρή­γο­ρη κί­νη­ση έ­βγα­λε α­πό πά­νω του τα ρούχα του Βαρ­τάν. Α­πό μέ­σα φο­ρού­σε στρα­τιω­τι­κά ρού­χα των αρ­με­νί­ων α­νταρ­τών και σταυ­ρω­τά φι­σε­κλί­κια, ε­νώ κρα­τού­σε έ­να ό­πλο στο χέ­ρι δη­μιουρ­γώ­ντας έ­ντονο εν­θου­σια­σμό στους πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους ­που όρ­θιοι χει­ρο­κρο­τού­σαν για πολ­λή ώ­ρα.

Ο σύλ­λο­γος «Γκα­τίλ» α­σχο­λή­θη­κε με την α­νά­γκη ύ­παρ­ξης ι­διό­κτη­της εκ­κλησί­ας στην Α­θή­να και για το λό­γο αυ­τό έ­στει­λε ε­πι­στο­λή στο δή­μο Α­θη­ναί­ων για τη διά­θε­ση ε­νός κτη­ρί­ου. Ο δή­μος α­πά­ντη­σε πως ή­θε­λε 50 ο­νό­μα­τα Αρ­με­νί­ων με ελ­λη­νι­κή υ­πη­κο­ό­τη­τα για να δια­θέ­σει κά­ποιο χώ­ρο. Τα πρα­κτι­κά του συλ­λόγου στα­μα­τούν το 1905, ό­που πι­θα­νόν τε­λεί­ω­σε και η δρα­στη­ριό­τη­τά του.

 

Α­γο­ρά κτη­ρί­ου για εκ­κλη­σί­α


Η εύ­ρε­ση ι­διό­κτη­του χώ­ρου για α­νέ­γερ­ση εκ­κλη­σί­ας εί­χε γί­νει πρω­ταρ­χι­κός στό­χος της ε­νο­ρια­κής ε­πι­τρο­πής και του ιε­ρέ­α της μι­κρής κοι­νότη­τας. Έ­τσι, στις 17 Μαρ­τί­ου 1905 α­γο­ρά­στη­κε οί­κη­μα ε­νός ο­ρό­φου στην ο­δό Κριεζή 10, ό­που σή­με­ρα βρί­σκε­ται η Μη­τρό­πο­λη των Αρμενίων. Πα­λαιό­τε­ρα, ο χώ­ρος στέ­γα­ζε κρατη­τή­ρια γυ­ναι­κών. Το τί­μη­μα ή­ταν 11.200 δραχ­μές, με προ­κα­τα­βο­λή 5.200 δραχ­μές (τις 2.000 δραχ­μές τις έ­δω­σε ο σύλ­λο­γος «Γκα­τίλ») και τις υ­πό­λοι­πες 6.000 με συμ­φω­νί­α για α­πο­πλη­ρω­μή σε με­ρι­κά χρό­νια με τό­κο 10%. Η ε­νο­ρια­κή ε­πι­τρο­πή δεν εί­χε ε­πίση­μη και α­να­γνω­ρι­σμέ­νη α­πό το κρά­τος υ­πό­στα­ση, γι’ αυ­τό και το α­κί­νη­το γρά­φτη­κε στο ό­νο­μα του μέ­λους της Μπε­ντρός Γε­γο­γιάν. Πρό­κει­ται για μια λανθα­σμέ­νη ε­πι­λο­γή που έ­βα­λε σε νο­μι­κές πε­ρι­πέ­τειες την ε­πι­τρο­πή για αρ­κετά χρό­νια ­ως το 1908, ό­που με δι­κα­στι­κή α­πό­φα­ση, πέ­ρα­σε στην ι­διο­κτη­σί­α της.

Έ­να α­κό­μη -με­γα­λύ­τε­ρο- πρό­βλη­μα που α­ντι­με­τώ­πι­σε η ε­πι­τρο­πή σχε­τι­κά με την α­γο­ρά του α­κι­νή­του α­πο­τέ­λε­σε η α­δυ­να­μί­α της να πλη­ρώ­σει, ­ως και το 1910, έστω και μί­α δραχ­μή στον ι­διο­κτή­τη. Α­πό το 1905 έ­ως το 1908, η ε­πι­τρο­πή προ­σπά­θη­σε να βρει κε­φά­λαιο α­πό άλ­λες πα­ροι­κί­ες, χω­ρίς κά­ποια ση­μα­ντι­κή α­ντα­πό­κριση. Στις 19 Φε­βρουα­ρί­ου 1909 υ­πήρ­ξε έ­γκρι­ση α­πό το ελ­λη­νι­κό κρά­τος για διε­νέρ­γεια ε­ρά­νου, ό­που και πά­λι δεν εί­χε τα α­να­με­νό­με­να α­πο­τε­λέ­σμα­τα. Το 1910 πλη­ρώθη­καν 1.000 δραχ­μές, πο­σό που κά­λυ­ψε τους τό­κους τό­σων ε­τών, ε­νώ το κε­φά­λαιο παρέ­μει­νε στις 6.000.

Η λύ­ση του προ­βλή­μα­τος δό­θη­κε το 1912 α­πό τον Ντι­κράν Χαν Κε­λε­κιάν. Επρό­κει­το για ένα πλού­σιο Αρ­μέ­νιο α­πό το Πα­ρί­σι, ο ο­ποί­ος ό­ταν έ­μα­θε για το θέ­μα έ­στειλε το πο­σό των 6.000 δραχ­μών στο Πα­τριαρ­χεί­ο της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, ό­που τό­τε υ­πά­γο­νταν ό­λες οι αρ­με­νι­κές εκ­κλη­σί­ες στην Ελ­λά­δα, ενώ το Πατρι-αρχείο με κα­θυ­στέ­ρηση ε­νός έ­τους με­τα­βί­βα­σε το πο­σό στην Α­θή­να. Τε­λι­κά, η κοι­νό­τη­τα α­πέ­κτη­σε την πρώ­τη ι­διό­κτη­τη εκ­κλη­σί­α στην Α­θή­να τον Α­πρί­λιο του 1913, με­τά α­πό πε­ριπέ­τειες ο­κτώ ε­τών.

 

Το ζή­τη­μα της νο­μι­κής υ­πό­στα­σης


Το πρό­βλη­μα της νο­μι­κής και θε­σμι­κής υ­πό­στα­σης της αρ­μενι­κής κοι­νό­τη­τας α­πο­τε­λού­σε χρό­νιο και α­καν­θώ­δες ζή­τη­μα, πα­ρα­κω­λύ­ο­ντας την ε­πίση­μη εκ­προ­σώ­πη­ση αλ­λά και την ο­μα­λή και έν­νο­μη λει­τουρ­γί­α της. Έ­πει­τα ό­μως α­πό πρό­τα­ση της ε­νο­ρια­κής ε­πι­τρο­πής, στις 22 Σε­πτεμ­βρί­ου 1908 με βα­σι­λι­κό διά­ταγ­μα, το ο­ποί­ο εκ­δό­θη­κε στην ε­φη­με­ρί­δα της κυ­βερ­νή­σε­ως (φύλ­λο Σε­πτεμ­βρί­ου), συ­στά­θη­κε το κα­τα­στα­τι­κό για τη λει­τουρ­γί­α της αρ­με­νι­κής κοι­νό­τη­τας, το ο­ποί­ο α­πο­τε­λού­ταν α­πό 18 άρ­θρα. Το κα­τα­στα­τι­κό αυ­τό ή­ταν ου­σια­στι­κά η πρώ­τη ε­πί­ση­μη α­να­γνώ­ρι­ση της αρ­μενι­κής πα­ροι­κί­ας σε Α­θή­να και Πει­ραιά από την πο­λι­τεί­α. Σε πρα­κτι­κό και ου­σια­στι­κό ε­πί­πε­δο ό­μως, δεν έ­παι­ξε κα­νένα ση­μα­ντι­κό ρό­λο στα ε­πό­με­να χρό­νια και πέ­ρα­σε στη λή­θη.

 

Η σύ­ντο­μη και ί­σως α­πο­σπα­σμα­τι­κή αυ­τή κα­τα­γρα­φή γε­γο­νό­των και ι­στο­ριών εί­χε ως στό­χο να δώ­σει μια μι­κρή γεύ­ση της ε­πο­χής, τις ι­στο­ρι­κές ε­κεί­νες δε­κα­ε­τί­ες που ση­μά­δε­ψαν για πά­ντα την πο­ρεί­α του αρ­με­νι­κού και ελ­λη­νι­κού λα­ού. Μια μι­κρή αλ­λά δυ­να­μι­κή κοι­νό­τη­τα σε Α­θή­να και Πει­ραιά, που συμ­με­τεί­χε ε­νερ­γά στον α­γώ­να που γι­νό­ταν στα βου­νά της Αρ­με­νί­ας και πα­ράλ­λη­λα κα­τάφε­ρε να ε­δραιώ­σει την πα­ρου­σί­α της στην Ελ­λά­δα. Αρ­γό­τε­ρα, το 1922-1923, ό­ταν χι­λιάδες συ­μπα­τριώ­τες μας έ­φτα­σαν στην Ελ­λά­δα, η ο­μά­δα αυ­τή έ­γι­νε ο κι­νη­τή­ριος μο­χλός στην προ­σπά­θεια για ε­πι­βί­ω­ση των προ­σφύ­γων και την ά­με­ση ορ­γά­νωση εκ­κλη­σιών, σχο­λεί­ων, ορ­φα­νο­τρο­φεί­ων, συλ­λό­γων, που έ­παι­ξαν ση­μα­ντι­κό ρό­λο στη με­τέ­πει­τα ι­στο­ρί­α της αρμενικής κοι­νό­τη­τας.

 

Πη­γές:

«Η Ε­λη­νο­αρ­με­νι­κή Κοι­νό­τη­τα» - Α­με­νούν Ντα­ρε­κίρ­κ 1960, Γκά­ρο Κε­βορ­κιάν.

«Η δί­κη των Αρ­με­νί­ων Ε­πα­να­στα­τών στη Λα­μί­α» - Αρ­με­νι­κά, τεύ­χος 64. Σαρ­κίς Α­γα­μπα­τιάν.

«Αρ­με­νι­κή Μού­σα» (ε­πιλο­γή ποι­η­μά­των) Κού­λη Α­λέ­πη, 1957.

«Ι­στο­ρί­α των Αρ­με­νο-Ελ­λη­νι­κών Στρα­τιω­τι­κών Σχέ­σε­ων και Συ­νερ­γα­σί­ας», Σαμ­βέλ Ρα­μα­ζιάν, 2010.

 

 

Πηγή: armenika.gr

 

Διαβάστε περισσότερα...

117 να είναι οι… ώρες του!

Ή πώς τελικά ευόδωσαν οι προσπάθειες της επιστημονικής ομάδας του Γιούρι Ογκανεσσιάν, που ανακάλυψε το 117 στοιχείο του περιοδικού πίνακα και απέδειξε ότι άτομα με πολύ μεγάλη μάζα μπορούν να υπάρξουν και να «επιζήσουν» για περισσότερο χρόνο απ’ όσο πίστευε η πλειονότητα των θεωρητικών φυσικών.

Ο …πατέρας του Ununseptium

Ο Γιούρι Ογκανεσσιάν γεννήθηκε στις 14 Απριλίου 1933 στο Ροστόβ/Ντον στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Πρόκειται για έναν διακεκριμένο πειραματικό φυσικό που έχει διαπρέψει στον τομέα της φυσικής των ατομικών πυρήνων και των πυρηνικών αντιδράσεων. Επίσης είναι γνωστός για την πρωτοπόρο έρευνά του στη σύνθεση νέων στοιχείων του περιοδικού πίνακα. Αφού ολοκλήρωσε επιτυχώς τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Φυσικής Μηχανικής της Μόσχας το 1956, έγινε μέλος της επιστημονικής ομάδας του Ινστιτούτου Πυρηνικών Ερευνών της Ντούμπνα, όπου και τέθηκε επικεφαλής στον τομέα του επιταχυντή σωματιδίων. Στη συνέχεια πήρε του θέση του διευθυντή και του επιστημονικού επικεφαλούς του εργαστηριού πυρηνικών αντιδράσεων Φλερόβ (FLNR) και αφού ολοκλήρωσε τη διδακτορική διατριβή του έγινε καθηγητής και μόνιμο μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών (RAS). Επιπλέον κατέχει έδρα καθηγητή στον τομέα «Πειραματικές Μέθοδοι στην Πυρηνική Φυσική» του Πανεπιστημίου Φυσικής Μηχανικής της Μόσχας και είναι πρόεδρος του Συμβουλίου Διπλωματικών της Ντούμπνα. Με τους συνεργάτες του στα ερευνητικά προγράμματα που μελετούσαν τη σύνθεση των υπέρβαρων στοιχείων, ανακάλυψε από το 1999 μέχρι το 2006 τα στοιχεία με ατομικό αριθμό 113, 114, 115, 116 και 118 το οποίο είναι και το πλέον υπέρβαρο στοιχείο που έχει ανακαλυφθεί ως τώρα. Το έργο του Ογκανεσσιάν έχει αναγνωστεί για τη σημαντικότητά του στην κατανόηση των μυστηρίων της πυρηνικής φυσικής από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα και έχει βραβευθεί πάρα πολλές φορές.

Έχουμε και λέμε: 250 ημέρες αδιάκοπης λειτουργίας του αντιδραστήρα του Όακ Ριντζ, 3 μήνες απαιτούμενης ψύξης του ακτινοβολημένου υλικού, 2 φάσεις καθαρισμού και όλα αυτά για να παραχθούν μόλις 22,2 χιλιοστόγραμμα (mg) μπερκελίου! Όμως τι είναι όλα αυτά τα εξωφρενικά νούμερα και ονόματα; Προς τι η επιστημονική ομάδα του Γιούρι Ογκανεσσιάν να κάνει τόση υπομονή για μια «αστεία» ποσότητα ενός υλικού που εκτός των άλλων έχει και παράξενο όνομα; Ποιος ο λόγος να χρειαστεί μια ρωσική επιστημονική ομάδα τη βοήθεια του Εθνικού Εργαστηρίου των Η.Π.Α. στο Όακ Ριντζ, όπου συμπτωματικά το 1943, για τις ανάγκες του σχεδίου Μανχάταν, είχε εμπλακεί στην κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας των Η.Π.Α.;

Το κλειδί για όλα αυτά τα παράδοξα ερωτήματα βρίσκεται τελικά στη λέξη Ununseptium. Ununseptium ονομάζεται το 117 στοιχείο του περιοδικού πίνακα που ανακάλυψε στις 28 Φεβρουαρίου 2010, η επιστημονική ομάδα του Ινστιτούτου Πυρηνικών Ερευνών της Ντούμπνα στη Ρωσία - στην οποία ηγείται ο Γιούρι Ογκανεσσιάν. Η κωδική ονομασία Ununseptium σημαίνει στα λατινικά 117 και είναι το ανεπίσημο όνομα του στοιχείου, αφού τυπικά για να «βαφτιστεί» επίσημα πρέπει η ανακάλυψή του να επαληθευτεί και σε άλλα ερευνητικά εργαστήρια.

Τι το ιδιαίτερο, όμως, έχει η ανακάλυψη αυτή που πρέπει να περάσει φαινομενικά από τη «γραφειοκρατική» διαδικασία της επαλήθευσης και τι την κάνει τόσο σπουδαία ώστε να απασχολήσει κι άλλα ερευνητικά εργαστήρια;

 

Αυτό το… Ununseptium

Το Ununseptium ανήκει στην κατηγορία των «υπέρβαρων» στοιχείων, που είναι ιδιαίτερα ασταθή και τείνουν να διασπαστούν πάρα πολύ γρήγορα.

Για την ακρίβεια στη φύση συναντώνται μόνο τα πρώτα 92 στοιχεία του περιοδικού πίνακα, όλα τα υπόλοιπα υφίστανται μόνο υπό ελεγχόμενες εργαστηριακές συνθήκες. Η ανακάλυψη των πρώτων τεχνιτών στοιχείων - του νεπτόνιου και του πλουτώνιου - στις αρχές της δεκαετίας του ‘40, αμφισβήτησε για πρώτη φορά τα όρια της ύλης και αποτέλεσε αφορμή για την έκρηξη ερευνητικών προγραμμάτων που καταπιάνονταν με τη ραδιενεργό διάσπαση, τα βαρέα στοιχεία, τη δομή του πυρήνα των ατόμων και τη φύση των πυρηνικών αντιδράσεων. Σε όλο τον κόσμο - κυρίως στα κύρια ερευνητικά κέντρα της Γερμανίας, των Η.Π.Α., της Ιαπωνίας, της Γαλλίας όπως και στο Ινστιτούτο Πυρηνικών Ερευνών της Ντούπνα - ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου για την ανακάλυψη κι άλλων στοιχείων. Το αποτέλεσμα ήταν μέχρι τα τέλη του προηγούμενου αιώνα να ανακαλυφθούν 17 τεχνητά στοιχεία, τα οποία είχαν πάρα πολύ μικρή ημιζωή. Μάλιστα διαπιστώθηκε ότι όσο πιο «υπέρβαρα» ήταν τόσο πιο ασταθείς πυρήνες είχαν και άρα μικρότερη ζωή. Οπότε, οι επιστήμονες πίστευαν ότι δεν θα αργούσε ο καιρός να τεθούν τα όρια της ύπαρξης και ανυπαρξίας του υλικού κόσμου. Με άλλα λόγια, τα πολύ υπέρβαρα στοιχεία θεωρούνταν καταδικασμένα σε ανυπαρξία, αφού πέθαιναν εν τη γενέσει τους. Παρ’ όλα αυτά, είχε ήδη αναπτυχθεί μια πρώιμη θεωρία, που υποστήριζε ότι τα υπέρβαρα στοιχεία θα μπορούσαν να φτάσουν υπό προϋποθέσεις σε μια «χώρα σταθερότητας» που σημαίνει ότι, από ένα σημείο κι έπειτα, καθώς η μάζα των υπέρβαρων ατομικών πυρήνων θα αυξανόταν, θα αποκτούσαν όλο και πιο σταθερή δομή.

 

Το αρμενικό πείσμα

Πιστός στο ένστικτό του, ο Γιούρι Ογκανεσσιάν δεν παραιτήθηκε από τις αρχικές αποτυχίες και η ακόρεστη δίψα για νέες ανακαλύψεις δεν άργησε να επιβραβευθεί. Η υπόθεση της ύπαρξης μιας μικρής χώρας σταθερότητας επιβεβαιώθηκε επιστημονικά για πρώτη φορά στην Ντούμπνα.

Μέσα σε 5 χρόνια, από το 2000 μέχρι το 2004, κατάφεραν να συντεθούν υπέρβαρα στοιχεία με ατομικούς αριθμούς 114, 116 και 118 και αποδείχτηκε για πρώτη φορά (γεγονός που επιβεβαιώθηκε και σε άλλα εργαστήρια ανά τον κόσμο) ότι μπορούσαν να επιβιώσουν για 100 και 1000 φορές μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τους ελαφρύτερους υπέρβαρους συγγενείς τους. Στην περίπτωση του Ununseptium, υιοθετήθηκε μια επαναστατική προσέγγιση που είναι ουσιαστικά ανακάλυψη του Δρ. Ογκανεσσιάν. Το σκεπτικό ήταν ο πυρήνας να συντηχθεί από στοιχεία που έχουν περισσότερα νετρόνια, τα οποία θα αύξαναν τη σταθερότητά του. Οπότε, επιλέχθηκε μια βάση-στόχος από άτομα μπερκέλιου-249 (που αποτελείται από 97 πρωτόνια και 152 νετρόνια) η οποία βομβαρδίστηκε από άτομα ασβεστίου-48 (ένα ισότοπο που ο πυρήνας του έχει 20 πρωτόνια και 28 νετρόνια). Η παραγωγή όμως μπερκελίου δεν είναι εύκολη υπόθεση. Μπορούσε να γίνει μόνο σε έναν πανίσχυρο επιταχυντή σωματιδίων σαν αυτόν που βρίσκεται στο Όακ Ριντζ. Οι επαφές έγιναν, Ρώσοι και Αμερικάνοι τα βρήκαν και η συνέχεια είναι γνωστή.

Ο ίδιος ο Ογκανεσσιάν σημειώνει συμπερασματικά με πάθος, πως όταν επιλέγει κανείς τον δρόμο της επιστήμης, δεν πρέπει ποτέ να απογοητεύεται από τα εμπόδια που θα συναντάει ως ερευνητής, ούτε να λυπάται από τις ατυχείς στιγμές και το σημαντικότερο δεν θα πρέπει να χάνει την αυτοπεποίθησή του. Αργά ή γρήγορα, οι καρποί των προσπαθειών του θα αναγνωριστούν και το όνομά του θα αναφέρεται από τους συνεχιστές του με ευγνωμοσύνη.

 

Του Ραζμίκ Αγαμπατιάν

 

Πηγή: armenika.gr

 

Διαβάστε περισσότερα...

Η αρμενική νομισματολογία

Η νομισματολογία, κλάδος της αρχαιολογίας, είναι η επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη νομισμάτων και μεταλλίων προγενέστερων εποχών από άποψη ιστορική, πολιτική, κοινωνική, οικονομική, γλωσσική, καλλιτεχνική, γεωγραφική, συμβάλλοντας σημαντικά στην κατανόηση της δομής και της λειτουργίας των αρχαίων κοινωνιών. Είναι επίσης η μαρτυρία της παρουσίας του πολιτισμού ενός έθνους.

Η αρμενική νομισματολογία εξελίχθηκε παράλληλα με αυτήν των γειτονικών προς τους Αρμενίους λαών: Αχαιμενιδών (περσική προϊσλαμική δυναστεία, 550-330 π.Χ.), Πάρθων, Σασσανιδών (περσική δυναστεία, 226-650 μ.Χ.), Ελλήνων, Ρωμαίων, Αράβων και Τούρκων.

Τα νομίσματα εισήχθησαν στην Αρμενία ανάμεσα στον 6ο και 5ο αιώνα π.Χ. Το αρχαιότερο νόμισμα που κυκλοφόρησε στην Αρμενία είναι αυτό του Ταρέχ Α΄ (524-484 π.Χ.). Η μια όψη του απεικόνιζε το πρόσωπο των βασιλέων χωρίς επιγραφές. Η πίσω πλευρά είχε την εικόνα των παγανιστικών θεών. Οι Αχαιμενίδες κυβερνήτες ή σατράπες είχαν κόψει επίσης νομίσματα. Τα πιο γνωστά είναι αυτά του σατράπη Ορόντη (στ’ αρμενικά Γετβάρτ), σε χρυσό, ασήμι και χαλκό γύρω στο 352 π.Χ. Στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., η Αρμενία βρέθηκε υπό την επιρροή του ελληνικού νομισματικού συστήματος. Τα χρυσά νομίσματα ονομάστηκαν στατήρες, ενώ τα ασημένια δραχμές (1 στατήρας ισοδυναμούσε με 20 δραχμές). Θα κυκλοφορήσουν επίσης νομισματικές μονάδες όπως ο οβολός, το δίδραχμο, τετράδραχμο κλπ. Μετά τη νίκη του Μέγα Αλέξανδρου το 331 π.Χ. επί του Αχαιμενίδη βασιλιά Δαρείου Γ΄, θα κυκλοφορήσουν τα μακεδονικά νομίσματα, καθώς και τα παρθικά με ελληνικές επιγραφές.

 

Τα πρώτα αρμενικά νομίσματα

Από τον 3ο ως το 2ο αιώνα π.Χ. θα κάνουν την εμφάνισή τους τα εθνικά αρμενικά νομίσματα σε χαλκό σηματοδοτώντας τη χειραφέτηση του έθνους. Ο Αρμένιος ηγεμόνας Αρσάμης έκοψε το πρώτο αρμενικό νόμισμα το 230 π.Χ. και η αρμενική νομισματολογία θα γνωρίσει μεγάλη ανάπτυξη με τη δυναστεία των Αρταξιδών (Αρτασεσιάν στ’ αρμενικά).

Δεν γνωρίζουμε παρά τα νομίσματα της εποχής του βασιλιά Αρτάβασδου Β΄ (123-95 π.Χ.). Στη μια όψη απεικονιζόταν το προφίλ του βασιλιά, ενώ στη πίσω πλευρά ο Πατέρας των παγανιστικών θεών της αρμενικής μυθολογίας, δηλαδή ο Αραμάστ ή η θεά-μητέρα προστάτιδα της χώρας Αναχίτ με ελληνικές επιγραφές. Τα νομίσματα του Τιγράνη Β΄ του Μέγα (95–56 π.Χ.) με το ομοίωμά του έγραφαν στα ελληνικά: «Τιγράνης, Βασιλιάς των Βασιλέων».

Ο Τιγράνης Β΄ ο Μέγας, από τους λαμπρότερους βασιλείς αυτής της δυναστείας, έκοψε νομίσματα που θεωρούνταν τα καλύτερα της ελληνικής νομισματικής τέχνης της Ασίας. Θυμίζουμε ότι ο Τιγράνης άφησε διάδοχό του τον ελληνομαθέστατο γιο του Αρτάβασδο Γ΄ (56-30 π.Χ.), ο οποίος αιχμαλωτίστηκε με δόλο από τον Μάρκο Αντώνιο και θανατώθηκε από την Κλεοπάτρα μαζί με τη βασίλισσα και τα δυο παιδιά τους στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Από το βασιλιά Αρτάβασδο Δ΄ (4-6 μ.Χ.) και μετέπειτα, τα νομίσματα θεωρούνται αρμενο-ρωμαϊκά. Στη μια πλευρά απεικονίζεται το προφίλ του βασιλιά της Αρμενίας, ενώ στην πίσω η κεφαλή του Ρωμαίου αυτοκράτορα. Το ρωμαϊκό νομισματικό σύστημα θα εφαρμοστεί από την Ευρώπη ως την Αρμενία περνώντας από τη Μικρά Ασία. Το χρυσό νόμισμα ονομαζόταν αουρέους (aureus), το ασημένιο δηνάριο(denarius) και το χάλκινο σηστέρτιος (sesterce).

 

Η πολιτική σημασία

Το νόμισμα που είχε κόψει ο Μάρκος Αντώνιος έγραφε «Armenia devicta» (ηττημένη Αρμενία), αυτό που είχε κόψει ο Οκτάβιος «Armenia capta» (κατακτημένη Αρμενία) με την αρμενική τιάρα των Αρταξιδών.

Το έτος 17 μ.Χ., ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Τιβέριος έστειλε τον Ύπατο Γερμάνικους για να εγκαταστήσει στο θρόνο της Αρμενίας το βασιλιά Αρταξία Γ΄ (17-34 μ.Χ.). Με την ευκαιρία αυτή, η Ρώμη έκοψε ασημένια νομίσματα στα οποία απεικονιζόταν ο βασιλιάς της Αρμενίας Αρταξίας Γ΄ και ο Ρωμαίος Ύπατος Γερμάνικους με την επιγραφή Αρταξίας στα λατινικά (Αρτασές στ’ αρμενικά). Ασφαλώς, οι επιγραφές αυτές είχαν την πολιτική τους σημασία : την παρουσία της Ρώμης, «προστάτιδας» της Αρμενίας.

Το 53 μ.Χ. θα εμφανιστεί η δυναστεία των Αρσακιδών (Αρσαγκουνί στ’ αρμενικά) με την άνοδο στο θρόνο της Αρμενίας του Τιριδάτη Α΄. Δεν βρέθηκαν νομίσματα αυτής της δυναστείας καθώς ήταν μια άσχημη περίοδος για τη χώρα που βρισκόταν ρημαγμένη από την αντιπαλότητα ανάμεσα στη Ρώμη και την Περσία. Ωστόσο, ο Αντώνιος ο Ευσεβής (138-161 μ.Χ.) θα κόψει ένα νόμισμα με την επιγραφή : «Βασιλιάς δοθείς στους Αρμενίους», όταν εγκαθιστά στο θρόνο της Αρμενίας τον βασιλιά Σαμός.

Εκείνη την εποχή, οι μεγάλες μητροπόλεις είχαν το προνόμιο να κόβουν νομίσματα οπότε γνωρίζουμε αυτά που κόπηκαν στα Αρτάξατα. Στα μπρούτζινα αυτά νομίσματα που κόπηκαν το 183 μ.Χ. έγραφε στην πίσω όψη με ελληνικούς χαρακτήρες, «Μητρόπολη Αρτάξατα», ενώ μπροστά απεικονιζόταν το προφίλ μιας γυναίκας. Γύρω στο πρώτο μισό του 3ου αιώνα, η σημασία της ρωμαϊκής νομισματικής δραστηριότητας επιβραδύνεται προς όφελος νέων νομισμάτων που ήρθαν από την Περσία των Σασσανιδών και θα κυκλοφορήσουν μέχρι τα τέλη του 7ου αιώνα.

Είναι γεγονός ότι από την εποχή της περσικής κυριαρχίας, οι Αρμένιοι λάμβαναν συχνά περσικά ονόματα. Γενικά όμως εκείνη την εποχή επικρατούσε η ελληνική επιρροή. Τα νομίσματα που κυκλοφόρησαν ήταν αυτά των Σελευκιδών και των ελληνικών αποικιών του Ευξείνου Πόντου που διαδέχθηκαν τους δαρεικούς και τα αργυρά νομίσματα των Περσών βασιλέων και σατραπών. Ο Μωησής ο Χωρηνός αναφέρει ότι ο Αρταξίας έκοψε δικό του νόμισμα αλλά κάτι τέτοιο δεν έχει διασωθεί. Βρέθηκαν νομίσματα των Χαράσπη (άγνωστης χρονολογίας), Αρσάμη (περί το 230 π.Χ.), Αβδισάρη (περί το 200 π.Χ.) και Ξέρξη (περί το 170 π.Χ.) των οποίων τα ονόματα δεν αναφέρονται στους αρμενικούς καταλόγους των βασιλέων, καθώς και των Τιγράνη Β΄, Αρτάβασδου Β΄, Τιγράνη Γ΄, Τιγράνη Δ΄ και της συζύγου του Ερατούς. Όλα τα νομίσματα φέρουν ελληνικές επιγραφές, καθώς επίσημη γλώσσα θεωρείτο η ελληνική. Ο ελληνικός πολιτισμός διαδόθηκε από τον 3ο αιώνα π.Χ. και ξαπλώθηκε τα μετέπειτα χρόνια.

Το 387 μ.Χ., η Αρμενία μοιράστηκε ανάμεσα στους Πέρσες και τους Ρωμαίους, αν και διατήρησε τους βασιλείς της. Την περίοδο αυτή, γύρω στο 406, θα επινοηθεί το αρμενικό αλφάβητο από τον μοναχό Μεσρόπ Μαστότς. Το 451, στο Αβαραΐρ, σε μια μάχη με μεγάλη πολιτικο-θρησκευτική σημασία εναντίον των πυρολατρών Περσών, οι Αρμένιοι υπό τον Βαρτάν Μαμιγκονιάν θα ηττηθούν, αλλά θα διαφυλάξουν τη χριστιανική τους πίστη. Γύρω στα 652 με 653 μ.Χ, οι Σασσανίδες θα συντριβούν από τους Άραβες και η Αρμενία θα περιέλθει στην κυριαρχία του χαλιφάτου της Δαμασκού και στη συνέχεια της Βαγδάτης για μια περίοδο δυο περίπου αιώνων.

 

Σαρκίς Αγαμπατιάν

 

Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Εντουάρντ Ντερ Γαζαριάν

Το με­γα­λεί­ο ε­νός μι­κρό­κοσμου

Αν ο Θε­ός , στο γνω­στό πα­ρα­μύ­θι που δι­η­γού­νται σε μι­κρούς και με­γά­λους, δημιούρ­γη­σε τον κό­σμο σε έ­ξι μέ­ρες και κά­θι­σε την έ­βδο­μη η­μέ­ρα να ξε­κου­ρα­στεί, ο Αρ­μέ­νιος Ε­ντουάρ­ντ Ντερ Γα­ζα­ριάν- με σάρ­κα και ο­στά- έ­δω­σε ζω­ή στο μι­κρό­κο­σμο των μι­νια­τού­ρων μέ­σα σε ε­πτά εξαι­ρε­τι­κά γό­νι­μες δε­κα­ε­τί­ες και… μα το Θε­ό, δε λέ­ει να ξε­κου­ρα­στεί ού­τε λε­πτό!

Ε­νε­νή­ντα χρο­νών πλέ­ον, ο τα­λα­ντού­χος Ντερ Γα­ζα­ριάν συ­νε­χί­ζει α­κά­θε­κτος να φτιά­χνει μι­κρο­μι­νια­τού­ρες στο ερ­γα­στή­ρι του σπι­τιού του, στο Ε­ρε­βάν, με τη βο­ή­θεια ει­δι­κών ερ­γα­λεί­ων και ε­νός σύγ­χρο­νου μι­κρο­σκο­πί­ου, δε­δο­μέ­νου ότι μια ζω­ή α­σχο­λεί­ται με… τρί­χες και ό­χι μό­νο!

Φα­ντα­στεί­τε τρί­α βιο­λιά μέ­σα σε μια τρί­χα, μια υ­πέ­ρο­χη μπα­λα­ρί­να να ι­σορρο­πεί πά­νω σε μια τρί­χα, δύ­ο πυγ­μά­χοι που πα­λεύ­ουν και πά­λι πά­νω σε μια τρίχα, το μι­κρο­α­γαλ­μα­τί­διο του Τσάρ­λι Τσά­πλιν, ό­πως και έ­να ολό­κλη­ρο κα­ρα­βά­νι α­πό κα­μή­λες στο «μά­τι» μιας βε­λό­νας. Οι πο­δο­σφαι­ρό­φι­λοι μπο­ρούν να θαυ­μά­σουν ό­λη την ε­θνι­κή Βρα­ζι­λί­ας πά­νω σε μι­σό κόκ­κο ρυ­ζιού, ε­νώ οι θα­μώ­νες των κα­φε­νεί­ων το μι­κρό­τε­ρο τά­βλι του κόσμου και πά­λι το­πο­θε­τη­μέ­νο σε κόκ­κο ρυ­ζιού. Πρό­κει­ται για έρ­γα σε με­γέ­θη υπερ­βο­λι­κά μι­κρά για να γί­νουν ε­παρ­κώς α­ντι­λη­πτά α­πό το αν­θρώ­πι­νο μά­τι, πό­σο μάλ­λον για να τε­λειο­ποι­η­θούν με την πα­ρα­μι­κρή λε­πτο­μέ­ρεια, την ο­ποί­α βλέ­πει κα­νείς α­βί­α­στα μό­λις χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τον ει­δι­κό με­γε­θυ­ντι­κό φακό.

Η λί­στα με τα έρ­γα που φέ­ρουν την υ­πο­γρα­φή του Ντερ Γα­ζα­ριάν δε ε­ξα­ντλεί­ται στα πα­ρα­πά­νω (φτά­νει πε­ρί­που τις 600 μι­κρο­μι­νια­τού­ρες) και ού­τε ο ί­διος ο καλ­λι­τέ­χνης ή­ξε­ρε μέ­χρι που θα έ­φτα­νε, ό­ταν το 1947 για πρώ­τη φο­ρά πα­ρου­σί­α­σε μερι­κές α­πό τις δη­μιουρ­γί­ες του στο Ε­θνι­κό Μου­σεί­ο του Ε­ρε­βάν.

Ό­ταν η εί­δη­ση τα­ξί­δε­ψε σε ό­λο τον κό­σμο, η γερ­μα­νι­κή ε­φη­με­ρί­δα Berliner Zeitung φι­λο­ξέ­νη­σε μια ε­πι­στο­λή δυ­σπι­στί­ας ε­νός α­να­γνώ­στη σχε­τι­κά με το «α­πί­θα­νο» εγ­χεί­ρη­μα του Ντερ Γα­ζα­ριάν. Ο Αρ­μέ­νιος έ­στει­λε στην ε­φη­μερί­δα μια ά­σπρη τρί­χα α­πό τα μαλ­λιά της μη­τέ­ρας του, πά­νω στην οποί­α εί­χε χα­ρά­ξει την λα­κω­νι­κή α­πά­ντη­σή του: «Α­δερ­φι­κοί χαι­ρε­τι­σμοί α­πό τον αρ­με­νι­κό στο γερ­μα­νι­κό λα­ό». Ο θό­ρυ­βος ε­νός τόσο μι­κρού πράγ­μα­τος ή­ταν εκ­κω­φα­ντι­κός.

Η νε­ό­πλα­στη τέ­χνη του εί­χε τό­σο με­γά­λη α­πή­χη­ση που αρ­κε­τές α­πό τις μι­κρο­μι­νια­τού­ρες του προ­σφέρ­θη­καν ως δώ­ρα σε προ­σω­πι­κό­τη­τες ό­πως ο Βα­ζγκέν Α’, ο Στά­λιν και η Ε­λι­σά­βετ Β’, ε­νώ ό­ταν- αρ­κε­τά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα- ο καλ­λι­τέ­χνης ε­ξέ­θε­σε τα έρ­γα του στο ε­ξω­τε­ρι­κό και συ­γκε­κρι­μέ­να στο Λος Ά­ντζε­λες, το α­με­ρι­κα­νι­κό κοι­νό τα χα­ρα­κτή­ρι­σε ως το «ό­γδο­ο θαύ­μα» του κόσμου.

 

Ει­ρη­νι­στής και πο­λυ­πράγ­μων


Την ί­δια ε­πο­χή, μια α­κό­μη ε­πι­τυ­χί­α- οι κι­νού­με­νες μι­κρο­μι­νια­τού­ρες- έ­μελλε να α­πο­τε­λέ­σει ο­ρό­ση­μο για τη ζω­ή και το έρ­γο του καλ­λι­τέ­χνη. Μπο­ρεί να ακού­γε­ται α­πί­στευ­το κι ό­μως, ο Ντερ Γα­ζα­ριάν κα­τά­φε­ρε να κά­νει τις μι­νια­τού­ρες του να κι­νού­νται χω­ρίς να ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται κα­μί­α κί­νη­ση. Έ­να α­πό αυ­τά τα δη­μιουρ­γή­μα­τα εί­ναι οι πυγ­μά­χοι, οι ο­ποί­οι πά­νω στη λε­πτή τρί­χα κι­νού­νται α­διά­κο­πα χω­ρίς να πέ­φτουν α­πό πά­νω της. Εί­ναι ά­ξιο α­να­φο­ράς ό­τι το φαι­νόμε­νο αυ­τό δεν έ­χουν κα­τα­φέ­ρει να το ερ­μη­νεύ­σουν ε­πι­στή­μο­νες, που με­λέ­τησαν τη μυ­στή­ρια δυ­να­μι­κή των εν λό­γω μι­νια­τού­ρων, ού­τε ό­μως και ο ί­διος ο Ντερ Γα­ζα­ριάν. Μάλ­λον η πα­ρα­πά­νω δυ­να­μι­κή προ­έρ­χε­ται α­πό τον ί­διο.

Πώς αλ­λιώς να ε­ξη­γή­σου­με το γε­γο­νός ό­τι ε­κτός α­πό ά­ρι­στος χει­ρο­τέ­χνης, έ­χει συγχρό­νως υ­πάρ­ξει για πολ­λά χρό­νια το πρώ­το βιο­λί της φι­λαρ­μο­νι­κής ορ­χή­στρας της Αρ­με­νί­ας, φτιά­χνο­ντας πα­ράλ­λη­λα μου­σι­κά όρ­γα­να- κυ­ρί­ως βιο­λιά, τα ο­ποί­α σε ή­χο μπο­ρούν να α­ντα­γω­νι­στούν αυ­τά του Στρα­τι­βά­ριους (α­νά­με­σα τους και έ­να βιο­λί 16 χι­λιο­στών με το ο­ποί­ο έ­χει δώ­σει συ­ναυ­λί­α);

H πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νη του δεν στα­μα­τά ε­δώ, κα­θώς ο ί­διος τρέ­φει ι­διαί­τε­ρη α­γά­πη και για την… κα­νο­νι­κού με­γέ­θους ζω­γρα­φική, έ­χο­ντας ζω­γρα­φί­σει πε­ρί τις 1500 κα­ρι­κα­τού­ρες. Ε­πί­σης, εί­ναι ο­δο­ντί­ατρος με ση­μα­ντι­κή προ­σφο­ρά στον ευ­ρύ­τε­ρο χώ­ρο της ια­τρι­κής, καθώς έ­χει κα­τα­σκευά­σει μι­κρο­σκο­πι­κά ερ­γα­λεί­α, χά­ρη στα ο­ποί­α πλέ­ον μπο­ρούν να πραγ­μα­το­ποι­η­θούν συ­γκε­κρι­μέ­νες χει­ρουρ­γι­κές ε­πεμ­βά­σεις.

Καλ­λι­τέ­χνης, αν­θρω­πι­στής και κατ’ ε­πέ­κτα­ση ει­ρη­νι­στής, ο Ντερ Γα­ζα­ριάν α­ποφά­σι­σε τη δε­κα­ε­τί­α του 1980 να δώ­σει ρε­σι­τάλ ει­ρή­νης, εν μέ­σω του α­πει­λη­τι­κά θερ­μού Ψυ­χρού Πο­λέ­μου στο δι­χο­το­μη­μέ­νο Βε­ρο­λί­νο, «πυ­ρο­βο­λώ­ντας» μου­σική σε ό­σους πα­ρευ­ρέ­θη­σαν στη συ­ναυ­λί­α του ε­κεί­νη την η­μέ­ρα.

Εί­χε πά­ρει ένα κοι­νό Κα­λά­σνι­κοφ, το­πο­θε­τώ­ντας πά­νω του -και παί­ζο­ντας- σα­ρά­ντα δι­κά του μου­σι­κά όρ­γα­να.

Δυ­στυ­χώς ό­μως, ό­πως α­ποδεί­χθη­κε τις ε­πό­με­νες δύ­ο δε­κα­ε­τί­ες, οι πρό­ε­δροι και οι στρα­τη­γοί μάλ­λον προ­τί­μη­σαν την πα­ρα­δο­σια­κή χρή­ση του Κα­λά­σνι­κοφ…

Σή­με­ρα, τα η­νί­α έ­χει α­να­λά­βει ο γιος του, ο ο­ποί­ος -ό­πως ό­λα δεί­χνουν- θα είναι έ­νας α­πό τους λί­γους συ­νε­χι­στές της τέ­χνης αυ­τής στον 21ο αιώ­να. Μέ­χρι ό­μως τον 22ο που θα ψά­χνου­με για τον ε­πό­με­νο …ας α­πο­λαύ­σου­με!


Του Αρ­μάν Με­νε­τιάν



Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Στον διαδικτυακό τόπο μας χρησιμοποιούμε Cookies με σκοπό τη βελτίωση της online εμπειρίας σας. Επιλέγοντας να συνεχίσετε την περιήγησή σας σε αυτόν, αποδέχεστε αυτομάτως τη χρήση των cookies. Περισσότερα...

Πολιτική Απορρήτου - Όροι Χρήσης - Περιορισμός Ευθύνης - Επικοινωνία Σχετικά με Προσωπικά Δεδομένα
Αποδέχομαι

Newsletter