Menu

Πως ο Βαχάν Ντεριάν διέσωσε τους «θησαυρούς» του Ετσμιατζίν

Η παρακάτω παράξενη και μυστηριώδης ιστορία έλαβε χώρα το χειμώνα του 1914, παραμονές της σύγκρουσης Ρώσων και Τούρκων στην επαρχία Σαριγαμίς, όχι πολύ μακριά από το Ερεβάν. Με ορατό τον κίνδυνο, -σε περίπτωση ήττας των ρωσικών στρατευμάτων- ο Εμβέρ να προελάσει ανενόχλητος μέχρι την αρμενική πρωτεύουσα, ο Καθολικός Κεβόρκ ο 5ος πείρε μια παράτολμη απόφαση. Καλώντας όλους τους υψηλόβαθμους κληρικούς, ανακοίνωσε την πρότασή του να στείλουν στη Μόσχα όλα τα σπάνια χειρόγραφα, τα πολύτιμα αντικείμενα και οτιδήποτε αξίας υπήρχε στο Ετσμιατζίν.
Παρόλο που η πρόταση προκάλεσε την έκπληξη κάποιων ιεραρχών, ο Καθολικός κατάφερε να τους πείσει ότι ο κίνδυνος ήταν μεγάλος και ότι η κίνηση αυτή ήταν η πιο ενδεδειγμένη.
Έτσι, άρχισε η συσκευασία των «θησαυρών» του Ετσμιατζίν, που τοποθετήθηκαν σε 147 μεγάλα κιβώτια και σφραγίστηκαν με την πατριαρχική βούλα. Κατόπιν, μεταφέρθηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό και πήραν το δρόμο για τη ρωσική πρωτεύουσα με τη συνοδεία τριών έμπιστων ανδρών. Ο όρος που ετέθη σε όσους συμμετείχαν στην όλη προσπάθεια ήταν η απόλυτη εχεμύθεια.
Το φορτίο έφτασε στη Μόσχα το Φεβρουάριο του 1915 και παρελήφθη από μέλη της εκεί αρμενικής κοινότητας που είχαν ειδοποιηθεί κι είχαν πραγματοποιήσει όλες τις προπαρασκευαστικές εργασίες. Από τους αρμόδιους προτάθηκαν στον Καθολικό τρεις τοποθεσίες για τη φύλαξη των αντικειμένων, ο οποίος τελικά αποφάσισε να φυλαχθούν στην αρμενική εκκλησία του Τίμιου Σταυρού. Με πολλές άμαξες, οι οποίες είχαν νοικιασθεί γι’ αυτόν το σκοπό, οι «θησαυροί», με την απαραίτητη συνοδεία, μεταφέρθηκαν από τον σταθμό στην εκκλησία, όπου είχαν αντικατασταθεί οι πόρτες και τα παράθυρα από καινούριες ατσάλινες κατασκευές που παρείχαν την ύψιστη ασφάλεια. Γύρω από το ναό, κάθε βράδυ, ιερείς και μέλη της κοινότητας πραγματοποιούσαν περιπολίες. Κάθε δύο μήνες, με άκρα μυστικότητα, ανοίγονταν τα κιβώτια που περιείχαν τα χειρόγραφα, έτσι ώστε να αεριστούν και να αποφευχθεί η καταστροφή τους από την υγρασία.
Η παραμονή τους εκεί συνέπεσε με την Οκτωβριανή επανάσταση. Υπεύθυνος κομισάριος του γραφείου αρμενικών υποθέσεων ορίστηκε ο Αρμένιος μπολσεβίκος Μπογός Μανγκιτσιάν, ο οποίος σύντομα έμαθε το μυστικό της εκκλησίας του Τίμιου Σταυρού. Λίγο καιρό αργότερα, διαδόθηκε η είδηση ότι ο Μανγκιτσιάν θα διατάξει τη μεταφορά των «θησαυρών» από την αρμενική εκκλησία στο Μουσείο «Αλέξανδρος Γ’» της Μόσχας (το σημερινό Κρατικό Ιστορικό Μουσείο). Το νέο, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στην αρμενική κοινότητα της Μόσχας, καθώς θεωρήθηκε προκλητική και αντιαρμενική ενέργεια. Συνεκλήθη έκτακτο συμβούλιο με τη συμμετοχή όλων των αρχών της παροικίας κι αποφασίστηκε να υπερασπιστούν τους «θησαυρούς» πάση θυσία και με οποιοδήποτε τίμημα. Πριν, όμως, προχωρήσουν σε ευθεία αντιπαράθεση με τον κομισάριο, προτάθηκε να τον επισκεφθεί μια αντιπροσωπεία αποτελούμενη από πέντε άτομα και να του θέσει τις απόψεις και τη θέση της παροικίας πάνω στο επίμαχο ζήτημα, παρόλο που όσοι τον γνώριζαν συμφωνούσαν ότι ήταν σχεδόν αδύνατο να αλλάξει γνώμη. Ένα τυχαίο, όμως, περιστατικό έμελλε να ανατρέψει την όλη κατάσταση.
Την ημέρα που είχε αποφασιστεί να επισκεφθούν τον Μανγκιτσιάν, κι ενώ κατευθύνονταν προς τα εκεί, λίγα μέτρα πριν φτάσουν συνάντησαν τον ποιητή Βαχάν Ντεριάν, ο οποίος έτυχε να περνάει από εκείνο το σημείο. Ο Ντεριάν, πέρα από προσωπικός φίλος του Μανγκιτσιάν, είχε οριστεί εκείνη την εποχή μέλος του συνεδρίου των Λαών της Σοβιετικής Ένωσης εκ μέρους της Αρμενίας. Ακούγοντας τον σκοπό της επίσκεψης, αποφάσισε να τους συνοδεύσει στο σπίτι του φίλου του.
Ο Μανγκιτσιάν, αφού τους υποδέχθηκε, επανέλαβε την άποψή του περί μεταφοράς των «θησαυρών», υποστηρίζοντας ότι η παραμονή τους στην εκκλησία εγκυμονεί πολλούς κινδύνους, μεταξύ των οποίων ο φόβος για αρπαγή τους, όπως και η καταστροφή των πολύτιμων χειρογράφων από την υγρασία κι από τα τρωκτικά, προσθέτοντας ότι, πέρα από αυτά, η έκθεσή τους στο Μουσείο θα έκανε γνωστή την Αρμενία και τον πολιτισμό της στο ρωσικό λαό. Ανέφερε μάλιστα πως σκεπτόταν να ορίσει τον φιλοαρμένιο αρμενομαθή καθηγητή Νικόλαο Αντόντσιν υπεύθυνο προστασίας των χειρογράφων.
Κατόπιν, το λόγο πήρε ο Βαχάν Ντεριάν, παραθέτοντας τα δικά του επιχειρήματα, τα οποία είχαν ως βασική αρχή το ότι είναι απαράδεκτο, αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς της Αρμενίας να οικειοποιηθούν από μια ξένη χώρα και να εκτίθενται σε ξένα μουσεία. Αναφέρθηκε, επίσης, εκτενώς στο θέμα της κατάληψης της Μόσχας από τους Γερμανούς -καθώς είχε αρχίσει η γερμανική αντεπίθεση κατά των διαλυμένων από την επανάσταση ρωσικών δυνάμεων- και τον κίνδυνο που θα διέτρεχαν οι «θησαυροί» από τυχόν λεηλασία του Μουσείου και ολοκλήρωσε με τα παρακάτω λόγια, όπως τα αναφέρει ο πατέρας Αρσέν Σιμονιάν που ήταν παρών στη συνάντηση:
«Αγαπητέ Μπογός, η Αρμενική Εκκλησία είναι το πιο ασφαλές μέρος για τα χειρόγραφα και τα υπόλοιπα αντικείμενά μας. Είναι απόμερο, δεν δίνει στόχο και ουδείς μπορεί να υποψιαστεί τι θησαυρός κρύβεται εκεί μέσα, ούτε καν οι Γερμανοί στην απευκταία περίπτωση που καταλάβουν τη Μόσχα. Οπότε πιστεύω ότι, για την ώρα, πρέπει να τα αφήσουμε εκεί και να μην τα μεταφέρουμε πουθενά».
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε τη μεγάλη επιρροή που ασκούσε ο ποιητής πάνω στον Μανγκιτσιάν, καθώς με τον πράο και μειλίχιο χαρακτήρα του εξισορροπούσε τον παρορμητισμό του φίλου του και πάρα πολλές φορές κατάφερνε να του αλλάξει τη γνώμη σε αρκετά θέματα. Αυτό συνέβη και σε αυτήν την περίπτωση. Ο κομισάριος πείσθηκε από τα λογικά επιχειρήματα του Ντεριάν και συμφώνησε να μείνουν όλα ως είχαν.
Δυστυχώς, ο Βαχάν Ντεριάν δεν έζησε για να δει την επιστροφή των «θησαυρών» -που ο ίδιος ουσιαστικά έσωσε- στην Αρμενία, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1922.
Από τα αρχικά 147 κιβώτια, τα 30 χάθηκαν και εικάζεται ότι περιείχαν τους πολυτιμότερους και πιο σπάνιους «θησαυρούς» του Ετσμιατζίν. Πάντως, σαφείς αναφορές για το τι ακριβώς περιείχαν τα χαμένα κιβώτια δεν υπήρξαν ποτέ.

 

Οβίκ Ζαρχντσιάν
Μετάφραση: Οβαννές Γαζαριάν

 

Πηγή: armenika.gr

Το μοναστηριακό συγκρότημα Τατιβάνκ

Στη δενδρόφυτη πλαγιά του όρους Μραβ, στην αριστερή όχθη του ποταμού Ταρτάρ της επαρχίας Σαουμιάν στο βόρειο Όρτσα (Ναγκόρνο Καραμπάχ) ξεπροβάλλει το μοναστηριακό συγκρότημα Τατιβάνκ, εξαιρετικό δείγμα της αρμενικής μεσαιωνικής ναοδομίας. Ονομάζεται και Χουταβάνκ, γιατί είναι χτισμένο πάνω σε «χουτ» (λοφίσκο). Υπήρξε Μητρόπολη, πολιτιστικό και πνευματικό κέντρο του Άνω Χατσέν, με δύο ναούς, δύο παρεκκλήσια, κελιά, ξενώνα, βιβλιοθήκη, εργαστήριο και άλλα κτίσματα. Πολλές φορές υπέστη καταστροφές από επιδρομές των Αράβων και των Σελτζούκων Τούρκων. Κάθε φορά, όμως, ανακατασκευαζόταν ακόμα πιο λαμπρό.
Σύμφωνα με την παράδοση, θεμελιώθηκε τον 1ο μ.Χ. αιώνα, εκεί όπου μαρτύρησε και τάφηκε ο Άγιος Δάδιος (Դադ), ένας από τους 70 μαθητές του Απόστολου Θαδδαίου που κήρυξε το χριστιανισμό στο Αρτσάχ. Τον 5ο αιώνα μνημονεύεται ως επισκοπή. Τον 7ο αιώνα λεηλατείται από τους Άραβες. Πληροφορίες για την περίοδο αυτή αντλούνται από επιγραφές που έχουν διασωθεί στο χώρο της Μονής σχεδόν αναλλοίωτες. Αναφορές για κατασκευαστικά έργα υπάρχουν από τον 9ο αιώνα. Το 12ο αιώνα η Μονή καταστρέφεται ολοσχερώς από τους Σελτζούκους.
Στολίδι του συγκροτήματος θεωρείται η Καθολική Εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία, ο μεγαλοπρεπέστερος από τους τέσσερις ναούς του. Η ανέγερσή της πραγματοποιήθηκε το 13ο αιώνα με απόφαση της πριγκίπισσας του Χατέρκ, Αρζουχατούν.
Με αυτόν τον τρόπο θέλησε να τιμήσει τους γιους της, Χασσάν και Κρικόρ, που σκοτώθηκαν πολεμώντας τους Σελτζούκους, καθώς και τη μνήμη του συζύγου της, πρίγκιπα Βαχτάνκ.
Διακοσμείται με όμορφες παραστάσεις. Οι τοιχογραφίες του νότιου τοιχώματος, σύμφωνα με το χρονογράφο Γκιραγκός Καντσαγκετσί, αγιογραφήθηκαν από την ίδια την Αρζουχατούν.
Σε πλήρη αρμονία με τον Καθολικό ναό αλλά και το ευρύτερο περιβάλλον δεσπόζει διώροφο καμπαναριό. Στη δυτική του πλευρά βρίσκονται δύο άρτια διατηρημένες σταυρόπετρες. Θεωρούνται έργα υψηλής καλλιτεχνικής αισθητικής. Ακόμα, στο μοναστηριακό συγκρότημα βρίσκεται ο οικογενειακός τάφος του Οίκου των Βαχτανιάν, αρχόντων του Πριγκιπάτου του Χατέρκ.
Το 1920 η Μονή περιέρχεται υπό αζερική κατοχή. Παύει η λειτουργία της και τα περιουσιακά της στοιχεία δημεύονται. Το 1960 η τοπική κυβέρνηση του Σοβιετικού Αζερμπαϊτζάν προχωρά στην ίδρυση οικισμού στα όρια του μοναστηριακού συγκροτήματος. Οι νέοι κάτοικοι προξενούν ζημιές στο χώρο.
Στις 31 Μαρτίου του 1993 το Τατιβάνκ απελευθερώνεται και από το επόμενο έτος ξεκινούν σταδιακά εργασίες αποκατάστασης.
Το 2001, μετά από συμβούλιο αντιπροσώπων 16 ευρωπαϊκών κρατών, μεταξύ των οποίων η Αρμενία, η Ελλάδα, η Κύπρος, η Ρωσία και η Ιταλία, υπογράφτηκε ψήφισμα, το οποίο καταδικάζει την αζερική καταστροφική τακτική και ο μοναστηριακός χώρος κηρύσσεται μνημείο ιστορικής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Το 2007 ανακαλύπτονται, κατά τη διάρκεια ανασκαφών, τα ιερά λείψανα του Αγίου Δάδιου κάτω από το Ιερό ενός από τους ναούς του συγκροτήματος.
Η ειδυλλιακή τοποθεσία του Τατιβάνκ, σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερης ομορφιάς κομψοτεχνήματα, το καθιστούν ως έναν από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς του Αρτσάχ.

 

Ζακ Νταματιάν

 

Πηγή: armenika.gr

Αρμένικα μνημεία στον Κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO

Η μεσαιωνική πρωτεύουσα της Αρμενίας, το κόσμημα της αρμενικής αρχιτεκτονικής, η ερειπωμένη αλλά πάντα γοητευτική πόλη Ανί περιλαμβάνεται πλέον στον αναγνωρισμένου κύρους Κατάλογο Μνημείωντης Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO!
Η απόφαση ελήφθη στις 15 Ιουλίου, κατά την 40η σύνοδο της Επιτροπής Παγκόσμιας Κληρονομιάς του διεθνούς οργανισμού, που, κατά μία παράδοξη σύμπτωση, συνήλθε στη Κωνσταντινούπολη!
Η Ανί,η πόλη με τις «χίλιες και μία εκκλησίες και τις σαράντα πύλες», όπως έμεινε γνωστή στην ιστορία, βρίσκεται στην τουρκοκρατούμενη επαρχία Γκαρς, σε υψόμετρο 1.465 μέτρων, πάνω στα κλειστά αρμενο-τουρκικά σύνορα, που οριοθετούνται από τον ποταμό Αχουριάν, παραπόταμο του Αράξη. Με πληθυσμό 200.000 κατοίκων στην ακμή της, υπήρξε η λαμπρή πρωτεύουσα της αρμενικής δυναστείας των Βαγρατιδών, κατά τον 10ο – 11ο αιώνα, σταυροδρόμι εμπορικών δρόμων Βυζαντινών, Περσών, Αράβων και άλλων, που ανταγωνιζόταν την Κωνσταντινούπολη και τη Βαγδάτη.
Τα παλάτια και οι οχυρώσεις της, οι ναοί και τα μοναστήρια της θεωρούνταν από τις καλύτερες κατασκευές,ως προς την τεχνική και την αισθητική τους. Ήταν όλα κατασκευασμένα από ένα τοπικό ηφαιστειογενές πέτρωμα, το βασάλτη, που υπάρχει άφθονο και σε ποικιλία χρωμάτων - από κίτρινο έως κόκκινο-τριανταφυλλί και κατάμαυρο -, και καθώς λαξεύεται πολύ εύκολα, προσφέρεται για την λεπτή και περίτεχνη διακόσμηση των λαμπρών μνημείων.
Παρόλα τα μεγαλεία του παρελθόντος, η Ανί σήμερα είναι μια πόλη φάντασμα, ερειπωμένη και εγκαταλελειμμένη από αιώνες. Δέχθηκε βάρβαρες επιθέσεις και καταστροφές από Σελτζούκους, Μογγόλους, Οθωμανούς, αλλά και από την ίδια τη φύση, με κατά καιρούς ισχυρούς σεισμούς. Αλλά και οι ερασιτεχνικές ανασκαφές και αναστηλώσεις, όπως και οι πολιτικές «πολιτισμικής εκκαθάρισης» της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια που συνέβαλαν στην περαιτέρω καταστροφή των μνημείων.
Σύμφωνα με τον κανονισμό της UNESCO, το αίτημα για την ένταξη ενός μνημείου στον Κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς υποβάλλεται από τη χώρα στην επικράτεια της οποίας βρίσκεται το μνημείο. Στην περίπτωση της Ανί, το αίτημα υποβλήθηκε από την Τουρκία, εφόσον η Ανί βρίσκεται σήμερα στα κατεχόμενα από την Τουρκία αρμενικά εδάφη. Στην αρχική του μορφή,το αίτημα δεν ήταν ολοκληρωμένο, γιαυτό και αναπέμφθηκε για επανεξέταση και συμπλήρωση. Ο νέος φάκελος, πιο άρτιος και ολοκληρωμένος, περιγράφει λεπτομερώς την ιστορική διαδρομή του μνημείου, αλλά και την αρχαιολογική του αξία, έτσι ώστε εμφαντικά και με κάθε λεπτομέρεια να προβάλλεται η αρμενικότητά του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι,στον τουρκικό «ενδεικτικό κατάλογο» προς ένταξη στη λίστα των μνημείων της UNESCO, έχουν συμπεριληφθεί δύο ακόμη σημαντικά αρμενικά μνημεία, ο ναός του Τιμίου Σταυρού (921μ.Χ) στη νήσο Αχταμάρ της λίμνης Βαν, με ημερομηνία υποβολής 13.04.15,και το φρούριο και η παλιά πόλη του Βαν, με ημερομηνία υποβολής 13.04.2016. «Ενδεικτικός» είναι ο κατάλογος αξιόλογων μνημείων που συντάσσει ένα συμβαλλόμενο κράτος, και υποβάλλει προς εξέταση στο Κέντρο Παγκόσμιας Κληρονομιάς, με το αίτημα της εξέτασης και ένταξής τους στο κατάλογο των μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάςτης UNESCO.
Η ένταξη των μνημείων στον οριστικό κατάλογο σημαίνει ότι,η Τουρκία υποχρεώνεται να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα και τις εγγυήσεις, για να προστατευθούν και να διατηρηθούν τα μνημεία και κατά τακτά διαστήματα να υποβάλει στην UNESCO σχετικές εκθέσεις-αναφορές. Υποχρεώνεται, ως εκ τούτου, ως προς την Ανί τουλάχιστον, να μεταβάλει την τακτική που επί δεκαετίες ακολούθησε, αφήνοντας τα αναρίθμητα πολιτισμικά μνημεία στην τύχη τους, έρμαια στα στοιχεία της φύσης ή στους βανδαλισμούς.
Πάνω από το 70% των αρμενικών πολιτισμικών μνημείων βρίσκεται εκτός των συνόρων της Δημοκρατίας της Αρμενίας, σε τέσσερις γειτονικές χώρες. Γιαυτό και η αντιπροσωπεία της Αρμενίας στην UNESCO κινείται δραστήρια, από την πρώτη μέρα της ένταξής της στον Οργανισμό. Τονίζει την ανάγκη προστασίας των πολυάριθμων αυτών αρμενικών θησαυρών, που δεν τυγχάνουν της δέουσας προσοχής, τονίζοντας την πανανθρώπινη αξία της πολιτισμικής κληρονομιάς συνολικά, αλλά και μεμονωμένα, όπως στην περίπτωση της Ανί, όπου και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο.
Η Ανί, ωστόσο, δεν είναι το πρώτο συγκρότημα αρμενικών μνημείων εκτός Αρμενίας, που εντάσσεται στον κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Ήδη από το 2008, στον ίδιο κατάλογο έχουν περιληφθεί τρία σπουδαία αρμενικά μνημεία, που βρίσκονται στην επικράτεια του Ιράν. Πρόκειται για τα δύο μοναστηριακά συγκροτήματα του Αγίου Θαδδαίου (Σουρπ Ταττεΐ Βανκ) του 7ου αι. και του Αγίου Στεφάνου (Σουρπ Στεπανοσί Βανκ) και το παρεκκλήσι της Παναγίας, το μόνο μνημείο που διασώθηκε από το σπουδαίο μοναστηριακό συγκρότημα του Τζορ-Τζορ. Και τα τρία αυτά συγκροτήματα, που βρίσκονται στο βορειοδυτικό τμήμα του Ιράν, περιγράφονται στον κατάλογο, ως χαρακτηριστικά δείγματα της αρμενικής αρχιτεκτονικής και της διακοσμητικής παράδοσης, με ιδιαίτερη οικουμενική αξία. Αποτελούν την αδιάψευστη μαρτυρία των ορίων του αρμενικού πολιτισμού στην περιοχή, αλλά και την διάχυση και αλληλεπίδρασή του με τους γειτονικούς πολιτισμούς του Βυζαντίου, της Περσίας, των Ασσυρίων…
Πολυάριθμα είναι, φυσικά, τόσο τα προϊστορικά, όσο και τα ιστορικά μεσαιωνικά μνημεία,εντός της επικράτειαςτης Αρμενίας. Ήδη, τρία μοναστηριακά συγκροτήματα έχουν ενταχθεί στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.
Το μοναστηριακό συγκρότημα του Χαγμπάτ (τέλη 10ου αι.), εξαιρετικό δείγμα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, που αναπτύχθηκε στην Αρμενία από τον 10ο έως τον 13ο αιώνα, λόγω της ανάμειξης παραδοσιακών αμιγώς αρμενικών χαρακτηριστικών με στοιχεία βυζαντινής ναοδομίας. Περιλαμβάνει τρεις ναούς, πλούσια βιβλιοθήκη και τυπογραφείο, παρεκκλήσια, τάφους και περίτεχνα λαξευμένες σταυρόπετρες (χατσκάρ). Η μονή, εντός της οποίας λειτούργησε και πανεπιστήμιο, αποτέλεσε σπουδαίο πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο, καθόλη τη διάρκεια του μεσαίωνα.Στον Κατάλογο της UNESCO εντάχθηκε το 1996.
Το μοναστηριακό συγκρότημα Σαναχίν (966 μ.Χ.), απλώνεται σε μια κατάφυτη βουνοπλαγιά, κοντά στην πόλη Αλαβερντί. Αποτέλεσε διοικητική έδρα της δυναστείας των Γκιουρικιάν, επισκοπική έδρα και σπουδαίο πνευματικό κέντρο, με πανεπιστήμιο και βιβλιοθήκη. Κατά την εισβολή των Μογγόλων το 1235 μ.Χ. η μονή υπέστη μεγάλες καταστροφές. Σήμερα διασώζονται δύο μεγάλοι ναοί, ένα παρεκκλήσι, το κωδωνοστάσιο, η ακαδημία, το κτήριο της βιβλιοθήκης, τα κελιά των μοναχών, όπως και οι τάφοι της δυναστείας των Γκιουρικιάν. Στον Κατάλογο της UNESCO εντάχθηκε το 1996.
Ο Καθεδρικός Ναός της Αγίας Έδρας του Ετσμιατζίν, οι ναοί της ευρύτερης περιοχής και ο αρχαιολογικός χώρος του Ζεβαρτνότς, ως ενιαία ενότητα, εντάχθηκαν στον Κατάλογο της UNESCO το έτος 2000. Στο συγκρότημα περιλαμβάνονται αναλυτικά:
Ο ναός του Ετσμιατζίν (301 – 303 μ.Χ.) ανεγέρθηκε από τον βασιλιά Ντερτάτ, πάνω στα ερείπια ειδωλολατρικού ναού, καθ’ υπόδειξη του Αγίου Γρηγορίου του Φωτιστή, που δίδαξε τον Χριστιανισμό στην Αρμενία, και είναι ένα από τα αρχαιότερα χριστιανικά μνημεία στην Ευρώπη. Το κύριο τμήμα του ναού υπό την σημερινή του μορφή, ανακατασκευάστηκε το 483-4 μ.Χ., δεδομένου ότι είχε υποστεί σοβαρές ζημίες από την εισβολή των Περσών. Σηματοδοτεί την απαρχή της αρμενικής ναοδομίας με τη μορφή σταυροειδούς μετά τρούλου, που άσκησε βαθιά επίδραση στην αρχιτεκτονική και καλλιτεχνική ανάπτυξη της περιοχής στους μετέπειτα αιώνες. Είναι η Έδρα του Καθολικού Πατριάρχη απάντων των Αρμενίων, πνευματικό και διοικητικό κέντρο της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας.
Ο ναός της Αγίας Χριψιμέ (618 μ.Χ.), στα ανατολικά της πόλης Ετσμιατζίν, ένα από τα αριστουργήματα της πρώιμης μεσαιωνικής αρμενικής αρχιτεκτονικής και από τις πιο πολύπλοκες αρχιτεκτονικές συνθέσεις.
Ο ναός της Καγιανέ (395 μ.Χ.), νότια της πόληςτου Ετσμιατζίν, στον τόπο μαρτυρίου της Καγιανέ και των δύο συντρόφων της, μία κομψή τετράκλιτη βασιλική μετά τρούλου, με εντυπωσιακό εσωτερικό διάκοσμο.
Ο ναός Σογαγκάτ, ένα μικρό αλλά όμορφο αρχιτεκτονικό μνημείο, ανεγερθέν το 1694 μ. Χ.
Ο ναός της Παναγίας, στο κέντρο της πόλης του Ετσμιατζίν, είναι από τα νεότερα κτήρια στο αρχιτεκτονικό συγκρότημα του Ετσμιατζίν, ανεγέρθηκε μόλις… το 1767 μ.Χ.
Και τέλος, ο μεγαλοπρεπής ναός του Ζεβαρτνότς, που ανεγέρθηκε πάνω στα ερείπια παγανιστικού ναού, το 643 – 652 μ. Χ. και παρέμεινε ορθός μέχρι τον 10ο αι. Η σημερινή ερειπωμένη μορφή του οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα σε ισχυρό σεισμό.
Το 2000, στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, εντάχθηκε και το μοναστηριακό συγκρότημα του Κεγάρτ, μαζί με το ιδιαίτερου φυσικού κάλλους περιβάλλον τοπίο. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά καλά διατηρημένο μνημείο, πάνω σε πανύψηλους βράχους, στην είσοδο της κοιλάδας του ποταμού Αζάτ. Ο κεντρικός ναός με την υπέροχη ακουστική του και τα υπόλοιπα μνημεία – παρεκκλήσια, τάφοι, σταυρόπετρες – , λαξευμένα μέσα στο βράχο, χρονολογούμενα από τον 4ο έως τον 13ο αι., συνιστούν την κορύφωση της αρμενικής μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής και της διακοσμητικής τέχνης.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι διάσπαρτα σ’ όλη την επικράτεια της Αρμενίας υπάρχουν αναρίθμητα μνημεία – κυρίως μοναστηριακά συγκροτήματα – που χρήζουν προστασίας, ήδη από το 1995, η Αρμενία έχει υποβάλει στην UNESCO «Ενδεικτικό Κατάλογο», στον οποίο περιλαμβάνονται: ο αρχαιολογικός χώρος της πόλης Τβίν (335 μ.Χ.), η τρίκλιτη βασιλική και ο αρχαιολογικός χώρος του Γιερερούικ (4-5μ.Χ. αι.), το τεράστιο και καλοδιατηρημένο μοναστηριακό συγκρότημα του Ντατέβ (9ος αι. μ.Χ.)μαζί με την ιδιαίτερου φυσικού κάλλους παρακείμενη κοιλάδα του ποταμού Βοροντάν, η μονή Νοραβάνκ (13ος αι.)μαζί με την δυσπρόσιτη κοιλάδα Αμαγού που την περιβάλλει!
Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά

Πέρα όμως, από τα ανθρώπινα επιτεύγματα, την αρχιτεκτονική κληρονομιά, ή τις περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους του πλανήτη, που επιδιώκει να αναδείξει και να προστατεύσει ως πανανθρώπινη κληρονομιά, η UNESCO καταρτίζει και έναν ακόμη κατάλογο, τον «Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας». Ο κατάλογος αυτός περιέχει πρακτικές, τεχνικές, γνώσεις, δεξιότητες, αλλά και όργανα, αντικείμενα και τεχνουργήματα, που καταδεικνύουν την πολυμορφία της πολιτιστικής κληρονομιάς και της ανθρώπινης δημιουργικότητας και τη σημασία της διατήρησής της! Όλα εκείνα που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά και ορίζουν την ταυτότητα και τη συνέχεια μιας κοινότητας ή εθνότητας, ορίζουν τη σχέση της με την ιστορία και το περιβάλλον.
Ο κατάλογος αυτός καταρτίζεται κατόπιν αιτήματος κάθε συμβαλλόμενης χώρας-μέλους. Αυτονόητο είναι ότι, πολλές φορές, τέχνες, τεχνικές ή παραδόσεις γίνονται αντικείμενο διεκδίκησης και διαμάχης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων χωρών! Ο αγώνας σε διπλωματικό επίπεδο αλλά και παρασκηνιακά είναι πολύ σκληρός. Στον «Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας», λοιπόν, η Αρμενία έχει κατορθώσει μέχρι σήμερα να εισαγάγει το μουσικό όργανο «Ντουντούκ» και τη μουσική του (2008), την τέχνη λάξευσης των «Χατσκάρ» - σταυρόπετρα – για τον συμβολισμό και τη δεξιοτεχνία της (2010), την απόδοση του αρμενικού έπους «Οι Παράτολμοι του Σασούν» - γνωστό ως «Σασουντσί Ταβίτ» (2012), και τέλος το «Λαβάς» το παραδοσιακό αρμενικό ψωμί, για τον τρόπο προετοιμασίας και παρασκευής του, ως έκφραση του πολιτισμού (2014).
Είναι βέβαιο ότι τα προσεχή χρόνια, η Αρμενία, με την μακραίωνη και πλούσια πολιτισμική της παράδοση,θα εντάσσει ολοένα και νέα μνημεία, και θα εμπλουτίζει την παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά.

 

Αραξή Απελιάν - Κολανιάν

 

Πηγή: armenika.gr

Το «μυστικό» ενός τεμένους και η γενοκτονία των Αρμενίων

Τι είδε στο τελευταίο ταξίδι του στη Νοτιοανατολική Τουρκία ο διάσημος βετεράνος πολεμικός ανταποκριτής Ρόμπερτ Φισκ

Το αποκαλούμενο επισήμως «Τέμενος της Απελευθέρωσης», το οποίο ανακαινίζεται αυτή την εποχή στην παλαιά πόλη του Γκαζίαντεπ, στη Νοτιοανατολική Τουρκία, αποτελεί ορόσημο στη διαδρομή ανάμεσα σε ένα μεγάλο έγκλημα του 20ού αιώνα και ένα άλλο που διαπράχθηκε στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, γράφει ο Ρόμπερτ Φισκ στον «Independent».
«Αυτό που δεν θα σας πει κανείς στο Γκαζίαντεπ, που δεν αναφέρεται σε κανέναν τουριστικό οδηγό, είναι ότι το τζαμί υπήρξε η μητρόπολη των τουλάχιστον 20.000 αρμενίων χριστιανών που ήταν θύματα του μεγαλύτερου εγκλήματος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου: της γενοκτονίας των Αρμενίων. Τους απέλασαν οι οθωμανοί Τούρκοι από την πόλη αυτή, όπου ζούσαν εκατοντάδες χρόνια, για να τους εκτελέσουν και να τους ρίξουν σε μαζικούς τάφους. Οι δολοφόνοι ήταν Τούρκοι και Κούρδοι» τονίζει ο βετεράνος πολεμικός ανταποκριτής που επισκέφτηκε πρόσφατα την περιοχή.
Συνολικά ως και 32.000 Αρμένιοι - σχεδόν ολόκληρος ο χριστιανικός πληθυσμός της πόλης, που τότε ονομαζόταν Αντέπ, ο οποίος αριθμούσε 36.000 άτομα - απελάθηκε στη Χάμα, στη Χομς και σε άλλες πόλεις της Συρίας το 1915. Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι του Αντέπ λεηλάτησαν τα σπίτια όσων απελάθηκαν, παίρνοντας ακόμη και τους θησαυρούς της μητρόπολης, την οποία μετέτρεψαν σε αποθήκη και στη συνέχεια σε φυλακή. Ως τζαμί άρχισε να λειτουργεί το 1986.
Το μοναδικό εμφανές σημάδι του παρελθόντος είναι η χρονολογία «1892» σκαλισμένη στην ανατολική πλευρά της αρχικής εκκλησίας. Σηματοδοτούσε την ολοκλήρωση του έργου αυτού του μεγάλου αρμένιου αρχιτέκτονα Σαρκίς Μπαλιάν - ήταν ο επίσημος αρχιτέκτονας του Σουλτάνου Αμπντουλχαμίντ Β' τον 19ο αιώνα, το οποίο αποτελεί τρομερή ειρωνεία, δεδομένου ότι ο Αμπντουλχαμίντ ξεκίνησε τον πρώτο γύρο της σφαγής των 80.000 Αρμενίων (ο αριθμός των θυμάτων μπορεί να φθάνει και τις 300.000) δύο χρόνια μετά την ανέγερση της εκκλησίας. 
Στο Αρμενικό Ολοκαύτωμα του 1915 - «ακόμη και οι Ισραηλινοί χρησιμοποιούν τον όρο αυτόν για τη γενοκτονία των Αρμενίων» γράφει ο Φισκ -  ενάμισι εκατομμύριο Αρμένιοι σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους.

Υπέρ του πλιάτσικου και κατά των Γάλλων

Εξω από την πρώην αρμενική εκκλησία, ο βραβευμένος βρετανός δημοσιογράφος συνάντησε έναν γηραιό σύγχρονο πρόσφυγα πολέμου από τη Συρία. Ναι, γνώριζε ότι το τζαμί ήταν κάποτε εκκλησία. Πριν από έναν αιώνα, οι Αραβες της Βόρειας Συρίας - της περιοχής που σήμερα κατέχει το Ισλαμικό Κράτος - ήταν οι μοναδικοί φίλοι που βρήκαν οι Αρμένιοι στις μεγάλες ερήμους όπου τους έστειλαν για να πεθάνουν. 
Οταν τελείωσε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, οι συμμαχικές δυνάμεις μπήκαν στο Αντέπ. «Πρώτοι ήταν οι Βρετανοί, οδηγούμενοι από τον αποτρόπαιο σερ Μάικ Σάικς - των διαβόητων συνόρων Σάικς - Πικό - και μετά οι Γάλλοι τον Οκτώβριο του 1919. Οι μουσουλμανικές ελίτ που είχαν καταλάβει την πόλη, τα σπίτια και τις περιουσίες των Αρμενίων, φοβήθηκαν ότι οι νεοφερμένοι θα απαιτούσαν αποκατάσταση. Μάχες ξέσπασαν ανάμεσα στους μουσουλμάνους και τους Γάλλους και οι πρώτοι ανακάλυψαν με ενθουσιασμό τον αγώνα για την ανεξαρτησία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Ετσι ξεκίνησε η ψεύτικη ιστορία της πόλης» γράφει ο Φισκ.
Η μεγαλύτερη πηγή γνώσης για αυτή την περίοδο είναι ο Ουμίτ Κουρτ, απόφοιτος του Χάρβαρντ, κουρδοαραβικής καταγωγής, που γεννήθηκε στο σύγχρονο Γκαζίαντεπ. Ο κ. Κουρτ, που σήμερα διδάσκει στο Κέντρο Μεσανατολικών Σπουδών του Χάρβαρντ, έκανε το διδακτορικό του για τους Αρμένιους του Αντέπ από το 1890 και μετά, επικεντρωνόμενος στη μεταβίβαση περιουσιών, στις κατασχέσεις, στις απελάσεις και στο μακελειό. Το συμπέρασμά του είναι θλιβερό: «Η περίφημη μάχη του Αϊντάμπ [sic] κατά των Γάλλων ήταν τόσο ένας οργανωμένος αγώνας μιας ομάδας ωφελημένων από τη γενοκτονία που ήθελαν να κρατήσουν τα λάφυρά τους όσο και ένας αγώνας εναντίον μιας κατοχικής δύναμης».

Οι Γάλλοι εγκατέλειψαν το Αντέπ τον Δεκέμβριο του 1919. Το νέο τουρκικό κράτος απένειμε στους μουσουλμάνους μαχητές της πόλης τον τιμητικό τίτλο «γκαζί» - «βετεράνοι» - και το Αντέπ έγινε Γκαζίαντεπ. Η μητρόπολη μετονομάστηκε σε «Τέμενος της Απελευθέρωσης» - «Κουρτουλούς Τζαμί» - προς τιμήν της νίκης επί των Γάλλων.

Γερμανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι των Οθωμανών

Σύμφωνα με την επίσημη τουρκική εκδοχή, οι Αρμένιοι πέθαναν «τραγικά» στο χάος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, όπως και οι μουσουλμάνοι. Γερμανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι παρακολούθησαν τη γενοκτονία. Ο Χίτλερ ρώτησε ο 1939 τους στρατηγούς του οι οποίοι «θυμήθηκαν» τους σφαγιασθέντες Αρμενίους.
«Η επίσημη τουρκική εκδοχή για την τύχη των αρχικών Αρμενίων του Γκαζίαντεπ αναφέρεται στη "μετεγκατάστασή" τους - όρο που χρησιμοποιούσαν και οι ναζί όταν έστελναν τους Εβραίους προς εξολόθρευση στην Ανατολική Ευρώπη. Πέρυσι, ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετέφερε επίτηδες την ημέρα του εορτασμού της μάχης της Καλλίπολης του 1915, για να συμπέσει με την ημέρα μνήμης της έναρξης της γενοκτονίας των Αρμενίων, σε μια προσπάθεια να εξαλείψει κάθε ανάμνηση από το έγκλημα - αλλά η κυβέρνηση επέτρεψε στους Αρμενίους να παρελάσουν στην Κωνσταντινούπολη για να τιμήσουν τους νεκρούς τους του 1915» καταλήγει ο Φισκ.
 
 
 
 
Πηγή: tovima.gr

Αντιμετωπίζοντας την ιστορική αλήθεια

Αντιμετωπίζοντας την ιστορική αλήθεια: Η άποψη ενός ιστορικού της Τουρκίας για το ζήτημα της Γενοκτονίας

Έρικ Γιαν Ζούρκερ*

Με την ευκαιρία της επετείου των 100 χρόνων από τη Γενοκτονία των Αρμενίων, ένας καθηγητής που ασχολείται με την ιστορία της Τουρκίας τον 20ό αιώνα, όπως ο υπογράφων, έχει κάθε λόγο να έχει άποψη.

Κατ’ αρχάς, υπάρχουν ηθικοί λόγοι, γιατί να συμβαίνει αυτό. Οι ιστορικοί της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Τουρκίας στον 20ό αιώνα, έχουν ιδιαίτερη ευθύνη. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να συνεχίζεται μια κατάσταση, όπως την ήξερα όταν ήμουν φοιτητής και νεαρός καθηγητής πανεπιστημίου στη δεκαετία του 1970 και του 1980, όταν – παρά το γεγονός ότι εκτός του τομέα μας, η Γενοκτονία υπήρξε αντικείμενο ιστορικής έρευνας επί 50 χρόνια – γνωρίζαμε ελάχιστα γι’ αυτό που είχε συμβεί το 1915. Τα σχολικά μας εγχειρίδια το ανέφεραν ως μια απλή ιστορική υποσημείωση ή και καθόλου, και ποτέ δεν το είχαν χαρακτηρίσει ως «γενοκτονία». Οι καθηγητές μας ποτέ δεν το είχαν συζητήσει.
Ωστόσο, δεν είναι απλώς ένα ηθικό ζήτημα. Οι ιστορικοί της Τουρκίας έχουν επίσης κάτι συγκεκριμένο να καταθέσουν. Σήμερα που τα περιγράμματα και πολλές λεπτομέρειες της Γενοκτονίας έχουν τεκμηριωθεί τόσο καλά από την ιστορική έρευνα με βάση τα πρωτότυπα έγγραφα και τις μαρτυρίες, υπάρχουν, νομίζω, δύο πεδία στα οποία οι ιστορικοί της Τουρκίας μπορεί να συμβάλουν σημαντικά στην καλύτερη κατανόηση, με βάση τις τουρκικές πηγές. Το πρώτο πεδίο έχει σχέση με τα αίτια και τα κίνητρα. Σε αυτό το χρονικό σημείο θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τόσο οι μακροπρόθεσμες εξελίξεις (η δημοφιλία του κοινωνικού δαρβινισμού, ο μιλιταρισμός, το θέμα των μεταρρυθμίσεων και οι εδαφικές διαφορές, η μαζική μετανάστευση των μουσουλμάνων προσφύγων) όσο και οι βραχυπρόθεσμες (οι οθωμανικές απώλειες του Βαλκανικού Πολέμου, η έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η οθωμανική ήττα στο Σαρικαμίς, η βρετανική απόβαση στην Καλλίπολη και η εξέγερση στο Βαν) έπαιξαν κάποιο ρόλο.
Είναι σημαντικό να αναζητήσουμε τις αιτίες και τα κίνητρα, διότι μάς βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό που συνέβη. Δεν επηρεάζει το ζήτημα της Γενοκτονίας. Αυτό που είναι σημαντικό για τον ορισμό της Γενοκτονίας είναι η πρόθεση, η πρόθεση για την καταστροφή μιας εθνοτικής ή θρησκευτικής ομάδας, στο σύνολό της είτε εν μέρει. Το κίνητρο πίσω από την πρόθεση αυτή δεν έχει σημασία, διότι το επιχείρημα των αρνητών ότι αυτό που συνέβη το 1915 δεν μπορεί να θεωρηθεί Γενοκτονία επειδή οι Αρμένιοι υπήρξαν μια απειλή, είναι ανοησία, ακόμη και αν ο ισχυρισμός αυτός έχει κάποια βάση.
Το άλλο θέμα είναι ο τρόπος με τον οποίο η σύγχρονη Τουρκία, όπως προέκυψε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει διαμορφωθεί μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Έχω μελετήσει τις προσωπικές και ιδεολογικές συνέχειες ανάμεσα στο Κομιτάτο Ένωση και Πρόοδος και την Κεμαλική Δημοκρατία, οι οποίες είναι σημαντικές. Αλλά τα θέματα που απαιτούν τώρα την προσοχή μας (ολοένα και περισσότερο παίρνουν μεγάλες διαστάσεις και στη σημερινή Τουρκία) είναι η αλλαγή ιδιοκτησίας (ή κλοπή) της περιουσίας και ο εξισλαμισμός των Οθωμανών Αρμενίων. Το πρώτο, σε συνδυασμό με την οργανωμένη εξαγορά των ελληνικών περιουσιών, έθεσε τη βάση για την ανάδυση μιας τουρκικής αστικής τάξης την περίοδο της Δημοκρατίας. Ο εξισλαμισμός μεγάλου αριθμού Αρμενίων στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου σημαίνει ότι πολλοί Τούρκοι σήμερα έχουν αρμενικές ρίζες. Το να ανακαλύπτουν αυτές τις ρίζες έχει γίνει μια δημοφιλής ενασχόληση ανάμεσα στους προοδευτικούς Τούρκους κατά τα τελευταία χρόνια. Με άλλα λόγια: η Τουρκική Δημοκρατία όχι μόνο κουβαλάει την κληρονομιά ότι ιδρύθηκε και κυβερνήθηκε σε σημαντικό βαθμό από ανθρώπους που είχαν ενεργό ρόλο στον σχεδιασμό και στην εκτέλεση της Γενοκτονίας, αλλά μεταφέρει επίσης μια υλική και προσωπική κληρονομιά των ίδιων των Αρμενίων.
Είμαι ευτυχής να αναφέρω ότι όχι μόνο στον κόσμο των τουρκικών σπουδών εν γένει, αλλά και μεταξύ των Τούρκων ιστορικών στην Τουρκία, ο αριθμός αυτών που ενδιαφέρονται πραγματικά για την εξεύρεση της αλήθειας και συζητούν ανοιχτά, αυξάνεται συνεχώς. Τόσο το πρωτοποριακό συνέδριο στο Πανεπιστήμιο «Μπιλγκί» το 2005, όσο και οι διαδηλώσεις μετά τη δολοφονία του Χραντ Ντινκ το 2007 υπήρξαν ορόσημα.
Αυτό το νέο άνοιγμα είναι ένα ελπιδοφόρο σημάδι ότι η συμφιλίωση μεταξύ Τούρκων και Αρμενίων είναι εφικτή. Η συμφιλίωση δεν μπορεί να οικοδομηθεί προφανώς πάνω στην άρνηση, ούτε στον συμβιβασμό. Ο συμβιβασμός είναι το εργαλείο του πολιτικού και χρησιμεύει για να λύσει τα τρέχοντα ζητήματα, αλλά αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την έρευνα για την ιστορική αλήθεια. Οι άνθρωποι δεν μπορεί να δολοφονηθούν ελαφρώς. Ούτε η συμφιλίωση μπορεί να οικοδομηθεί στην έννοια, η οποία προωθείται σε μεγάλο βαθμό από την τωρινή τουρκική κυβέρνηση, ότι όλοι εκείνοι που υπέφεραν στα φοβερά χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Τουρκία θα πρέπει να τιμώνται κατά τον ίδιο τρόπο μαζί. Πιο πολλοί ήταν οι Γερμανοί που έχασαν τη ζωή τους στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου απ’ ότι οι Εβραίοι (αν και μερικοί από τους Γερμανούς ήταν Εβραίοι και μερικοί από τους Εβραίους Γερμανοί), αλλά η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ ποτέ δεν θα μπορούσε να σκεφτεί και να υποστηρίξει ότι όλοι αυτοί θα πρέπει να μνημονεύονται με τον ίδιο τρόπο ως θύματα εκείνης της εποχής και των περιστάσεων.
Η αποδοχή της ιστορικής αλήθειας θα πάρει χρόνο, ακόμη κι αν ο κύκλος των Τούρκων ιστορικών που την προωθούν ενεργά αυξάνεται συνεχώς. Νεότερες γενιές Τούρκων (που σημαίνει η συντριπτική πλειονότητά τους, καθώς είναι μια νέα χώρα), έχοντας εκτεθεί στην εθνικιστική ρητορική, είτε στο σχολείο, είτε στη διάρκεια της στρατιωτικής τους θητείας, είτε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, έχουν πραγματικά πειστεί ότι η ιστορία της Γενοκτονίας είναι ένα μεγάλο ψέμα. Σε αντίθεση με την πρώτη γενιά της Δημοκρατίας, δεν αρνούνται πλέον συνειδητά μια αλήθεια που γνωρίζουν πολύ καλά. Αυτό καθιστά ακόμη μεγαλύτερο το έργο της επανεκπαίδευσης του τουρκικού λαού και το άνοιγμα της συζήτησης. Αλλά η πόρτα πλέον έχει ανοίξει και δεν μπορεί να κλείσει. Ανάμεσα στους Κούρδους διανοούμενους βλέπουμε, επίσης, μια απίστευτη προθυμία να συζητήσουν τα γεγονότα του 1915 με ευρύτερο πνεύμα και καθαρό μυαλό. Αν συνειδητοποιήσουν στην Τουρκία ότι άτομα μπορεί να κατηγορηθούν και να καταδικαστούν για Γενοκτονία, αλλά όχι τα έθνη ή τα κράτη, τότε η συζήτηση μπορεί να γίνει πιο εύκολη. Το σημερινό τουρκικό κράτος και η κοινωνία μπορούν να κατηγορηθούν δικαιωματικά για την άρνηση της Γενοκτονίας, αλλά όχι για το ίδιο το έγκλημα. Οι δράστες είναι νεκροί προ πολλού.
Η αναγνώριση είναι σημαντική όχι μόνο για τους Αρμένιους, αλλά και για την ίδια την Τουρκία. Όπως υποστήριξε ο Τανέρ Ακτσάμ πριν από λίγο καιρό, η Γενοκτονία πρέπει να αντιμετωπιστεί αν η Τουρκία εξελιχθεί σε μια πιο χαλαρή, πιο δημοκρατική, πιο ουμανιστική κοινωνία. Μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για να αφαιρέσει το κάλυμμα του στενού, ολοένα και πιο μολυσμένου θρησκευτικά εθνικισμού που πλανάται σ’ αυτήν την κοινωνία. Έτσι, ας ελπίσουμε ότι η εκατονταετηρίδα θα αποτελέσει το άνοιγμα μιας νέας σελίδας στην Ιστορία στην αντιμετώπιση της ιστορικής αλήθειας, προς το συμφέρον Τούρκων και Αρμενίων.

* Ο Erik-Jan Zürcher είναι καθηγητής Τουρκικών Σπουδών στα Πανεπιστήμια του Λέιντεν και της Στοκχόλμης. Ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται κυρίως ως ένας ιστορικός που ενημερώνεται από τη θεωρία των κοινωνικών επιστημών και μπορεί να έχει πρόσβαση σε τουρκικές πρωτογενείς πηγές.

 

 

Πηγή: armenika.gr

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Στον διαδικτυακό τόπο μας χρησιμοποιούμε Cookies με σκοπό τη βελτίωση της online εμπειρίας σας. Επιλέγοντας να συνεχίσετε την περιήγησή σας σε αυτόν, αποδέχεστε αυτομάτως τη χρήση των cookies. Περισσότερα...

Πολιτική Απορρήτου - Όροι Χρήσης - Περιορισμός Ευθύνης - Επικοινωνία Σχετικά με Προσωπικά Δεδομένα
Αποδέχομαι

Newsletter