Menu

H ιστορική διαδρομή του Αρμενικού Προσκοπισμού

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ιστορικό της ίδρυσης και της εξάπλωσης του Αρμενικού Προσκοπισμού στην Κωνσταντινούπολη και στην περιοχή της Μικράς Ασίας. Μάλιστα, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι αυτή προηγήθηκε της ίδρυσης των ελληνικών ομάδων. Σύμφωνα με πολύτιμες πληροφορίες που αντλήσαμε από βιβλίο αναφερόμενο ειδικά στην αρμενική νεολαία, στις 16 Μαρτίου 1912, στο Αρμενικό Κολλέγιο της Κωνσταντινούπολης, υπό τη διεύθυνση του Οβανές Χιτλιάν, το μάθημα της ημέρας στις τρεις τελευταίες τάξεις του Κολλεγίου ξεκινούσε με ερωτήσεις που αναφέρονταν στο σκοπό και την έννοια του προσκοπισμού ή στα πρόσωπα που πρωτοστάτησαν στην εμφάνιση της προσκοπικής κίνησης. Οι δεκάδες παρόμοιες ερωτήσεις που ο ομιλητής απηύθυνε στους μαθητές έθεταν τη βάση για τη θεμελίωση και την εξάπλωση του προσκοπισμού. Εκτός από τον Χιτλιάν, μεγάλος οραματιστής της ιδέας του προσκοπισμού υπήρξε ο καθηγητής της σωματικής αγωγής του Αμερικανο-αρμενικού Κολλεγίου της Κωνσταντινούπολης, Σαβάρς Κρισιάν, ο οποίος, κατά τη διάρκεια της τριετούς παραμονής του στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να υλοποιήσει το πρόγραμμά του. Με την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη το 1909, συναντά καθηγητές και διευθυντές κολλεγίων κι από κοινού δημιουργούν το Κίνημα του Αρμενικού Προσκοπισμού.
Ο Κρισιάν, μαζί με τον Χιτλιάν και τον Κρικόρ Αγκοπιάν, βάζουν το θεμέλιο λίθο για τη δημιουργία της πρώτης ομάδας προσκόπων. Στις 23 Μαρτίου 1912, στο Αρμενικό Κολλέγιο του Σκουταρίου, δίνουν την «Υπόσχεση του προσκόπου» τα πρώτα 32 μέλη και υπογράφεται η ιδρυτική χάρτα του Αρμενικού Προσκοπισμού. Το πρώτο ιδρυτικό εκτελεστικό συμβούλιο αποτελείτο από τον πρόεδρο Οβανές Χιτλιάν, τον Σαβάρς Κρισιάν στη θέση του εκτελεστικού γραμματέα, τον αρχιπρόσκοπο Κρικόρ Αγκοπιάν, τους κυρίους Αγκόπ Ουζουνιάν, Κάρλο Σαχινιάν, Λεβόν Ταστζιάν, Μικιρδίτς Μιγκιριάν, Βικτώρ Τεκεγιάν, Νιγκογός Νιγκογοσιάν και τις κυρίες Νιγκογοσιάν, Παρσεχιάν και Σεχρικιάν.
Η εκτελεστική επιτροπή αρχίζει αμέσως τη διάδοση της προσκοπικής ιδέας σε όλα τα αρμενικά σχολεία της Κωνσταντινούπολης, που είναι αρκετά σε αριθμό. Το 1913, 27 ομάδες με χίλιους προσκόπους συμμετέχουν στην εναρκτήρια παρέλαση της Γ΄ Παναρμενικής Αθλητικής Ολυμπιάδας, που οργανώνεται στην Κωνσταντινούπολη υπό την αιγίδα και την παρουσία του Αρμένιου Ορθοδόξου Πατριάρχου Ζαβέν Α΄. Ο κόσμος αποθεώνει με χειροκροτήματα τους αρμενίους προσκόπους. Οι τουρκικές όμως αρχές, ενοχλημένες από την κίνηση αυτή, προσπαθούν στα 1914 να απαγορεύσουν τη λειτουργία των ομάδων.
Τις παραμονές του 1915, οι Τούρκοι αρχίζουν την εκτέλεση του σατανικού τους σχεδίου, την εφαρμογή της Γενοκτονίας σε βάρος του Αρμενικού Έθνους. Μεταξύ των θυμάτων της Γενοκτονίας είναι κι ο ιδρυτής και οραματιστής του Αρμενικού Προσκοπισμού, Σαβάρς Κρισιάν.
Αρμένιοι πρόσκοποι και βαθμοφόροι θυσιάζονται για την υπεράσπιση του Έθνους και, με μεγαλείο που ταιριάζει σε ήρωες, έρχονται αντιμέτωποι με τη θηριωδία των Τούρκων. Από το 1914 έως το 1917, η αρμενική προσκοπική κίνηση βρίσκεται σε κατάσταση διάλυσης.
Στις 28 Μαΐου του 1918 δημιουργείται η πρώτη Δημοκρατία της ανεξάρτητης και ελεύθερης Αρμενίας. Το Νοέμβριο του ιδίου έτους, στην Κωνσταντινούπολη, ο Χιτλιάν μαζί με τον Κρικόρ Αγκοπιάν προσπαθούν να επανιδρύσουν τις προσκοπικές και αθλητικές ομάδες, δίνοντάς τους την επωνυμία «H.M.E.M.» (Αρμενική Αθλητική και Παγκόσμια Προσκοπική Κίνηση). Η Κωνσταντινούπολη γίνεται το επίκεντρο της εξάπλωσης του Αρμενικού Προσκοπισμού, σύντομα όμως δημιουργούνται ομάδες και στη Σμύρνη, στα Άδανα, στη Νταρσού, στην Προύσα, στη Μερσίνη και στο Χατζίν. Στις 13-27 Ιουλίου 1919, ο εκπρόσωπος των Αρμενίων Κ. Μαδανιάν συμμετέχει στο μνημόσυνο των σφαγιασθέντων προσκόπων Αϊδινίου, που τελείται στην Αγία Αικατερίνη Σμύρνης, και εξαίρει τη θυσία τους. Στις 20 Ιουλίου 1920, μια αντιπροσωπεία αρμενίων βαθμοφόρων από την Κωνσταντινούπολη, με επικεφαλής τον αρχηγό Βαχάν-Τσεράζ και τον ιερέα Ντικράν Χογιάν, ξεκινούν για την Αρμενία, συγκεκριμένα για την πρωτεύουσα Γερεβάν, για να βάλουν το θεμέλιο λίθο του Αρμενικού Προσκοπισμού στην πατρίδα. Ο προσκοπισμός στην Αρμενία παραμένει έως το 1922, όταν η Αρμενία εισχωρεί στη Σοβιετική Ένωση.
Μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922, και με την αρχή της δημιουργίας της Αρμενικής Διασποράς, η «H.M.E.Μ.» εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο. Οι πρώτες ομάδες της διασποράς ιδρύονται στην Αθήνα το 1923, στον Πειραιά και στη Νίκαια το 1924, στη Θεσσαλονίκη το 1928, στη συνέχεια στις Σέρρες, στη Δράμα, στην Καβάλα, στο Ρέθυμνο, στην Κέρκυρα, στην Κομοτηνή και στη Λάρισα. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι το 1920, στην Αλεξανδρούπολη (Δεδέ - Αγάτς), υπήρχαν 30 αρμένιοι πρόσκοποι ενταγμένοι σε ελληνικές ομάδες .
Από το 1924 αρχίζουν να ιδρύονται ομάδες στην Ασία, στην Ευρώπη, έως και την Αμερική, που αριθμούν συνολικά 25.000 μέλη. Το 1928, με προσωπική παρέμβαση του ιδρυτή του Παγκόσμιου Προσκοπισμού Λόρδου Μπέιντεν Πάουελ, αναγνωρίζεται από την παγκόσμια αδελφότητα ο Αρμενικός Προσκοπισμός -σώμα εξόριστο μέχρι τότε- ως κανονικό πλέον μέλος, με την ονομασία «ΧΑΪ-ΑΡΗ». Για πρώτη φορά στην Παγκόσμια Προσκοπική Κίνηση αναγνωρίζεται ένα σώμα χωρίς να ανήκει σε ανεξάρτητο κράτος μέλος του Ο.Η.Ε.
Οι τούρκοι πρόσκοποι δημιούργησαν επανειλημμένως προβλήματα με στόχο την απομάκρυνση του Αρμενικού Προσκοπικού Σώματος, πράγμα που δεν πέτυχαν. Το «ΧΑΪ-ΑΡΗ», που γεννήθηκε από τα σπλάχνα του «H.M.E.Μ.» παρέμεινε, με έδρα το Παρίσι, το μοναδικό αναγνωρισμένο Αρμενικό Προσκοπικό Σώμα, και με τη βοήθεια της «H.M.E.Μ.» ιδρύει το 1977 την «H.A.S.K.» (Αρμενική Εθνική Προσκοπική Κίνηση), η οποία υπάγεται στην Ανεξάρτητη Δημοκρατία της Αρμενίας και αριθμεί 4.000 προσκόπους στην αρμενική μόνο επικράτεια, παγκοσμίως δε φτάνει τα 25.000 μέλη. Στις 17 Απριλίου του 1997, η Παγκόσμια Προσκοπική Οργάνωση αναγνώρισε επισήμως τη «H.A.S.K.» ως το μοναδικό προσκοπικό σώμα της Αρμενίας, παύοντας ταυτόχρονα τη λειτουργία του «ΧΑΪ-ΑΡΗ» στο Παρίσι.
Οι πρόσκοποι της «H.M.E.Μ.» της διασποράς συνεργάστηκαν με την «H.A.S.K.» της οποίας και αυτοί θα φέρουν σύντομα την ονομασία.
Η αλήθεια είναι ότι από το 1922 έως το 1997, επί 75 δηλαδή ολόκληρα χρόνια, οι πρόσκοποι της «H.M.E.Μ.», μακριά από την πατρίδα τους, κράτησαν και κρατούν αναμμένη τη φλόγα του Αρμενικού Προσκοπισμού στις διάφορες χώρες των πέντε ηπείρων της υφηλίου, έτσι όπως θα ήθελε ο ιδρυτής του Παγκόσμιου Προσκοπισμού, Λόρδος Μπέιντεν Πάουελ.

 

Νικόλαος Κ. Παραδείσης

 

*Από το κεφάλαιο «Αρμένιοι» του βιβλίου «Ο προσκοπισμός στις αλησμόνητες πατρίδες 1919-1922», του Νικολάου Κ. Παραδείση. Εκδόσεις Μικρός Ρωμηός, Αθήνα, 2000.

 

 

Πηγή: armenika.gr

Η συρρίκνωση του αρμενικού πληθυσμού στην Ελλάδα κατά τα έτη 1922-1950

Η καταγραφή του πληθυσμού των Αρμενίων τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς είναι μια αρκετά δύσκολη και περίπλοκη υπόθεση με πολλές παραμέτρους, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της ένα ξεχωριστό θέμα επιστημονικής μελέτης.

Στο κείμενο που ακολουθεί γίνεται μια απόπειρα απλής καταγραφής από γνωστές και αξιόπιστες πηγές, με στόχο να παρουσιάσουμε μια γενική εικόνα που θεωρούμε ότι ανταποκρίνεται αρκετά στην πραγματικότητα.

Το πρώτο προσφυγικό κύμα

Στα τέλη του 1921 έφτασε το πρώτο προσφυγικό κύμα Αρμενίων από την Κιλικία και τη Νικομήδεια στην Ελλάδα. Σε γραπτή αναφορά του με ημερομηνία 18 Δεκεμβρίου 1922 προς την Αρμενική Μητρόπολη Αθηνών, ο πάτερ Κεβόρκ Ταβιτιάν έχει καταγράψει 3.950 Αρμένιους που εγκαταστάθηκαν προσωρινά σε Πειραιά, Καλαμάτα, Λαύριο, Βόλο, Σάμο, Μυτιλήνη, Χίο και Σύρο τον Δεκέμβριο του 1921.

Κυριακάτικο σχολείο της Αρμενικής Ευαγγελικής Εκκλησίας στο Δουργούτι, 1923

Εννέα μήνες αργότερα, κατά τη μικρασιατική τραγωδία και την ολοκληρωτική καταστροφή της Σμύρνης, μαζί με τους Έλληνες πρόσφυγες έφτασαν στην Ελλάδα και 100.000-120.000 Αρμένιοι πρόσφυγες από την Ιωνία, την Ανατολική Θράκη και την Κιλικία. Οι αριθμοί αυτοί, όπως καταγράφονται από ιστορικούς και αναφέρονται συχνά μέσα σε περιγραφές της εποχής, μάλλον είναι υπερβολικοί, ειδικότερα όταν κάνουμε σύγκριση με τις πρώτες επίσημες καταγραφές από τους κρατικούς φορείς και την Αρμενική Μητρόπολη.

Οι Αρμένιοι πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα το 1922, μαζί με τα ορφανά, δεν πρέπει να ξεπερνούσαν τις 90.000 ψυχές. Τον Αύγουστο του 1924 οι Αρμένιοι πρόσφυγες που βρίσκονταν υπό την ευθύνη των ελληνικών υπηρεσιών περίθαλψης έφταναν τα 55.000 άτομα.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 ο αριθμός όλων των Αρμενίων στην Ελλάδα ήταν 65.000, εκ των οποίων 36.600 κατοικούσαν στην Αθήνα, τον Πειραιά και άλλες περιοχές της Στερεάς Ελλάδας, και 28.300 σε Μακεδονία και Θράκη.

Από τα πρώτα χρόνια, μια ειδική επιτροπή της «Κοινωνίας των Εθνών» υπό την εποπτεία του Φρίντγιοφ Νάνσεν ανέλαβε το έργο της μετεγκατάστασης των Αρμενίων προσφύγων στη Σοβιετική Αρμενία, με πρώτη αποστολή 3.000 πρόσφυγες, από την περιοχή κυρίως της Κεντρικής Μακεδονίας, μέχρι τον Νοέμβριο του 1925.

Περιμένοντας τον απόπλου από τον Πειραιά, Δεκέμβριος 1931

Το 1931-32 η μετεγκατάσταση συνεχίζεται, και μεταφέρονται με ελληνικά πλοία από τον Πειραιά 8.000-10.000 Αρμένιοι πρόσφυγες στο Βατούμ κι από εκεί στη Σοβιετική Αρμενία. Θα πρέπει να αναφέρουμε ακόμη ότι τον πρώτο χρόνο της προσφυγιάς χιλιάδες ήταν οι θάνατοι λόγω των κακουχιών, της ανεπαρκούς σίτισης και των ανύπαρκτων συνθηκών υγιεινής.

Τα ορφανά της Γενοκτονίας

Το 1922, διεθνείς φιλανθρωπικές οργανώσεις μετέφεραν στην Ελλάδα 7.000-8.000 ορφανά Αρμενόπουλα από τα αμερικανικά κυρίως ορφανοτροφεία και άλλα κέντρα περίθαλψης της Τουρκίας. Τα παιδιά αυτά, τα περισσότερα ορφανά της Γενοκτονίας του 1915, φιλοξενήθηκαν σε ιδρύματα που λειτούργησαν σε ολόκληρη την επικράτεια της Ελλάδας. Τα μεγαλύτερα από αυτά ήταν της Σύρου, της Κορίνθου και της Κέρκυρας. Κάποια από αυτά τα ορφανά μεταφέρθηκαν σε άλλες χώρες με τη φροντίδα του «Lord Mayor’s Fund». Έτσι, την επόμενη χρονιά ο αριθμός των ορφανών που φιλοξενούνταν σε ολόκληρη την Ελλάδα αναλυτικά ήταν: Καβάλα 693, Κέρκυρα 1.778, Κεφαλονιά 314, Θάσος 72, Παλιά Ανάκτορα 165, Χαλκίδα 621, Ωρωπός 396, Ζάππειο 71, Κόρινθος 1670, Σύρος 732. Σύνολο 6.512 ορφανά.

Τα περισσότερα από τα ορφανοτροφεία αυτά έπαψαν να λειτουργούν έως το 1927.

Ένα μέρος από τα παιδιά που είχαν πλέον ενηλικιωθεί πήγαν στη Μακεδονία ως εργάτες στις γεωργικές καλλιέργειες της περιοχής, κάποια άλλα έφυγαν για τη Γαλλία και τη Σοβιετική Αρμενία, ενώ 500 παιδιά μεταφέρθηκαν σε ορφανοτροφείο της Αιγύπτου.

Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1923 η Αμερικανική φιλανθρωπική οργάνωση «Near East Relief» γνωστοποίησε την έρευνα που είχε κάνει σχετικά με κάποια από τα αρμενικά σχολεία. Σύμφωνα με αυτήν, ο αριθμός των μαθητών ήταν: Αθήνα 255, Κοκκινιά 653, Δουργούτι 745, Παγκράτι 415, Θεσσαλονίκη και περίχωρα 790, Πειραιάς 317, Παλαιό Φάληρο 60, Νέο Φάληρο 96, Μοσχάτο 34, Κηφισιά 70, Μαρούσι 65, Μυτιλήνη 250, Ρέθυμνο 150, Χανιά 47, Λαύριο 101. Σύνολο 4.048 μαθητές.

Μια μεγάλη ομάδα από ορφανά Αρμενάκια στην Κόρινθο το 1924-25, υπό την φροντίδα της «Νear East Relief», 
σχηματίζουν τις λέξεις [ΔΕΥΤΕΡΗ (προς) ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Ι: 8-11], απεικονίζοντας τις παραγράφους 8 και 11 του α΄ κεφ.
της Β΄ Επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους*

Οι πρόσφυγες στην Αθήνα

Τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα, οι Αρμένιοι είχαν εγκατασταθεί βασικά σε πέντε περιοχές: στο Δουργούτι 7.000, Παγκράτι και Καισαριανή 3.000, Λιπάσματα (Άγιος Διονύσιος, Πειραιάς) 5.000, Κοκκινιά 6.000 και στο κέντρο της Αθήνας 5.000 πρόσφυγες από τη Σμύρνη, που ήταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση συγκριτικά με τους άλλους.

Η πρώτη απογραφή

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1938, μετά από αίτημα της κυβέρνησης, το Εθνικό Κεντρικό Συμβούλιο των Ορθοδόξων Αρμενίων οργάνωσε απογραφή σε όλες τις περιοχές όπου ζούσαν Αρμένιοι.

Τα αποτέλεσμα ήταν να καταγραφούν 27.080 Αρμένιοι σε 35 περιοχές της χώρας.

Αναλυτικά: Δουργούτι 4.500, Καισαριανή 1.000, Περιστέρι 250, Κοκκινιά 4.800, Λιπάσματα (Άγιος Διονύσιος, Πειραιάς) 3.000, Μαρούσι 180, Κηφισιά 60, Μοσχάτο 100, Αμπελόκηποι 60, Νέα Σφαγεία (Ταύρος) 35, Φάληρο 150, Καλλιθέα 100, Λαύριο 400, Βόλος 300, Κόρινθος 100, Αίγιο 100, Πάτρα 500, Πύργος 150, Ναύπλιο 30, Καλαμάτα 800, Κέρκυρα 150, Κρήτη 700, Μυτιλήνη 300, Σάμος 30, Χίος 20, Σύρος 20, Θεσσαλονίκη 5.000, Δράμα 650, Σέρρες 300, Καβάλα 800, Ξάνθη 750, Κομοτηνή 800, Αλεξανδρούπολη 800, Διδυμότειχο 150, Νέα Ορεστιάδα 100.

Τα επόμενα χρόνια η απογραφή αυτή αμφισβητήθηκε έντονα. Κάποια μέλη της κοινότητας, που ήταν καλά πληροφορημένα για την κατάσταση στους συνοικισμούς όπου διέμεναν οι Αρμένιοι, έθεσαν τον προβληματισμό τους για την εγκυρότητα της καταγραφής, με τον ισχυρισμό ότι οι αριθμοί είναι κατά προσέγγιση κι όχι ακριβείς. Σύμφωνα με αυτούς, ο πληθυσμός των Αρμενίων στο Δουργούτι ξεπερνούσε τις 6.500, ενώ οι καταγεγραμμένοι στην Κοκκινιά και στη Θεσσαλονίκη ήταν τουλάχιστον κατά 1.000 λιγότεροι ανά περιοχή. Εάν δεχθούμε αυτήν την εκδοχή, το 1938 ο αρμενικός πληθυσμός ήταν περίπου 31.000 άτομα.

Επιβίβαση στο πλοίο προς τη Σοβιετική Αρμενία, Δεκέμβριος 1931 

Η παλιννόστηση

Το 1946 αρχίζει η παγκόσμια εκστρατεία για την παλιννόστηση (Νερκάχτ) των Αρμενίων της διασποράς προς τη Σοβιετική Αρμενία. Έτσι άρχισε και στην Ελλάδα μια καλά οργανωμένη προσπάθεια για να πεισθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι Αρμένιοι να επαναπατριστούν. Η πρώτη γενιά προσφύγων, ειδικά εκείνοι που ζούσαν ακόμη ανασφαλείς οικονομικά και κοινωνικά, ήταν πρόθυμοι να εγκατασταθούν στη Σοβιετική Αρμενία. Από τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη έφυγαν 1.372 οικογένειες (4.974 άτομα) το 1946 και 3.478 οικογένειες (13.241 άτομα) το 1947. Συνολικά, σε δύο χρόνια, 18.215 Αρμένιοι από την Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στη Σοβιετική Αρμενία.

Την ίδια περίοδο ξεκίνησε ένα κύμα φυγής Αρμενίων από την Ελλάδα προς τον Καναδά και την Αργεντινή, που κράτησε για πολλά χρόνια. Οι περισσότεροι ήταν νέοι και νέες που αναζητούσαν έναν τόπο που θα τους εξασφάλιζε εργασία και μια ασφαλή διαβίωση για τις οικογένειές τους.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 η Αρμενική Κοινότητα στην Ελλάδα αριθμούσε περίπου 9.500 άτομα. Μέσα σε μια δεκαετία είχε χάσει τα ⅔ του πληθυσμού της.

Τη δεκαετία του ’50, μετά από επίπονες προσπάθειες, η κοινότητα κατάφερε να προσαρμόσει τις εκπαιδευτικές και τις άλλες της δομές στη νέα κατάσταση που είχε διαμορφωθεί.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, μέσα σε σχεδόν τριάντα χρόνια, μόνο το 1/10 του αρχικού πληθυσμού των αρμενίων προσφύγων του 1922 είχε απομείνει στην Ελλάδα.

 

 

Μάικ Τσιλιγκιριάν

* Παρ. 8: Ου γαρ θέλομεν υμάς αγνοείν, αδελφοί, υπέρ της θλίψεως ημών της γενομένης ημίν εν τη Ασία, ότι καθ᾿ υπερβολήν εβαρήθημεν υπέρ δύναμιν, ώστε εξαπορηθήναι ημάς και του ζην·
   Παρ. 11: συνυπουργούντων και υμών υπέρ ημών τη δεήσει, ίνα εκ πολλών προσώπων το εις ημάς χάρισμα διά πολλών ευχαριστηθή υπέρ ημών.

Πηγές

  • Γκάρο Κεβορκιάν, «Δεκαεπτά χρόνια με την ελληνοαρμενική παροικία 1922- 1939», Γενικό Ημερολόγιο (Amenun darekirk) 1957.
  • Νορίκ Σαρισιάν, Ο μεγάλος επαναπατρισμός των Αρμενίων της διασποράς, 1946-1948, Ερεβάν 2014.
  • Ιωάννης Κ. Χασιώτης, «Οι Αρμένιοι της Ελλάδας: Ιστορία, οργάνωση, ιδεολογία, κοινωνική ενσωμάτωση», Ίστωρ, 8/1995.
  • Ετήσια έκδοση της εφημερίδας Αζάτ ορ, 2006.
  • Εφημερίδα Νορ ορ, 2/12/1923.

 

 

Πηγή: pontos-news.gr

Πως ο Βαχάν Ντεριάν διέσωσε τους «θησαυρούς» του Ετσμιατζίν

Η παρακάτω παράξενη και μυστηριώδης ιστορία έλαβε χώρα το χειμώνα του 1914, παραμονές της σύγκρουσης Ρώσων και Τούρκων στην επαρχία Σαριγαμίς, όχι πολύ μακριά από το Ερεβάν. Με ορατό τον κίνδυνο, -σε περίπτωση ήττας των ρωσικών στρατευμάτων- ο Εμβέρ να προελάσει ανενόχλητος μέχρι την αρμενική πρωτεύουσα, ο Καθολικός Κεβόρκ ο 5ος πείρε μια παράτολμη απόφαση. Καλώντας όλους τους υψηλόβαθμους κληρικούς, ανακοίνωσε την πρότασή του να στείλουν στη Μόσχα όλα τα σπάνια χειρόγραφα, τα πολύτιμα αντικείμενα και οτιδήποτε αξίας υπήρχε στο Ετσμιατζίν.
Παρόλο που η πρόταση προκάλεσε την έκπληξη κάποιων ιεραρχών, ο Καθολικός κατάφερε να τους πείσει ότι ο κίνδυνος ήταν μεγάλος και ότι η κίνηση αυτή ήταν η πιο ενδεδειγμένη.
Έτσι, άρχισε η συσκευασία των «θησαυρών» του Ετσμιατζίν, που τοποθετήθηκαν σε 147 μεγάλα κιβώτια και σφραγίστηκαν με την πατριαρχική βούλα. Κατόπιν, μεταφέρθηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό και πήραν το δρόμο για τη ρωσική πρωτεύουσα με τη συνοδεία τριών έμπιστων ανδρών. Ο όρος που ετέθη σε όσους συμμετείχαν στην όλη προσπάθεια ήταν η απόλυτη εχεμύθεια.
Το φορτίο έφτασε στη Μόσχα το Φεβρουάριο του 1915 και παρελήφθη από μέλη της εκεί αρμενικής κοινότητας που είχαν ειδοποιηθεί κι είχαν πραγματοποιήσει όλες τις προπαρασκευαστικές εργασίες. Από τους αρμόδιους προτάθηκαν στον Καθολικό τρεις τοποθεσίες για τη φύλαξη των αντικειμένων, ο οποίος τελικά αποφάσισε να φυλαχθούν στην αρμενική εκκλησία του Τίμιου Σταυρού. Με πολλές άμαξες, οι οποίες είχαν νοικιασθεί γι’ αυτόν το σκοπό, οι «θησαυροί», με την απαραίτητη συνοδεία, μεταφέρθηκαν από τον σταθμό στην εκκλησία, όπου είχαν αντικατασταθεί οι πόρτες και τα παράθυρα από καινούριες ατσάλινες κατασκευές που παρείχαν την ύψιστη ασφάλεια. Γύρω από το ναό, κάθε βράδυ, ιερείς και μέλη της κοινότητας πραγματοποιούσαν περιπολίες. Κάθε δύο μήνες, με άκρα μυστικότητα, ανοίγονταν τα κιβώτια που περιείχαν τα χειρόγραφα, έτσι ώστε να αεριστούν και να αποφευχθεί η καταστροφή τους από την υγρασία.
Η παραμονή τους εκεί συνέπεσε με την Οκτωβριανή επανάσταση. Υπεύθυνος κομισάριος του γραφείου αρμενικών υποθέσεων ορίστηκε ο Αρμένιος μπολσεβίκος Μπογός Μανγκιτσιάν, ο οποίος σύντομα έμαθε το μυστικό της εκκλησίας του Τίμιου Σταυρού. Λίγο καιρό αργότερα, διαδόθηκε η είδηση ότι ο Μανγκιτσιάν θα διατάξει τη μεταφορά των «θησαυρών» από την αρμενική εκκλησία στο Μουσείο «Αλέξανδρος Γ’» της Μόσχας (το σημερινό Κρατικό Ιστορικό Μουσείο). Το νέο, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στην αρμενική κοινότητα της Μόσχας, καθώς θεωρήθηκε προκλητική και αντιαρμενική ενέργεια. Συνεκλήθη έκτακτο συμβούλιο με τη συμμετοχή όλων των αρχών της παροικίας κι αποφασίστηκε να υπερασπιστούν τους «θησαυρούς» πάση θυσία και με οποιοδήποτε τίμημα. Πριν, όμως, προχωρήσουν σε ευθεία αντιπαράθεση με τον κομισάριο, προτάθηκε να τον επισκεφθεί μια αντιπροσωπεία αποτελούμενη από πέντε άτομα και να του θέσει τις απόψεις και τη θέση της παροικίας πάνω στο επίμαχο ζήτημα, παρόλο που όσοι τον γνώριζαν συμφωνούσαν ότι ήταν σχεδόν αδύνατο να αλλάξει γνώμη. Ένα τυχαίο, όμως, περιστατικό έμελλε να ανατρέψει την όλη κατάσταση.
Την ημέρα που είχε αποφασιστεί να επισκεφθούν τον Μανγκιτσιάν, κι ενώ κατευθύνονταν προς τα εκεί, λίγα μέτρα πριν φτάσουν συνάντησαν τον ποιητή Βαχάν Ντεριάν, ο οποίος έτυχε να περνάει από εκείνο το σημείο. Ο Ντεριάν, πέρα από προσωπικός φίλος του Μανγκιτσιάν, είχε οριστεί εκείνη την εποχή μέλος του συνεδρίου των Λαών της Σοβιετικής Ένωσης εκ μέρους της Αρμενίας. Ακούγοντας τον σκοπό της επίσκεψης, αποφάσισε να τους συνοδεύσει στο σπίτι του φίλου του.
Ο Μανγκιτσιάν, αφού τους υποδέχθηκε, επανέλαβε την άποψή του περί μεταφοράς των «θησαυρών», υποστηρίζοντας ότι η παραμονή τους στην εκκλησία εγκυμονεί πολλούς κινδύνους, μεταξύ των οποίων ο φόβος για αρπαγή τους, όπως και η καταστροφή των πολύτιμων χειρογράφων από την υγρασία κι από τα τρωκτικά, προσθέτοντας ότι, πέρα από αυτά, η έκθεσή τους στο Μουσείο θα έκανε γνωστή την Αρμενία και τον πολιτισμό της στο ρωσικό λαό. Ανέφερε μάλιστα πως σκεπτόταν να ορίσει τον φιλοαρμένιο αρμενομαθή καθηγητή Νικόλαο Αντόντσιν υπεύθυνο προστασίας των χειρογράφων.
Κατόπιν, το λόγο πήρε ο Βαχάν Ντεριάν, παραθέτοντας τα δικά του επιχειρήματα, τα οποία είχαν ως βασική αρχή το ότι είναι απαράδεκτο, αντικείμενα πολιτιστικής κληρονομιάς της Αρμενίας να οικειοποιηθούν από μια ξένη χώρα και να εκτίθενται σε ξένα μουσεία. Αναφέρθηκε, επίσης, εκτενώς στο θέμα της κατάληψης της Μόσχας από τους Γερμανούς -καθώς είχε αρχίσει η γερμανική αντεπίθεση κατά των διαλυμένων από την επανάσταση ρωσικών δυνάμεων- και τον κίνδυνο που θα διέτρεχαν οι «θησαυροί» από τυχόν λεηλασία του Μουσείου και ολοκλήρωσε με τα παρακάτω λόγια, όπως τα αναφέρει ο πατέρας Αρσέν Σιμονιάν που ήταν παρών στη συνάντηση:
«Αγαπητέ Μπογός, η Αρμενική Εκκλησία είναι το πιο ασφαλές μέρος για τα χειρόγραφα και τα υπόλοιπα αντικείμενά μας. Είναι απόμερο, δεν δίνει στόχο και ουδείς μπορεί να υποψιαστεί τι θησαυρός κρύβεται εκεί μέσα, ούτε καν οι Γερμανοί στην απευκταία περίπτωση που καταλάβουν τη Μόσχα. Οπότε πιστεύω ότι, για την ώρα, πρέπει να τα αφήσουμε εκεί και να μην τα μεταφέρουμε πουθενά».
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε τη μεγάλη επιρροή που ασκούσε ο ποιητής πάνω στον Μανγκιτσιάν, καθώς με τον πράο και μειλίχιο χαρακτήρα του εξισορροπούσε τον παρορμητισμό του φίλου του και πάρα πολλές φορές κατάφερνε να του αλλάξει τη γνώμη σε αρκετά θέματα. Αυτό συνέβη και σε αυτήν την περίπτωση. Ο κομισάριος πείσθηκε από τα λογικά επιχειρήματα του Ντεριάν και συμφώνησε να μείνουν όλα ως είχαν.
Δυστυχώς, ο Βαχάν Ντεριάν δεν έζησε για να δει την επιστροφή των «θησαυρών» -που ο ίδιος ουσιαστικά έσωσε- στην Αρμενία, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1922.
Από τα αρχικά 147 κιβώτια, τα 30 χάθηκαν και εικάζεται ότι περιείχαν τους πολυτιμότερους και πιο σπάνιους «θησαυρούς» του Ετσμιατζίν. Πάντως, σαφείς αναφορές για το τι ακριβώς περιείχαν τα χαμένα κιβώτια δεν υπήρξαν ποτέ.

 

Οβίκ Ζαρχντσιάν
Μετάφραση: Οβαννές Γαζαριάν

 

Πηγή: armenika.gr

Το μοναστηριακό συγκρότημα Τατιβάνκ

Στη δενδρόφυτη πλαγιά του όρους Μραβ, στην αριστερή όχθη του ποταμού Ταρτάρ της επαρχίας Σαουμιάν στο βόρειο Όρτσα (Ναγκόρνο Καραμπάχ) ξεπροβάλλει το μοναστηριακό συγκρότημα Τατιβάνκ, εξαιρετικό δείγμα της αρμενικής μεσαιωνικής ναοδομίας. Ονομάζεται και Χουταβάνκ, γιατί είναι χτισμένο πάνω σε «χουτ» (λοφίσκο). Υπήρξε Μητρόπολη, πολιτιστικό και πνευματικό κέντρο του Άνω Χατσέν, με δύο ναούς, δύο παρεκκλήσια, κελιά, ξενώνα, βιβλιοθήκη, εργαστήριο και άλλα κτίσματα. Πολλές φορές υπέστη καταστροφές από επιδρομές των Αράβων και των Σελτζούκων Τούρκων. Κάθε φορά, όμως, ανακατασκευαζόταν ακόμα πιο λαμπρό.
Σύμφωνα με την παράδοση, θεμελιώθηκε τον 1ο μ.Χ. αιώνα, εκεί όπου μαρτύρησε και τάφηκε ο Άγιος Δάδιος (Դադ), ένας από τους 70 μαθητές του Απόστολου Θαδδαίου που κήρυξε το χριστιανισμό στο Αρτσάχ. Τον 5ο αιώνα μνημονεύεται ως επισκοπή. Τον 7ο αιώνα λεηλατείται από τους Άραβες. Πληροφορίες για την περίοδο αυτή αντλούνται από επιγραφές που έχουν διασωθεί στο χώρο της Μονής σχεδόν αναλλοίωτες. Αναφορές για κατασκευαστικά έργα υπάρχουν από τον 9ο αιώνα. Το 12ο αιώνα η Μονή καταστρέφεται ολοσχερώς από τους Σελτζούκους.
Στολίδι του συγκροτήματος θεωρείται η Καθολική Εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία, ο μεγαλοπρεπέστερος από τους τέσσερις ναούς του. Η ανέγερσή της πραγματοποιήθηκε το 13ο αιώνα με απόφαση της πριγκίπισσας του Χατέρκ, Αρζουχατούν.
Με αυτόν τον τρόπο θέλησε να τιμήσει τους γιους της, Χασσάν και Κρικόρ, που σκοτώθηκαν πολεμώντας τους Σελτζούκους, καθώς και τη μνήμη του συζύγου της, πρίγκιπα Βαχτάνκ.
Διακοσμείται με όμορφες παραστάσεις. Οι τοιχογραφίες του νότιου τοιχώματος, σύμφωνα με το χρονογράφο Γκιραγκός Καντσαγκετσί, αγιογραφήθηκαν από την ίδια την Αρζουχατούν.
Σε πλήρη αρμονία με τον Καθολικό ναό αλλά και το ευρύτερο περιβάλλον δεσπόζει διώροφο καμπαναριό. Στη δυτική του πλευρά βρίσκονται δύο άρτια διατηρημένες σταυρόπετρες. Θεωρούνται έργα υψηλής καλλιτεχνικής αισθητικής. Ακόμα, στο μοναστηριακό συγκρότημα βρίσκεται ο οικογενειακός τάφος του Οίκου των Βαχτανιάν, αρχόντων του Πριγκιπάτου του Χατέρκ.
Το 1920 η Μονή περιέρχεται υπό αζερική κατοχή. Παύει η λειτουργία της και τα περιουσιακά της στοιχεία δημεύονται. Το 1960 η τοπική κυβέρνηση του Σοβιετικού Αζερμπαϊτζάν προχωρά στην ίδρυση οικισμού στα όρια του μοναστηριακού συγκροτήματος. Οι νέοι κάτοικοι προξενούν ζημιές στο χώρο.
Στις 31 Μαρτίου του 1993 το Τατιβάνκ απελευθερώνεται και από το επόμενο έτος ξεκινούν σταδιακά εργασίες αποκατάστασης.
Το 2001, μετά από συμβούλιο αντιπροσώπων 16 ευρωπαϊκών κρατών, μεταξύ των οποίων η Αρμενία, η Ελλάδα, η Κύπρος, η Ρωσία και η Ιταλία, υπογράφτηκε ψήφισμα, το οποίο καταδικάζει την αζερική καταστροφική τακτική και ο μοναστηριακός χώρος κηρύσσεται μνημείο ιστορικής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Το 2007 ανακαλύπτονται, κατά τη διάρκεια ανασκαφών, τα ιερά λείψανα του Αγίου Δάδιου κάτω από το Ιερό ενός από τους ναούς του συγκροτήματος.
Η ειδυλλιακή τοποθεσία του Τατιβάνκ, σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερης ομορφιάς κομψοτεχνήματα, το καθιστούν ως έναν από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς του Αρτσάχ.

 

Ζακ Νταματιάν

 

Πηγή: armenika.gr

Αρμένικα μνημεία στον Κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO

Η μεσαιωνική πρωτεύουσα της Αρμενίας, το κόσμημα της αρμενικής αρχιτεκτονικής, η ερειπωμένη αλλά πάντα γοητευτική πόλη Ανί περιλαμβάνεται πλέον στον αναγνωρισμένου κύρους Κατάλογο Μνημείωντης Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO!
Η απόφαση ελήφθη στις 15 Ιουλίου, κατά την 40η σύνοδο της Επιτροπής Παγκόσμιας Κληρονομιάς του διεθνούς οργανισμού, που, κατά μία παράδοξη σύμπτωση, συνήλθε στη Κωνσταντινούπολη!
Η Ανί,η πόλη με τις «χίλιες και μία εκκλησίες και τις σαράντα πύλες», όπως έμεινε γνωστή στην ιστορία, βρίσκεται στην τουρκοκρατούμενη επαρχία Γκαρς, σε υψόμετρο 1.465 μέτρων, πάνω στα κλειστά αρμενο-τουρκικά σύνορα, που οριοθετούνται από τον ποταμό Αχουριάν, παραπόταμο του Αράξη. Με πληθυσμό 200.000 κατοίκων στην ακμή της, υπήρξε η λαμπρή πρωτεύουσα της αρμενικής δυναστείας των Βαγρατιδών, κατά τον 10ο – 11ο αιώνα, σταυροδρόμι εμπορικών δρόμων Βυζαντινών, Περσών, Αράβων και άλλων, που ανταγωνιζόταν την Κωνσταντινούπολη και τη Βαγδάτη.
Τα παλάτια και οι οχυρώσεις της, οι ναοί και τα μοναστήρια της θεωρούνταν από τις καλύτερες κατασκευές,ως προς την τεχνική και την αισθητική τους. Ήταν όλα κατασκευασμένα από ένα τοπικό ηφαιστειογενές πέτρωμα, το βασάλτη, που υπάρχει άφθονο και σε ποικιλία χρωμάτων - από κίτρινο έως κόκκινο-τριανταφυλλί και κατάμαυρο -, και καθώς λαξεύεται πολύ εύκολα, προσφέρεται για την λεπτή και περίτεχνη διακόσμηση των λαμπρών μνημείων.
Παρόλα τα μεγαλεία του παρελθόντος, η Ανί σήμερα είναι μια πόλη φάντασμα, ερειπωμένη και εγκαταλελειμμένη από αιώνες. Δέχθηκε βάρβαρες επιθέσεις και καταστροφές από Σελτζούκους, Μογγόλους, Οθωμανούς, αλλά και από την ίδια τη φύση, με κατά καιρούς ισχυρούς σεισμούς. Αλλά και οι ερασιτεχνικές ανασκαφές και αναστηλώσεις, όπως και οι πολιτικές «πολιτισμικής εκκαθάρισης» της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια που συνέβαλαν στην περαιτέρω καταστροφή των μνημείων.
Σύμφωνα με τον κανονισμό της UNESCO, το αίτημα για την ένταξη ενός μνημείου στον Κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς υποβάλλεται από τη χώρα στην επικράτεια της οποίας βρίσκεται το μνημείο. Στην περίπτωση της Ανί, το αίτημα υποβλήθηκε από την Τουρκία, εφόσον η Ανί βρίσκεται σήμερα στα κατεχόμενα από την Τουρκία αρμενικά εδάφη. Στην αρχική του μορφή,το αίτημα δεν ήταν ολοκληρωμένο, γιαυτό και αναπέμφθηκε για επανεξέταση και συμπλήρωση. Ο νέος φάκελος, πιο άρτιος και ολοκληρωμένος, περιγράφει λεπτομερώς την ιστορική διαδρομή του μνημείου, αλλά και την αρχαιολογική του αξία, έτσι ώστε εμφαντικά και με κάθε λεπτομέρεια να προβάλλεται η αρμενικότητά του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι,στον τουρκικό «ενδεικτικό κατάλογο» προς ένταξη στη λίστα των μνημείων της UNESCO, έχουν συμπεριληφθεί δύο ακόμη σημαντικά αρμενικά μνημεία, ο ναός του Τιμίου Σταυρού (921μ.Χ) στη νήσο Αχταμάρ της λίμνης Βαν, με ημερομηνία υποβολής 13.04.15,και το φρούριο και η παλιά πόλη του Βαν, με ημερομηνία υποβολής 13.04.2016. «Ενδεικτικός» είναι ο κατάλογος αξιόλογων μνημείων που συντάσσει ένα συμβαλλόμενο κράτος, και υποβάλλει προς εξέταση στο Κέντρο Παγκόσμιας Κληρονομιάς, με το αίτημα της εξέτασης και ένταξής τους στο κατάλογο των μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάςτης UNESCO.
Η ένταξη των μνημείων στον οριστικό κατάλογο σημαίνει ότι,η Τουρκία υποχρεώνεται να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα και τις εγγυήσεις, για να προστατευθούν και να διατηρηθούν τα μνημεία και κατά τακτά διαστήματα να υποβάλει στην UNESCO σχετικές εκθέσεις-αναφορές. Υποχρεώνεται, ως εκ τούτου, ως προς την Ανί τουλάχιστον, να μεταβάλει την τακτική που επί δεκαετίες ακολούθησε, αφήνοντας τα αναρίθμητα πολιτισμικά μνημεία στην τύχη τους, έρμαια στα στοιχεία της φύσης ή στους βανδαλισμούς.
Πάνω από το 70% των αρμενικών πολιτισμικών μνημείων βρίσκεται εκτός των συνόρων της Δημοκρατίας της Αρμενίας, σε τέσσερις γειτονικές χώρες. Γιαυτό και η αντιπροσωπεία της Αρμενίας στην UNESCO κινείται δραστήρια, από την πρώτη μέρα της ένταξής της στον Οργανισμό. Τονίζει την ανάγκη προστασίας των πολυάριθμων αυτών αρμενικών θησαυρών, που δεν τυγχάνουν της δέουσας προσοχής, τονίζοντας την πανανθρώπινη αξία της πολιτισμικής κληρονομιάς συνολικά, αλλά και μεμονωμένα, όπως στην περίπτωση της Ανί, όπου και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο.
Η Ανί, ωστόσο, δεν είναι το πρώτο συγκρότημα αρμενικών μνημείων εκτός Αρμενίας, που εντάσσεται στον κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Ήδη από το 2008, στον ίδιο κατάλογο έχουν περιληφθεί τρία σπουδαία αρμενικά μνημεία, που βρίσκονται στην επικράτεια του Ιράν. Πρόκειται για τα δύο μοναστηριακά συγκροτήματα του Αγίου Θαδδαίου (Σουρπ Ταττεΐ Βανκ) του 7ου αι. και του Αγίου Στεφάνου (Σουρπ Στεπανοσί Βανκ) και το παρεκκλήσι της Παναγίας, το μόνο μνημείο που διασώθηκε από το σπουδαίο μοναστηριακό συγκρότημα του Τζορ-Τζορ. Και τα τρία αυτά συγκροτήματα, που βρίσκονται στο βορειοδυτικό τμήμα του Ιράν, περιγράφονται στον κατάλογο, ως χαρακτηριστικά δείγματα της αρμενικής αρχιτεκτονικής και της διακοσμητικής παράδοσης, με ιδιαίτερη οικουμενική αξία. Αποτελούν την αδιάψευστη μαρτυρία των ορίων του αρμενικού πολιτισμού στην περιοχή, αλλά και την διάχυση και αλληλεπίδρασή του με τους γειτονικούς πολιτισμούς του Βυζαντίου, της Περσίας, των Ασσυρίων…
Πολυάριθμα είναι, φυσικά, τόσο τα προϊστορικά, όσο και τα ιστορικά μεσαιωνικά μνημεία,εντός της επικράτειαςτης Αρμενίας. Ήδη, τρία μοναστηριακά συγκροτήματα έχουν ενταχθεί στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.
Το μοναστηριακό συγκρότημα του Χαγμπάτ (τέλη 10ου αι.), εξαιρετικό δείγμα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, που αναπτύχθηκε στην Αρμενία από τον 10ο έως τον 13ο αιώνα, λόγω της ανάμειξης παραδοσιακών αμιγώς αρμενικών χαρακτηριστικών με στοιχεία βυζαντινής ναοδομίας. Περιλαμβάνει τρεις ναούς, πλούσια βιβλιοθήκη και τυπογραφείο, παρεκκλήσια, τάφους και περίτεχνα λαξευμένες σταυρόπετρες (χατσκάρ). Η μονή, εντός της οποίας λειτούργησε και πανεπιστήμιο, αποτέλεσε σπουδαίο πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο, καθόλη τη διάρκεια του μεσαίωνα.Στον Κατάλογο της UNESCO εντάχθηκε το 1996.
Το μοναστηριακό συγκρότημα Σαναχίν (966 μ.Χ.), απλώνεται σε μια κατάφυτη βουνοπλαγιά, κοντά στην πόλη Αλαβερντί. Αποτέλεσε διοικητική έδρα της δυναστείας των Γκιουρικιάν, επισκοπική έδρα και σπουδαίο πνευματικό κέντρο, με πανεπιστήμιο και βιβλιοθήκη. Κατά την εισβολή των Μογγόλων το 1235 μ.Χ. η μονή υπέστη μεγάλες καταστροφές. Σήμερα διασώζονται δύο μεγάλοι ναοί, ένα παρεκκλήσι, το κωδωνοστάσιο, η ακαδημία, το κτήριο της βιβλιοθήκης, τα κελιά των μοναχών, όπως και οι τάφοι της δυναστείας των Γκιουρικιάν. Στον Κατάλογο της UNESCO εντάχθηκε το 1996.
Ο Καθεδρικός Ναός της Αγίας Έδρας του Ετσμιατζίν, οι ναοί της ευρύτερης περιοχής και ο αρχαιολογικός χώρος του Ζεβαρτνότς, ως ενιαία ενότητα, εντάχθηκαν στον Κατάλογο της UNESCO το έτος 2000. Στο συγκρότημα περιλαμβάνονται αναλυτικά:
Ο ναός του Ετσμιατζίν (301 – 303 μ.Χ.) ανεγέρθηκε από τον βασιλιά Ντερτάτ, πάνω στα ερείπια ειδωλολατρικού ναού, καθ’ υπόδειξη του Αγίου Γρηγορίου του Φωτιστή, που δίδαξε τον Χριστιανισμό στην Αρμενία, και είναι ένα από τα αρχαιότερα χριστιανικά μνημεία στην Ευρώπη. Το κύριο τμήμα του ναού υπό την σημερινή του μορφή, ανακατασκευάστηκε το 483-4 μ.Χ., δεδομένου ότι είχε υποστεί σοβαρές ζημίες από την εισβολή των Περσών. Σηματοδοτεί την απαρχή της αρμενικής ναοδομίας με τη μορφή σταυροειδούς μετά τρούλου, που άσκησε βαθιά επίδραση στην αρχιτεκτονική και καλλιτεχνική ανάπτυξη της περιοχής στους μετέπειτα αιώνες. Είναι η Έδρα του Καθολικού Πατριάρχη απάντων των Αρμενίων, πνευματικό και διοικητικό κέντρο της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας.
Ο ναός της Αγίας Χριψιμέ (618 μ.Χ.), στα ανατολικά της πόλης Ετσμιατζίν, ένα από τα αριστουργήματα της πρώιμης μεσαιωνικής αρμενικής αρχιτεκτονικής και από τις πιο πολύπλοκες αρχιτεκτονικές συνθέσεις.
Ο ναός της Καγιανέ (395 μ.Χ.), νότια της πόληςτου Ετσμιατζίν, στον τόπο μαρτυρίου της Καγιανέ και των δύο συντρόφων της, μία κομψή τετράκλιτη βασιλική μετά τρούλου, με εντυπωσιακό εσωτερικό διάκοσμο.
Ο ναός Σογαγκάτ, ένα μικρό αλλά όμορφο αρχιτεκτονικό μνημείο, ανεγερθέν το 1694 μ. Χ.
Ο ναός της Παναγίας, στο κέντρο της πόλης του Ετσμιατζίν, είναι από τα νεότερα κτήρια στο αρχιτεκτονικό συγκρότημα του Ετσμιατζίν, ανεγέρθηκε μόλις… το 1767 μ.Χ.
Και τέλος, ο μεγαλοπρεπής ναός του Ζεβαρτνότς, που ανεγέρθηκε πάνω στα ερείπια παγανιστικού ναού, το 643 – 652 μ. Χ. και παρέμεινε ορθός μέχρι τον 10ο αι. Η σημερινή ερειπωμένη μορφή του οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα σε ισχυρό σεισμό.
Το 2000, στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, εντάχθηκε και το μοναστηριακό συγκρότημα του Κεγάρτ, μαζί με το ιδιαίτερου φυσικού κάλλους περιβάλλον τοπίο. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά καλά διατηρημένο μνημείο, πάνω σε πανύψηλους βράχους, στην είσοδο της κοιλάδας του ποταμού Αζάτ. Ο κεντρικός ναός με την υπέροχη ακουστική του και τα υπόλοιπα μνημεία – παρεκκλήσια, τάφοι, σταυρόπετρες – , λαξευμένα μέσα στο βράχο, χρονολογούμενα από τον 4ο έως τον 13ο αι., συνιστούν την κορύφωση της αρμενικής μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής και της διακοσμητικής τέχνης.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι διάσπαρτα σ’ όλη την επικράτεια της Αρμενίας υπάρχουν αναρίθμητα μνημεία – κυρίως μοναστηριακά συγκροτήματα – που χρήζουν προστασίας, ήδη από το 1995, η Αρμενία έχει υποβάλει στην UNESCO «Ενδεικτικό Κατάλογο», στον οποίο περιλαμβάνονται: ο αρχαιολογικός χώρος της πόλης Τβίν (335 μ.Χ.), η τρίκλιτη βασιλική και ο αρχαιολογικός χώρος του Γιερερούικ (4-5μ.Χ. αι.), το τεράστιο και καλοδιατηρημένο μοναστηριακό συγκρότημα του Ντατέβ (9ος αι. μ.Χ.)μαζί με την ιδιαίτερου φυσικού κάλλους παρακείμενη κοιλάδα του ποταμού Βοροντάν, η μονή Νοραβάνκ (13ος αι.)μαζί με την δυσπρόσιτη κοιλάδα Αμαγού που την περιβάλλει!
Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά

Πέρα όμως, από τα ανθρώπινα επιτεύγματα, την αρχιτεκτονική κληρονομιά, ή τις περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους του πλανήτη, που επιδιώκει να αναδείξει και να προστατεύσει ως πανανθρώπινη κληρονομιά, η UNESCO καταρτίζει και έναν ακόμη κατάλογο, τον «Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας». Ο κατάλογος αυτός περιέχει πρακτικές, τεχνικές, γνώσεις, δεξιότητες, αλλά και όργανα, αντικείμενα και τεχνουργήματα, που καταδεικνύουν την πολυμορφία της πολιτιστικής κληρονομιάς και της ανθρώπινης δημιουργικότητας και τη σημασία της διατήρησής της! Όλα εκείνα που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά και ορίζουν την ταυτότητα και τη συνέχεια μιας κοινότητας ή εθνότητας, ορίζουν τη σχέση της με την ιστορία και το περιβάλλον.
Ο κατάλογος αυτός καταρτίζεται κατόπιν αιτήματος κάθε συμβαλλόμενης χώρας-μέλους. Αυτονόητο είναι ότι, πολλές φορές, τέχνες, τεχνικές ή παραδόσεις γίνονται αντικείμενο διεκδίκησης και διαμάχης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων χωρών! Ο αγώνας σε διπλωματικό επίπεδο αλλά και παρασκηνιακά είναι πολύ σκληρός. Στον «Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας», λοιπόν, η Αρμενία έχει κατορθώσει μέχρι σήμερα να εισαγάγει το μουσικό όργανο «Ντουντούκ» και τη μουσική του (2008), την τέχνη λάξευσης των «Χατσκάρ» - σταυρόπετρα – για τον συμβολισμό και τη δεξιοτεχνία της (2010), την απόδοση του αρμενικού έπους «Οι Παράτολμοι του Σασούν» - γνωστό ως «Σασουντσί Ταβίτ» (2012), και τέλος το «Λαβάς» το παραδοσιακό αρμενικό ψωμί, για τον τρόπο προετοιμασίας και παρασκευής του, ως έκφραση του πολιτισμού (2014).
Είναι βέβαιο ότι τα προσεχή χρόνια, η Αρμενία, με την μακραίωνη και πλούσια πολιτισμική της παράδοση,θα εντάσσει ολοένα και νέα μνημεία, και θα εμπλουτίζει την παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά.

 

Αραξή Απελιάν - Κολανιάν

 

Πηγή: armenika.gr

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Στον διαδικτυακό τόπο μας χρησιμοποιούμε Cookies με σκοπό τη βελτίωση της online εμπειρίας σας. Επιλέγοντας να συνεχίσετε την περιήγησή σας σε αυτόν, αποδέχεστε αυτομάτως τη χρήση των cookies. Περισσότερα...

Πολιτική Απορρήτου - Όροι Χρήσης - Περιορισμός Ευθύνης - Επικοινωνία Σχετικά με Προσωπικά Δεδομένα
Αποδέχομαι

Newsletter