Menu

Η φωτογραφία με την Καρυάτιδα που συγκινεί όλους τους Έλληνες

Τον γύρο του διαδικτύου κάνει η φωτογραφία με την κλεμμένη Καρυάτιδα που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο που φαίνεται να ζητά να επιστρέψει στην πατρίδα της.

Η φωτογραφία έχει μέχρι στιγμής εκατοντάδες κοινοποιήσεις και όλο και γίνεται και γνωστότερη, ενώ συγκινητικό είναι το μήνυμα που αναγράφεται δεξιά και αριστερά από το άγαλμα της Καρυάτιδας.

Στην φωτογραφία η Καρυάτιδα απεικονίζεται να λέει: «Γεννήθηκα στην Ελλάδα. Οι αδερφές μου είναι εκεί. Είμαι Ελληνίδα και θέλω να πάω στην πατρίδα μου».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή: on-news.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Ταμπουλέ σαλάτα

Υλικά

1 κούπα πλιγούρι

1 ώριμη ντομάτα

2 ματσάκια μαϊντανό
1 ματσάκι φρέσκο κρεμμύδι
αλάτι
½ κ.γ. κόκκινο πιπέρι
1 λεμόνι
λάδι
νερό


Προετοιμασία
Καθαρίζουμε το πλιγούρι και το πλένουμε πολύ καλά.
Βάζουμε σε ένα μπολ το πλιγούρι (άψητο) και το νερό (μέχρι να σκεπαστεί) και το αφήνουμε μέχρι να ρουφήξει όλο το νερό.
Ψιλοκόβουμε τα κρεμμύδια την ντομάτα και το μαϊντανό και τα βάζουμε μαζί με όλα τα υλικά στο μπολ και τα ανακατεύουμε.

 

 

Πηγή: armenika.gr


Διαβάστε περισσότερα...

Μπλετσίκ

Υλικά για κρέπα

3 αυγά

3 ποτήρια γάλα

3 ποτήρια αλεύρι

λίγο αλάτι

 

Για τη γέμιση

1 κιλό μοσχαρίσιο κιμά

2 μεγάλα κρεμμύδια

αλάτι , πιπέρι

 

Ανακατεύουμε πολύ καλά στο μίξερ τα υλικά για τη κρέπα. Τσιγαρίζουμε τα κρεμμύδια και προσθέτουμε το κιμά, το αλάτι και πιπέρι. Όταν είναι έτοιμο το αποσύρουμε από τη φωτιά και το αφήνουμε να κρυώσει. Ζεσταίνουμε ένα αντιπολιτικό τηγάνι και βάζουμε μια κουτάλα από το χυλό της κρέπας. Μόλις ψηθεί από τη μια μεριά το γυρίζουμε από την άλλη. Συνεχίζουμε το ίδιο για όλες τις κρέπες. Μόλις τελειώσουν όλες και παγώσουν, παίρνουμε μια κουταλιά κιμά και το βάζουμε στο κέντρο της κρέπας και το κλείνουμε από τις τέσσερις πλευρές "κολλώντας" το με λίγο νερό. Όταν θέλουμε να να τα φάμε λιώνουμε λίγο Βιτάμ και τηγανίζουμε τις έτοιμες κρέπες από τις δύο μεριές.

 

 

Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Λεωνίδας Τούμπανος

Με το φακό του στραμμένο στον Άνθρωπο

 Με τη μηχανή του ανά χείρας, περιπλανιέται εντός και εκτός συνόρων γνωρίζοντας ανθρώπους, κουλτούρες και πολιτισμούς. Ο φωτογράφος Λεωνίδας Τούμπανος μιλά στα «Αρμενικά» για όλα όσα «κεντρίζουν» το φακό του αλλά και για την εμπειρία που αποκόμισε από το ταξίδι του στο Ναγκόρνο Καραμπάχ.

Ποια είναι τα φωτογραφικά θέματα που σε ενδιαφέρουν περισσότερο;

Γενικά, μου αρέσει να μαθαίνω καινούργια πράγματα, να ανακαλύπτω άγνωστους σε μένα πολιτισμούς και ανθρώπους. Έτσι, μπαίνει στη μέση ο φακός μου- το εργαλείο μου- και με βοηθά να τους πλησιάσω και να τους καταλάβω.

 

Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείς με τους Αρμενίους στην Τουρκία και το Καραμπάχ;

Έτυχε να έχω δεθεί στενά με μια αρμενική οικογένεια που μένει κοντά μου, στο εξοχικό μου στην Ερέτρια. Έπειτα από την επαφή μου μ' αυτούς τους ανθρώπους, μου κινήθηκε η περιέργεια να μάθω περισσότερα για τους Αρμενίους.

 

Πρώτη σου δουλειά σε σχέση με τους Αρμενίους ήταν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί βρήκες αυτό που έψαχνες;

Τα τελευταία χρόνια, ο καθημερινός φόβος για τους Αρμενίους στην Τουρκία έχει αρχίσει να μειώνεται. Κάποιοι επαναφέρουν τα ονόματά τους, όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη αλλά και στην επαρχία. Μπορώ να πω πως εκεί βρήκα θέματα που με ικανοποίησαν.

 

Οι προσδοκίες σου για το Ναγκόρνο Καραμπάχ, από αφηγήσεις και συνομιλίες που είχες, επαληθεύτηκαν;

Στην πραγματικότητα δεν φανταζόμουν ότι η κατάσταση θα ήταν όπως πραγματικά είναι. Υπάρχει πολύ φτώχεια και ελλείψεις σε βασικά αγαθά. Ο κόσμος όμως είναι εργατικός. Βλέπεις ότι παλεύουν για την καθημερινότητα, φτιάχνουν μόνοι τους τα σπίτια και τους δρόμους τους.

Αυτό που μου άρεσε πολύ ήταν ότι τα παιδάκια, παρόλο που ταλαιπωρούνταν ιδιαίτερα να πάνε στο σχολείο, ήταν πολύ χαρούμενα. Βέβαια, γίνεται μεγάλη προσπάθεια για ανοικοδόμηση και ανάπτυξη. Νομίζω πως με αυτούς τους ρυθμούς, σε λιγότερο από δέκα χρόνια, η εικόνα θα έχει αλλάξει ριζικά. Επίσης,φαίνεται ότι παρά την πίεση από τους Αζέρους, το αεροδρόμιο θα ξεκινήσει τη λειτουργία του και αυτό θα βοηθήσει πολύ.

 

Υπήρξε κάτι που σε ξάφνιασε;

Με κοίταζαν περίεργα για τα μαλλιά και τα μούσια μου. Κάποιοι φωτογραφίζονταν μαζί μου, ενώ μέσα σε δυο μέρες με ήξεραν όλοι. Κάποια παιδάκια μάλιστα με φώναζαν με το όνομά μου. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε η φιλοξενία και η καλοσύνη των ανθρώπων στην πόλη αλλά και στα χωριά. Με καλούσαν στο σπίτι τους, γνωρίζοντας εξ' αρχής ότι δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε. Επίσης, με εντυπωσίασε το γεγονός πως ένιωθα απόλυτα ασφαλής. Παρότι θα ήταν λογικό για κάποιον που είναι ξένος και δεν γνωρίζει τη γλώσσα, ούτε για ένα λεπτό δεν ένιωσα φόβο.

 

Τι θέματα φωτογράφισες εκεί;

Εστίασα κυρίως στους ανθρώπους. Άλλωστε, αυτοί μου κεντρίζουν το ενδιαφέρον. Νομίζω ότι θα ξαναπάω στο Καραμπάχ, όχι μόνο για δουλειά αλλά και για διακοπές.

 

Είχε απήχηση η δουλειά σου στην Ελλάδα; Κατάφερες να τη δώσεις σε κάποιο μέσο;

Κάποιες φωτογραφίες μου μπήκαν στη σελίδα protagon.gr, ωστόσο σε γενικές γραμμές δεν υπήρξε ενδιαφέρον. Βέβαια, το κατανοώ, καθώς τα πράγματα στον Τύπο είναι πολύ δύσκολα.

 

Ποια είναι η τελευταία σου δουλειά;

Φωτογράφησα κάποιους χορευτές σε επαγγελματικά εργοστάσια, θέλοντας να δείξω την πτώση της εργατικής τάξης αλλά και γενικότερα της κοινωνίας. Αυτή η δουλειά προβλήθηκε στο Athens photo festival.

 

Αζνίβ Κασπαριάν

 

Πηγή: armenika.gr

 

Διαβάστε περισσότερα...

Περί της τίμιας κεφαλής του Προδρόμου

Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ή Πρόδρομος αποκεφαλίστηκε με εντολή του βασιλιά της Ιουδαίας, Ηρώδη Αντύπα. Αργότερα, το κεφάλι του θάφτηκε στο Όρος των Ελαιών στα Ιεροσόλυμα και το σώμα του κοντά στην πόλη Σεβαστή (Σαμάρεια).

Ανά τους αιώνες έχουν υπάρξει πάμπολλοι θρύλοι σχετικά με τον τόπο ταφής της θαυματουργής, σύμφωνα με τους πιστούς, κεφαλής του Προδρόμου. Η μουσουλμανική παράδοση υποστηρίζει ότι φυλάσσεται σε τζαμί των Ουμαγιάδων στη Δαμασκό, ενώ οι Καθολικοί πιστεύουν ότι εκτίθεται σε κοινή θέα στη βασιλική του Αγίου Σιλβέστρου της Ρώμης. Υπάρχουν επίσης εικασίες, ότι βρίσκεται στην Αμιέν της Γαλλίας ή ότι είναι θαμμένος στην Αντιόχεια της Τουρκίας.

Σύμφωνα με μια αφήγηση (με τον τίτλο «Περί της τίμιας κεφαλής του Προδρόμου») που συμπεριλαμβάνεται στην περίφημη «Ιστορία του Αγβάνκ» του Μοβσές Καγανκατβατσί, το ιερό κειμήλιο έφτασε στο Καντσασάρ στις αρχές του 13ου αιώνα. Η αφήγηση αυτή

έχει ως εξής:

Ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής εμφανίστηκε στο όνειρο ενός ταπεινού ζητιάνου και του ζήτησε να πάρει την κεφαλή, από τα χέρια δύο μοναχών που κοιμόντουσαν στη σπηλιά. Ο άνθρωπος αυτός πήρε το ιερό λείψανο με το οποίο ξεκίνησε να γιατρεύει αρρώστους. Αφού περιπλανήθηκε από το ένα μέρος στο άλλο, η κεφαλή του Βαπτιστή κατέληξε στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί κάποιος πρίγκιπας το μετέφερε στην Ιβηρία (Γεωργία) και το άφησε στον αδερφό του Χασάν Τζαλάλ. Το 1211, ο τελευταίος επισκέφθηκε τον αδερφό του και πήρε την τίμια κεφαλή για να την θάψει στον οικογενειακό τους τάφο στο Καντσασάρ, όπου και έχτισε τον ιερό ναό του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού.

Μια ακόμα αναφορά σε λείψανα του Προδρόμου σώζεται από τον 4ο αιώνα και τον ιστορικό, γραμματέα του βασιλιά Τιριδάτη της Αρμενίας, Αγαθάγγελο.

Σύμφωνα με αυτή, ο Άγιος Γρηγόριος ο Φωτιστής έφερε από την Καπαδοκία λείψανα από το σώμα του μεγάλου Προφήτη. Μέρος τους θάφτηκε στην επαρχία του Μους, όπου χτίστηκε η εκκλησία του Σουρπ Καραμπέτ και τα υπόλοιπα φυλάγονται ως τις μέρες μας, σε μια σταυροειδή λειψανοθήκη στο Ετσμιατζίν.

 

Αρτίν Κρικοριάν

Περιοδικό Yerevan

 

Πηγή: armenika.gr

 

Διαβάστε περισσότερα...

Η νέα ταινία της Σουζάν Χαρνταλιάν «Τα τατουάζ της γιαγιάς»

Η Σου­ζάν Χαρ­ντα­λιάν εί­ναι συγ­γρα­φέ­ας και σκη­νο­θέ­της. Σπού­δα­σε δη­μο­σιο­γρα­φί­α στη Βη­ρυ­τό και το Πα­ρί­σι και ερ­γά­στηκε ως α­νε­ξάρ­τη­τη δη­μο­σιο­γρά­φος στο Πα­ρί­σι ως το 1985, ο­πό­τε κι άρ­χι­σε να φτιάχνει ται­νί­ες. Συ­νερ­γά­ζε­ται με διά­φο­ρα πε­ριο­δι­κά. Έ­χει σκη­νο­θε­τή­σει πε­ρισσό­τε­ρες α­πό εί­κο­σι ται­νί­ες, που έ­χουν προ­βλη­θεί στην Ευ­ρώ­πη και τις Η­ΠΑ. Στην τε­λευ­ταί­α της ται­νί­α Τα τα­τουάζ της για­γιάς, πραγ­μα­τεύ­ε­ται έ­να ε­πώ­δυ­νο θέ­μα. Πρό­κει­ται για τη βί­αι­η αρ­πα­γή πολ­λών κο­ρι­τσιών αρ­με­νι­κής κα­τα­γω­γής κα­τά τη διάρ­κεια της γε­νο­κτο­νί­ας. Κά­ποιες α­πό αυ­τές ε­ξα­να­γκά­στη­καν στην πορ­νεί­α, άλ­λες βιά­στη­καν κι άλ­λες ε­ξα­να­γκά­στη­καν να πα­ντρευ­τούν και να γεν­νή­σουν τα παι­διά ό­σων τις εί­χαν αρ­πά­ξει. Ό­λες έ­φε­ραν ση­μά­δια σαν τα­τουάζ στο σώ­μα τους, για να τις ξε­χω­ρί­ζουν. Η για­γιά της Χαρ­ντα­λιάν ήταν μι­α α­πό αυ­τές τις γυ­ναί­κες...

«Tη για­γιά μου την Χα­νούμ δεν την α­γά­πη­σα πο­τέ, ού­τε κι αυ­τή ε­μέ­να. Α­πέ­φευ­γε κά­θε σω­μα­τι­κή ε­πα­φή. Δεν μας α­γκά­λια­ζε, δεν μας α­κουμπού­σε, ού­τε ή­θε­λε να την α­κου­μπά­ει κα­νείς»

 

 

Πώς προ­έ­κυ­ψε η ι­δέ­α γι’ αυ­τή την ται­νί­α;

Για πολ­λά χρό­νια ο λα­ός μας έ­χει μι­λή­σει για τη γε­νο­κτο­νί­α. Έ­χου­με ε­ρευνή­σει το θέ­μα, το έ­χου­με συ­ζη­τή­σει, έ­χου­με α­παι­τή­σει δι­καί­ω­ση, αλ­λά δεν είχα πο­τέ φα­ντα­στεί ό­τι θα συ­να­ντού­σα κά­ποιον που έ­χει βιώ­σει τη γε­νο­κτο­νί­α, και μά­λι­στα μέ­σα α­πό έ­να θέ­μα «τα­μπού». Πρό­κει­ται για έ­να τραύ­μα που δεν έ­χει ε­που­λω­θεί σε ό­λα αυ­τά τα χρό­νια.

Έ­κα­να έ­ρευ­νες σε διε­θνείς ορ­γα­νι­σμούς, ψά­χνο­ντας αρ­χεί­α και σκα­λί­ζο­ντας το θέ­μα της γε­νο­κτο­νί­ας, ό­ταν έ­πε­σα πά­νω σε φω­το­γρα­φί­ες γυ­ναι­κών που εί­χαν ση­μά­δια σαν τα­τουάζ στα πρό­σω­πα και τα σώ­μα­τά τους. Τό­τε σκέ­φτη­κα «Μα, ε­γώ τα ξέ­ρω αυ­τά τα ση­μά­δια, τα έ­χω δει μέ­σα στο σπί­τι μας»... Μπρο­στά στα μά­τια μου ξε­τυ­λι­γό­ταν η τρα­γι­κή ι­στο­ρί­α χι­λιά­δων κο­ρι­τσιών, τα ο­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν ως σκλά­βες στα χρό­νια της γε­νο­κτο­νί­ας.

Η για­γιά μου η Χα­νούμ ή­ταν μί­α α­πό αυ­τές. Ού­τε ε­γώ την α­γά­πη­σα πο­τέ, ού­τε κι αυ­τή ε­μέ­να. Α­πέ­φευ­γε κά­θε σω­μα­τι­κή ε­πα­φή. Δεν μας α­γκά­λια­ζε, δεν μας α­κουμπού­σε, ού­τε ή­θε­λε να την α­κου­μπά­ει κα­νείς.

Ξαφ­νι­κά άρ­χι­σα ν’ α­ντι­λαμ­βά­νο­μαι ό­τι αυ­τά που έ­βλε­πα δεν ή­ταν ι­στο­ρί­ες σ’ έ­να βι­βλί­ο. Ξαφ­νι­κά η ι­στο­ρί­α α­φο­ρού­σε έ­να ά­το­μο α­πό το οι­κο­γε­νειακό μου πε­ρι­βάλ­λον. Ο πό­νος παίρ­νει άλ­λες δια­στά­σεις ό­ταν δεν τον βλέ­πεις από μα­κριά. Για­τί ή­ταν «τα­μπού» αυ­τό το θέ­μα; Πά­ντα προ­σπα­θού­σα­με ν’ απο­φεύ­γου­με το θέ­μα, να πε­ρι­φρο­νού­με αυ­τά τα ά­το­μα, να ξορ­κί­ζου­με το κα­κό.

Η μη­τέ­ρα μου γνώ­ρι­ζε, αλ­λά δεν μι­λού­σε. Ό­λοι έ­με­ναν σιω­πη­λοί. Η στά­ση αυ­τή ή­ταν α­πο­τέ­λε­σμα της άρ­νη­σης που βί­ω­ναν. Τε­λι­κά μί­λη­σε η μη­τέ­ρα μου. Η γιαγιά Χα­νούμ έ­μει­νε για ε­πτά χρό­νια με έ­ναν άλ­λο ά­ντρα. Ή­ταν μό­λις 12 ε­τών τό­τε.

 

Ποια ή­ταν η μοί­ρα αυ­τών των κο­ρι­τσιών;

Ξέ­ρε­τε, θε­ω­ρώ πο­λύ εν­δια­φέ­ρον το γε­γο­νός ό­τι α­να­φε­ρό­μα­στε με με­γά­λη υ­περη­φά­νεια στους «φε­ντα­ΐ»(ε­πα­να­στά­τες) αλ­λά και ό­σους Αρ­με­νί­ους α­ντι­στά­θη­καν, δεν λέμε ό­μως κου­βέ­ντα γι’ αυ­τές τις γυ­ναί­κες. Εί­ναι η­ρω­ί­δες, ό­χι μό­νο για­τί αντι­με­τώ­πι­σαν αυ­τή την κα­τά­στα­ση, αλ­λά και για­τί συγ­χρό­νως ο λα­ός μας έ­ριξε στους ώ­μους αυ­τών των παι­διών την υ­πο­χρέ­ω­ση της συ­νέ­χι­σης της ζω­ής, καθώς το έ­θνος έ­πρε­πε να ε­πι­βιώ­σει. Κι αυ­τές έ­φε­ραν εις πέ­ρας το έρ­γο που τους ε­μπι­στεύ­θη­καν.

Τους ή­ρω­ες τους τρα­γου­δή­σα­με, γρά­ψα­με γι’ αυ­τούς βι­βλί­α, δι­η­γη­θή­κα­με τα κα­τορ­θώ­μα­τά τους. Τις γυ­ναί­κες αυ­τές ό­μως τις πε­ρι­φρο­νή­σα­με, τις θε­ω­ρήσα­με μί­α­σμα. Οι ά­ντρες δεν ή­θε­λαν να έ­χουν κα­μί­α σχέ­ση μα­ζί τους. Πολ­λές, κα­θώς το αρ­με­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον τις α­πέρ­ρι­πτε, προ­σπά­θη­σαν ως και να ε­πι­στρέψουν στους Τούρ­κους. Ό­σον α­φο­ρά τις γυ­ναί­κες με τα ση­μά­δια-τα­τουάζ, η τύ­χη τους ή­ταν πο­λύ χει­ρό­τε­ρη. Το πα­ρελ­θόν που τους ε­πι­βλή­θη­κε δεν ξε­χά­στη­κε πο­τέ.

Το γε­γο­νός αυ­τό μου προ­κα­λεί με­γά­λο πό­νο.

Τις γυ­ναί­κες αυ­τές που κυ­νη­γή­θη­καν για χρό­νια, τις θε­ω­ρή­σα­με έ­νο­χες. Έχουν γρα­φτεί α­κό­μα και άρ­θρα στις ε­φη­με­ρί­δες με τί­τλους ό­πως «πρέ­πει να κα­θα­ρι­στούν αυ­τές οι γυ­ναί­κες»...

 

Ή­ταν εύ­κο­λη η ο­λο­κλή­ρω­ση της υ­πό­θε­σης της ται­νί­ας;

Ό­ταν ξε­κί­νη­σα την ται­νί­α σκε­πτό­μουν τις γυ­ναί­κες της Ρουά­ντα, γνω­ρί­ζοντας ό­τι η βί­α και η γε­νο­κτο­νί­α χρη­σι­μο­ποιού­νται στους πο­λέ­μους ως στρα­τιω­τι­κές στρα­τη­γι­κές. Εί­ναι έ­νας τρό­πος να ε­ξο­ντώ­σεις τον α­ντί­πα­λο ό­ταν τον νι­κάς «γε­νε­τι­κά». Γι’ αυ­τό το λό­γο ο Ο­Η­Ε α­πο­φά­σι­σε να έ­χει εκ­πρό­σω­πο στη Ρουά­ντα, για να προ­λά­βει αυ­τού του εί­δους τα συμ­βά­ντα.

Ε­μείς οι Αρ­μέ­νιοι έ­χου­με πλη­ρώ­σει πο­λύ α­κρι­βό τί­μη­μα, ό­ταν ο­λό­κλη­ρη η νέα γε­νιά μας, τα νε­α­ρά κο­ρί­τσια, έ­γι­ναν γυ­ναί­κες άλ­λων, τις άρ­πα­ξαν α­πό το λα­ό τους και τις έ­κα­ναν ι­διο­κτη­σί­α ε­νός άλ­λου λα­ού.

Ή­ταν δύ­σκο­λη η πλο­κή της ται­νί­ας, για­τί ή­θε­λα να πα­ρου­σιά­σω τη Γε­νο­κτο­νί­α των Αρμενίων με μια νέ­α ο­πτι­κή. Ή­ταν πο­λύ δύ­σκο­λη και η χρη­μα­το­δό­τη­σή της.

Στο με­τα­ξύ η άρ­νη­ση συ­νε­χι­ζό­ταν. Η α­δελ­φή της για­γιάς μου ζού­σε ε­νώ γύ­ριζα την ται­νί­α. Ή­ταν 98 ε­τών και έ­πρε­πε να δεί­τε πώς αυ­τή η γυ­ναί­κα αρ­νιό­ταν τα γε­γο­νό­τα με διά­φο­ρες δι­καιο­λο­γί­ες ό­πως «τα παι­διά έ­παι­ζαν κι έ­κα­ναν τα­τουάζ»... Η ντρο­πή, η άρ­νη­ση εί­χε διεισ­δύ­σει τό­σο στην ψυ­χο­λο­γί­α τους, ώστε α­κό­μη και δε­κα­ε­τί­ες με­τά προ­σπα­θού­σαν να κρα­τή­σουν μα­κριά α­πό τις οικο­γέ­νειές τους αυ­τή την τρα­γω­δί­α.

Τα γυ­ρί­σμα­τα της διάρ­κειας μιας ώ­ρας ται­νί­ας «Τα τα­τουάζ της για­γιάς» κρά­τη­σαν δύ­ο χρό­νια κι έ­γι­ναν στη Σου­η­δί­α, το Λί­βα­νο, τις ό­χθες του Ευφρά­τη, την πό­λη Ντερ Ζορ της Συ­ρί­ας, κα­θώς και τις Η­νω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες.

 

Εφημερίδα “Αζάτ Ορ”μετάφραση:Ναζίκ Τζαμουζιάν

 

Πηγή: armenika.gr

 

Διαβάστε περισσότερα...

Αρντασές Μαργκοσιάν

Υπεύ­θυ­νος σύ­ντα­ξης του εκ­δο­τι­κού οί­κου Α­ΡΑΣ με έ­δρα την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη

 Ο εκ­δο­τι­κός οί­κος Α­ΡΑΣ ι­δρύ­θη­κε το 1993 στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και πο­λύ γρή­γο­ρα ε­δραιώ­θη­κε με τον τί­τλο «Α­νοι­χτό πα­ρά­θυ­ρο προς την αρ­με­νι­κή γραμ­μα­τεί­α». Με την έκ­δο­ση βιβλί­ων, κυ­ρί­ως στα αρ­μενι­κά (δυ­τι­κο­αρ­με­νι­κή διά­λε­κτο) και στα τουρ­κι­κά αλ­λά και στα κουρ­δι­κά και αγ­γλι­κά, α­να­δεί­χθη­κε σε έ­ναν α­πό τους ε­λά­χι­στους πο­λύ­γλωσ­σους ποιο­τι­κούς εκ­δο­τι­κούς οί­κους της Τουρ­κί­ας, βα­σι­κοί στόχοι του ο­ποί­ου εί­ναι:

- να γε­φυ­ρώ­σει μέ­σω της λο­γο­τε­χνί­ας την α­νά­γκη ε­πι­κοι­νω­νί­ας α­νά­με­σα στους λα­ούς με τις πο­λυ­ποί­κι­λες κουλ­τού­ρες, που συ­νυ­πάρ­χουν στη γε­ω­γρα­φική αυ­τή πε­ριο­χή, ώ­στε να α­να­πτυ­χθεί η αλ­λη­λο­κα­τα­νό­η­ση με­τα­ξύ τους,

- να γνω­στο­ποι­ή­σει στον κό­σμο την πα­νάρ­χαια αλ­λά και σύγ­χρο­νη αρ­με­νι­κή λογο­τε­χνί­α, ι­στο­ρί­α, τέ­χνη και εν γέ­νει τον πο­λι­τι­σμό, συμ­με­τέ­χο­ντας σε τοπι­κές και διε­θνείς εκ­θέ­σεις,

- να με­τα­φέ­ρει τις ε­μπει­ρί­ες και α­ξί­ες του αρ­με­νι­κού πο­λι­τι­σμού στις νε­ότε­ρες γε­νιές,

- να εκ­προ­σω­πή­σει στη νέ­α χι­λιε­τί­α την αρ­με­νι­κή εκ­δο­τι­κή πα­ρά­δο­ση αιώ­νων, που στην Τουρ­κί­α και ει­δι­κό­τε­ρα στην Πό­λη έ­χει πο­λύ βα­θιές ρί­ζες, συ­νεχί­ζο­ντας, ε­μπλου­τί­ζο­ντας και α­να­νε­ώ­νο­ντάς την.

Ό­λοι οι πα­ρα­πά­νω λό­γοι ώ­θη­σαν τα «Αρ­με­νι­κά» να έρ­θουν σε ε­πα­φή με τον Αρ­ντα­σές Μαρ­γκο­σιάν, υ­πεύ­θυ­νο σύ­ντα­ξης του εκ­δο­τι­κού οί­κου Α­ΡΑΣ. Ε­πι­δί­ω­ξή μας, λοι­πόν, εί­ναι να κά­νου­με γνω­στούς και στην Ελ­λά­δα τους ι­διαί­τε­ρα δρα­στή­ριους Αρ­με­νίους που ζουν και δρα­στη­ριο­ποιού­νται στη σύγ­χρο­νη Τουρ­κί­α, ο­μά­δα πε­ριο­ρι­σμέ­νη α­ριθ­μη­τι­κά, α­να­γνω­ρι­σμέ­νη ως θρη­σκευτι­κή μειο­νό­τη­τα στην Πό­λη*.

«Α­νοί­γου­με έ­να πα­ρά­θυ­ρο στην αρ­μενι­κή ιστο­ρί­α»

 

Υ­πό ποιες συν­θή­κες και με ποια α­φορ­μή άρ­χι­σε να λει­τουρ­γεί ο εκ­δοτι­κός οί­κος Α­ράς;

Η αρ­με­νι­κή κοι­νό­τη­τα της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης εί­ναι πο­λύ ε­νερ­γή. Α­πό πα­ρά­δο­ση υ­πήρ­χαν κι άλ­λες αρ­με­νι­κές εκ­δό­σεις ε­δώ στην Πό­λη. Ο εκ­δο­τι­κός οί­κος Α­ράς ξε­κί­νη­σε να λει­τουρ­γεί το 1993 με την πρω­το­βου­λί­α αλ­λά και την καθο­δή­γη­ση του Μι­γκιρ­δίτ­ς Μαρ­γκο­σιάν, συγ­γρα­φέ­α του πο­λύ γνω­στού ε­δώ στην Τουρ­κί­α βι­βλί­ου «Γγια­ούρ Μα­χα­λε­σί» (Μερ Ά­ιτ Γκογ­μέ­ρε). Ο­φεί­λω να α­να­φέ­ρω, πως ο Μι­γκιρ­δίτ­ς Μαρ­γκο­σιάν ή­ταν δά­σκα­λός μας και διευ­θυ­ντής στη σχο­λή Σουρ­π Χατ­ς. Ε­μείς οι α­πό­φοι­τοι αυ­τής της σχο­λής βά­λα­με στό­χο να εκ­δώ­σου­με στα αρ­με­νι­κά, στα τουρ­κι­κά αλ­λά και σε άλ­λες γλώσ­σες, κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνι­κά κι ι­στο­ρι­κά βι­βλί­α, δε­δο­μέ­νου ό­τι ο τουρ­κι­κός λα­ός και οι άλ­λες μειο­νό­τητες που ζουν σ’ αυ­τή τη χώ­ρα δεν γνώ­ρι­ζαν σχε­δόν τί­πο­τα για τους Αρ­μενίους. Αυ­τή ή­ταν και ε­ξα­κο­λου­θεί να εί­ναι η α­πο­στο­λή του «Α­ράς»: να γνω­στο­ποι­ή­σου­με την ύ­παρ­ξή μας, τον πο­λι­τι­σμό μας.

 

Έ­χε­τε πε­τύ­χει τους στό­χους σας;

Το γε­γο­νός ό­τι ε­δώ και 19 χρό­νια λει­τουρ­γού­με α­νε­μπό­δι­στα και α­κό­μη συ­νε­χί­ζου­με εί­ναι ού­τως ή άλλως σπου­δαί­ο για μας. Μέ­χρι σή­με­ρα έ­χου­με εκ­δώ­σει πε­ρί­που 130 βι­βλί­α, εκ των ο­ποί­ων τα 80 στην τουρ­κι­κή γλώσ­σα, ε­νώ τα 40 στα αρ­με­νι­κά. Πα­ράλ­λη­λα, εκ­δί­δου­με μει­κτά δί­γλωσ­σα ή και τρί­γλωσ­σα βι­βλί­α (αγ­γλι­κά-τουρ­κι­κά, αγ­γλι­κά-αρμε­νι­κά-τουρ­κι­κά, τε­λευ­ταί­α και κουρ­δι­κά) συ­χνά με πλού­σια ει­κο­νο­γρά­φηση, κα­θώς και ι­στο­ρι­κά λευ­κώ­μα­τα. Φυ­σι­κά, κά­θε φο­ρά που βγαί­νει έ­να και­νούργιο βι­βλί­ο α­πό το τυ­πο­γρα­φεί­ο εί­ναι με­γά­λη χα­ρά για μας.

 

Τι δυ­σκο­λί­ες ή ε­μπόδια α­ντι­με­τω­πί­σα­τε;

Φυ­σι­κά, ι­σχύ­ει το «κάθε αρ­χή και δύ­σκο­λη». Οι δυ­σκο­λί­ες μας ό­μως, δεν έ­χουν να κά­νουν με το τουρ­κι­κό κρά­τος ή την πο­λι­τι­κή. Εί­μα­στε ε­λεύ­θε­ροι να εκ­δί­δου­με ό,τι νο­μί­ζου­με, αρ­κεί βέ­βαια, να εί­ναι μέ­σα στα πλαί­σια του νό­μου.

Κα­λές εκ­δό­σεις ση­μαί­νει κα­λή ποιό­τη­τα, σω­στή χρή­ση της γλώσ­σας. Ως εκ τούτου, τα ε­μπό­διά μας εί­ναι κυ­ρί­ως η «υ­πο­χώ­ρη­ση» της ί­διας μας της γλώσ­σας, των αρ­με­νι­κών. Μέ­ρα με τη μέ­ρα μειώ­νε­ται ο α­ριθ­μός των Αρ­με­νί­ων που μι­λούν, δια­βά­ζουν ή ε­πι­κοι­νω­νούν στα αρ­με­νι­κά- ι­διαί­τε­ρα η νε­ο­λαί­α που δυ­στυ­χώς γνω­ρί­ζει λί­γα για την ι­στο­ρί­α ή τον πο­λι­τι­σμό μας. Κά­πο­τε, στα δε­κά­δες αρμε­νι­κά σχο­λεί­α της Πό­λης φοι­τού­σαν χι­λιά­δες παι­διά, μα τα τρα­γι­κά γε­γο­νότα των προ­η­γού­με­νων δε­κα­ε­τιών ώ­θη­σαν πολ­λούς Αρ­μενίους της Πό­λης στο εξω­τε­ρι­κό.

Οι πο­λύ­πλο­κες πιέ­σεις και οι δυ­σκο­λί­ες των συν­θη­κών ε­πι­βί­ω­σης, ό­ταν μά­λιστα συν­δυά­ζο­νται πα­ράλ­λη­λα με μια θρη­σκευ­τι­κή ή άλ­λη ι­διαι­τε­ρό­τη­τα, δικαιο­λο­γη­μέ­να λύ­γι­σαν την α­ντο­χή πολ­λών συ­ναν­θρώ­πων μας, οι ο­ποί­οι δεν βρίσκουν άλ­λη λύ­ση α­πό το ν’ α­φή­σουν πα­ρά τη θέ­λη­σή τους αυ­τή τη χώ­ρα. Σή­με­ρα, τα 13 εκ­παι­δευ­τι­κά μας ι­δρύ­μα­τα δεν έ­χουν πά­νω α­πό 3.000 μα­θη­τές συ­νο­λι­κά, ε­νώ ο α­ριθ­μός φθί­νει χρό­νο με το χρό­νο. Η γλώσ­σα μας δεν μι­λιέ­ται πια τό­σο στα σπί­τια, τη γει­το­νιά, την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα κι α­πό την άλ­λη ε­μείς ε­δώ δεν έχου­με αρ­με­νι­κή σχο­λή πα­νε­πι­στη­μια­κού ε­πι­πέ­δου, ώ­στε να δη­μιουρ­γη­θεί μια νέ­α γε­νιά δια­νο­ου­μέ­νων, ι­στο­ρι­κών, φι­λο­λό­γων ή δα­σκά­λων. Αυ­τή εί­ναι και η ου­σί­α του προ­βλή­μα­τός μας, αλ­λά και της α­νη­συ­χί­ας μας. Μα­κά­ρι να υ­πήρ­χε υπο­δο­μή, αρ­με­νι­κά σχο­λεί­α σε κά­θε πό­λη ή χω­ριό ό­που ζουν Αρ­μέ­νιοι.

 

Α­λή­θεια, πού μά­θα­τε ε­σείς τό­σο κα­λά αρ­μενι­κά;

Γεν­νή­θη­κα και με­γά­λωσα στο Ντι­κρα­να­γκέρ­τ (σή­με­ρα Ντιαρ­μπε­κίρ). Δη­μο­τι­κό πή­γα στο το­πι­κό κρα­τικό τουρ­κι­κό σχο­λεί­ο, δε­δο­μέ­νου ό­τι ε­κεί δεν λει­τουρ­γού­σε πια αρ­μενι­κό σχο­λεί­ο. Εν­νο­εί­ται ό­τι πα­λιό­τε­ρα λει­τουρ­γού­σαν και μά­λι­στα πολ­λά, ό­μως μετά τις σφα­γές έ­κλει­σαν. Με στό­χο την κα­λύ­τε­ρη μόρ­φω­σή μου, στα ε­φη­βι­κά μου χρό­νια ήρ­θα στην Πό­λη. Γυ­μνά­σιο και λύ­κειο πή­γα στη σχο­λή αρ­ρέ­νων Σουρ­π Χατς, ό­πως σας προ­α­νέ­φε­ρα. Η σχο­λή αυ­τή ή­ταν και οι­κο­τρο­φεί­ο, διό­τι φι­λο­ξε­νού­σε α­πο­κλει­στι­κά τα αρ­με­νά­κια α­πό τις διά­φο­ρες ε­παρ­χί­ες της Τουρ­κί­ας, με σκο­πό να γί­νουν δά­σκα­λοι ή κλη­ρι­κοί. Χά­ρη στη σχο­λή Σουρ­π Χατ­ς, που ι­δρύ­θηκε το 1953 α­πό τον Πα­τριάρ­χη μας Κα­ρε­κίν Χα­τσα­του­ριάν ε­δώ στο Σκου­τά­ρι, έ­λαβαν κα­λή μόρ­φω­ση πολ­λά παι­διά.

Το ό­ρα­μα του Πα­τριάρ­χη ή­ταν να συ­νε­χί­σει την πα­ρά­δο­ση της μο­νής Αρ­μάς, στο Α­ντά­μπα­ζαρ, ό­που εί­χε φοι­τή­σει ο ί­διος (σή­με­ρα υ­πάρ­χουν μό­νο τα ε­ρεί­πια της). Έ­τσι λοι­πόν ήρ­θα σε ε­πα­φή με τα αρ­μενι­κά γράμ­μα­τα κι έ­μα­θα τα κα­θο­μιλού­με­να αρ­μενι­κά. Ξέ­ρε­τε, ο πα­τέ­ρας μου ή­ταν α­πό τους δια­σω­θέ­ντες α­πό τις σφα­γές (4 χρο­νών τό­τε) και στο σπί­τι μας μι­λού­σα­με την αρ­με­νι­κή το­πι­κή διά­λεκτο του Ντι­κρα­να­γκέρ­τ. Με τη στορ­γή και την κα­θο­δή­γη­ση του δα­σκά­λου μας, Μι­γκιρ­δίτ­ς Μαρ­γκο­σιάν ό­χι μό­νο μά­θα­με αλ­λά κι α­γα­πή­σα­με τη γλώσ­σα μας.

Ω­στό­σο, ε­γώ ή­μουν α­πό τους λί­γους τυ­χε­ρούς. Πό­σα και πό­σα αρ­με­νά­κια που έμει­ναν στην ε­παρ­χί­α δεν μορ­φώ­θη­καν, πα­ρά το ό­τι το ε­πι­θυ­μού­σαν; Ει­δι­κά τα κο­ρί­τσια, που οι γο­νείς τους α­να­γκά­ζο­νταν να δια­κό­ψουν πολύ νω­ρίς τη μόρ­φω­σή τους, με το φό­βο μη τις κλέ­ψουν αλ­λό­θρη­σκοι για νύ­φες -συ­νη­θι­σμέ­νη πρα­κτι­κή στα χω­ριά. Δεν υ­πήρ­χε οι­κο­τρο­φεί­ο θη­λέ­ων, ώ­στε κι ε­κεί­νες να ευερ­γε­τη­θούν ό­πως σ’ αυ­τά των αρ­ρέ­νων.

Τό­σες και τό­σες αρ­με­νο­πού­λες στις α­να­το­λι­κές ε­παρ­χί­ες έμει­να­ν στο ε­πίπε­δο της υ­πο­χρε­ω­τι­κής παι­δεί­ας (δη­μο­τι­κό). Για πα­ρά­δειγ­μα οι α­δελ­φές μου θα μπο­ρού­σαν να έ­χουν φτά­σει α­κό­μη και σε πα­νε­πι­στη­μια­κό ε­πί­πε­δο, μα ο πατέ­ρας μας ή­ταν α­νέν­δο­τος και δεν τους ε­πέ­τρε­ψε να πά­νε στο τουρ­κι­κό γυ­μνάσιο. Με­γά­λο ά­δι­κο και πο­λύς φό­βος! Δεν παύ­ου­με παρ’ ό­λα αυ­τά να α­γω­νι­ζό­μαστε για το κα­λύ­τε­ρο, αν και η προ­σω­πι­κή προ­σπά­θεια δεν αρ­κεί. Ί­σως με τον και­ρό, ό­ταν με τον εκ­δη­μο­κρα­τι­σμό της Τουρ­κί­ας ε­δραιω­θεί η α­πο­δο­χή των μειο­νο­τή­των και ο σε­βα­σμός προς τον άλ­λον…

 

Με γνώ­μο­να την ποιό­τη­τα

 

Ό­πως εί­πα­τε προ­η­γου­μέ­νως η δυ­τι­κο­αρ­με­νι­κή γλώσ­σα βρί­σκε­ται σε διαρ­κή υ­πο­χώ­ρη­ση σε ό­λη τη δια­σπο­ρά, κά­τι που άλ­λω­στε δια­πι­στώ­νει σε έκ­θε­σή της και η Ου­νέ­σκο. Ε­σείς κά­νε­τε μια α­ξιέ­παι­νη προ­σπά­θεια και ί­σως ρι­σκά­ρε­τε να εκ­δί­δε­τε στην αρ­μενι­κή γλώσ­σα βι­βλί­α ι­στο­ρί­ας, δι­η­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ποί­η­ση, εκ­παι­δευτι­κά και παι­δι­κή λο­γο­τε­χνί­α. Εί­ναι έ­νας α­γώ­νας με το χρό­νο ή θέ­μα πί­στης;

Εί­ναι ό­λα αυ­τά και κάτι πα­ρα­πά­νω. Ξέ­ρε­τε, με­γα­λώ­νο­ντας σε μια οι­κο­γέ­νεια, σε μια γει­το­νιά δη­μιουρ­γείς μια ταυ­τό­τη­τα, την ο­ποί­α σου εί­ναι α­δύ­να­τον να αρ­νη­θείς. Στην πε­ρίπτω­σή μας, έ­χου­με την αρ­με­νι­κή ταυ­τό­τη­τα, την αρ­με­νι­κή ι­στο­ρί­α. Βε­βαί­ως, στην Πό­λη υ­πάρ­χουν και άλ­λοι που εκ­δί­δουν στα αρ­μενι­κά, ό­πως οι εκ­δό­σεις κά­ποιων αρ­μενι­κών ε­φη­με­ρί­δων ή η Έ­νω­ση Αρ­με­νί­ων Δα­σκά­λων που εκ­δί­δουν βιβλί­α εκ­παι­δευ­τι­κά, μα ό,τι κι αν κά­νου­με ό­λοι μα­ζί δεν αρ­κούν. Μη νο­μί­ζε­τε βέ­βαια ό­τι μό­λις εκ­δο­θεί κά­τι στα αρ­μενι­κά ε­ξα­ντλεί­ται α­μέ­σως. Αν ό­μως κά­ποιος α­να­ζη­τά κά­τι ποιο­τι­κό, με σύγ­χρο­νες α­ξιώ­σεις, η πρώ­τη πόρ­τα που θα χτυ­πή­σει εί­ναι των εκ­δό­σε­ων Α­ράς. Αυ­τό φυ­σι­κά δεν το λέ­ω για να πε­ρη­φα­νευτώ. Εί­ναι μια α­λή­θεια για την ο­ποί­α μας ε­παι­νούν οι α­να­γνώ­στες μας. Ε­πί­σης, δε­δο­μέ­νου ό­τι υ­πάρ­χει ζή­τη­ση για πιο σύγ­χρο­να αρ­μενι­κά εκ­παι­δευ­τι­κά βιβλί­α, προ­σπα­θού­με να κα­λύ­ψου­με κι αυ­τές τις α­νά­γκες για ό­λες τις τά­ξεις- από το νη­πια­γω­γεί­ο έ­ως τη δευ­τε­ρο­βάθ­μια. Εκ­δί­δου­με πα­ράλ­λη­λα βι­βλί­α και για τους δα­σκά­λους.

 

Με ά­ξο­να το θέ­μα της ε­λεύ­θε­ρης έκ­φρα­σης, έ­χε­τε πο­τέ α­να­γκα­στεί να αρ­νη­θεί­τε την έκ­δο­ση κά­ποιου βι­βλί­ου; Οι συγ­γρα­φείς σας εί­ναι συ­νή­θως αρ­με­νι­κής κα­τα­γω­γής;

Στην Τουρ­κί­α υ­πάρ­χουν πά­ρα πολ­λοί εκ­δο­τι­κοί οί­κοι. Ε­μείς εί­μα­στε συ­γκρι­τι­κά μια μι­κρή μο­νά­δα, που ήρ­θα­με για να α­νοί­ξου­με έ­να πα­ρά­θυ­ρο στο κε­νό που υ­πήρ­χε σε ό,τι έ­χει σχέ­ση με τους Αρ­μενίους. Εκ­δί­δου­με ό­μως και βι­βλί­α συγ­γρα­φέ­ων που έ­χουν σχέ­ση με τις θρη­σκευ­τι­κές ή ε­θνο­τι­κές μειο­νό­τη­τες ( Ασ­συ­ρί­ων, Κούρ­δων), με κοι­νω­νι­κά θέ­μα­τα ή με κι­νή­μα­τα, ό­πως τα δι­καιώ­μα­τα των γυ­ναι­κών και τα ανθρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα. Με γνώ­μο­να αυ­τά τα θέ­μα­τα, λοι­πόν, δεν έ­χει τύ­χει πο­τέ ως σή­με­ρα να αρ­νη­θού­με για ιδεολογικούς και πο­λι­τι­κούς λό­γους κά­ποια έκ­δο­ση. Φυ­σι­κά έ­χει τύ­χει να αρ­νη­θού­με για τε­χνι­κούς λό­γους, ποιό­τη­τας εν­νο­ώ.

 

Σε ποιους α­πευ­θύ­νονται τα βι­βλί­α σας; Ο τουρ­κι­κός λα­ός -οι νέ­οι κυ­ρί­ως- εν­διαφέ­ρο­νται για το αρ­με­νι­κό ζή­τη­μα και τον πο­λι­τι­σμό;

Στην Τουρ­κία ζουν πολ­λοί Αρ­μέ­νιοι που δεν μι­λούν ή δεν δια­βά­ζουν αρ­με­νι­κά, που δεν είχαν τη δυ­να­τό­τη­τα στην πε­ριο­χή τους να πά­νε σε αρ­μενι­κά σχο­λεί­α, ό­μως έ­χουν τη δί­ψα να έρ­θουν σε ε­πα­φή με την αρ­με­νι­κή ι­στο­ρί­α, τη λο­γο­τε­χνί­α και να μά­θουν ό,τι α­φο­ρά το λα­ό μας. Φυ­σι­κά, δεν έ­χου­με στοι­χεί­α για τους α­να­γνώστες μας, ό­μως ξέ­ρου­με ό­τι τα βι­βλί­α μας δια­βά­ζο­νται και α­πό Τούρ­κους και Κούρ­δους και γε­νι­κό­τε­ρα α­πό πά­ρα πολ­λούς που εν­δια­φέ­ρο­νται για τους Αρ­μενίους ή τα μειο­νο­τι­κά θέ­μα­τα. Γι’ αυ­τό άλ­λω­στε εκ­δί­δου­με βι­βλί­α και στα τουρ­κι­κά.

 

Το ζη­τού­με­νο, η γνώ­ση

 

Πράγ­μα­τι, τε­λευ­ταία ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο α­κού­με ει­δή­σεις για τους Αρ­μενίους στην Τουρ­κί­α, όχι μό­νο της Πό­λης αλ­λά και της Α­να­το­λί­ας. Πώς εί­ναι για έ­ναν σύγ­χρο­νο Αρ­μένιο να ζει και να δη­μιουρ­γεί στην Τουρ­κί­α;

Κά­θε αρ­με­νι­κή οι­κο­γένεια ε­δώ στην Τουρ­κί­α έ­χει μα­κρι­νούς συγ­γε­νείς, που λό­γω συν­θη­κών, ι­διαίτε­ρα με­τά τα γε­γο­νό­τα του 1915, αλ­λα­ξο­πί­στη­σαν, ε­κτουρ­κί­στη­καν ή ε­ξι­σλα­μί­στηκαν. Ει­δι­κό­τε­ρα, στις α­να­το­λι­κές ε­παρ­χί­ες συ­νέ­βη­σαν πολ­λά α­νά­λο­γα γε­γονό­τα. Υ­πάρ­χουν, λοι­πόν, σή­με­ρα τα παι­διά ή τα εγ­γό­νια αυ­τών των αν­θρώ­πων. Κανείς δεν ξέ­ρει τον α­κρι­βή α­ριθ­μό τους, μα εί­ναι πολ­λοί.

Αυ­τοί λοι­πόν με­γά­λω­σαν σε μια τουρ­κι­κή η κουρ­δι­κή οι­κο­γέ­νεια και δεν είχαν ι­δέ­α για τους Αρ­μενίους, τη γλώσ­σα ή την ι­στο­ρί­α τους. Πί­στευαν άλ­λα για την κα­τα­γω­γή τους και ξάφ­νου α­να­τρέ­πε­ται η ταυ­τό­τη­τά τους. Αυ­τοί οι άν­θρω­ποι έρ­χο­νται α­ντι­μέ­τω­ποι με μια α­να­πά­ντε­χη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ε­δώ υ­πάρ­χει μια τρα­γω­δί­α και κα­νείς δεν ξέ­ρει πού θα ο­δη­γή­σει! Μα α­κό­μη κι ε­κεί­νοι που γνώ­ρι­ζαν, αλ­λά λό­γω της σκλη­ρής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας το κρα­τού­σαν κρυ­φό, τώ­ρα τολ­μούν και μι­λούν, ψά­χνουν την ι­στο­ρί­α τους.

Ο­πωσ­δή­πο­τε η δο­λο­φο­νί­α του Χράντ Ντιν­κ έ­φε­ρε στο φως της δη­μο­σιό­τη­τας και αυ­τό το θέ­μα. Άλ­λω­στε ε­κεί­νη την η­μέ­ρα στην κη­δεί­α του οι χι­λιά­δες χι­λιάδων, που φώ­να­ζαν «κι ε­μείς εί­μα­στε Αρ­μέ­νιοι», «κι ε­μείς εί­μα­στε Χράντ Ντινκ» δεν ή­ταν ό­λοι Αρ­μέ­νιοι. Σί­γου­ρα ή­ταν και Τούρ­κοι, Κούρ­δοι, Λά­ζοι ή άλ­λοι που δια­δή­λω­σαν κα­τά αυ­τής της α­δι­κί­ας. Ή­ταν έ­να ξέ­σπα­σμα για τις α­λή­θειες που εί­χαν κα­τα­πιε­στεί. Ό­λο αυ­τό έ­χει φυ­σι­κά τε­ρά­στιες πο­λι­τι­κές δια­στά­σεις. Το ζη­τού­με­νο εί­ναι να α­πο­κα­λυ­φθεί η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, να μπουν τα ερω­τή­μα­τα κι α­πό κει και πέ­ρα ο κα­θέ­νας να κά­νει τις ε­πι­λο­γές του.

 

Η δου­λειά σε έ­ναν εκδο­τι­κό οί­κο σή­με­ρα εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο θυ­σί­α ή ευ­χα­ρί­στη­ση;

Ναι, θα το ο­νό­μα­ζα και θυ­σί­α ε­κτός α­πό ευ­χα­ρί­στη­ση. Βλέ­πε­τε, 120-130 βι­βλί­α σε 19 χρό­νια δεν εί­ναι πολ­λά, ώ­στε να πού­με πως θα κα­λυ­φθού­με οι­κο­νο­μι­κά. Οι άλ­λες εκ­δό­σεις βγά­ζουν κατά μέ­σον ό­ρο 1-2 βι­βλί­α το μή­να. Ε­μείς δεν έ­χου­με αυ­τή τη δυ­να­τό­τη­τα. Ό­πως προα­νέ­φε­ρα, νιώ­θου­με ό­τι εί­ναι α­πο­στο­λή μας να συμ­βά­λου­με ώ­στε να βγει στο φως έ­να νέ­ο βι­βλί­ο, νέ­ες γνώ­σεις. Αυ­τό εί­ναι το με­ρά­κι μας κι α­πό αυ­τό άλ­λωστε α­ντλού­με με­γά­λη ι­κα­νο­ποί­η­ση. Βα­σι­ζό­μα­στε φυ­σι­κά και σε πο­λύ ε­θε­λο­ντική δου­λειά α­πό τους συ­νερ­γά­τες μας.

Ποια βι­βλί­α προ­τείνε­τε στους Αρ­με­νί­ους της δια­σπο­ράς; Πώς μπο­ρεί να τα βρει ή να τα λά­βει κανείς;

Με τα σύγ­χρο­να μέ­σα, είτε τη­λε­φω­νι­κά εί­τε μέ­σω δια­δι­κτύ­ου, εί­μα­στε σε θέ­ση και στέλ­νου­με τα βιβλί­α μας ό­που μας ζη­τη­θεί.

Σε αυ­τό το ση­μεί­ο δεν θα ή­θε­λα να πα­ρα­λεί­ψω μια ανα­φο­ρά στην παι­δι­κή μας βι­βλιο­θή­κη. Πρό­κει­ται για σει­ρά με πα­ρα­μύ­θια, βιβλί­α που συν­δυά­ζουν το παι­χνί­δι και τη δια­σκέ­δα­ση με τις γνώ­σεις, εκ­παιδευ­τι­κά βι­βλί­α κλπ.

Ό­ποιος εν­δια­φέ­ρε­ται για την ποί­η­ση, πρό­σφα­τα εκ­δώ­σα­με ό­λη τη συλ­λο­γή ποιη­μά­των του Ζα­χράτ, ε­νός νε­ω­τε­ρι­στή, μο­ντέρ­νου και πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νου αρ­μένιου ποι­η­τή, του ο­ποί­ου η α­πώ­λεια - έ­να μή­να με­τά του Χρά­ντ Ντιν­κ- μας συ­γκλόνι­σε ό­λους ε­δώ. Τα έρ­γα του έ­χουν με­τα­φρα­στεί και στα τουρ­κι­κά.

Ό­σον α­φο­ρά την πε­ζο­γρα­φί­α, προ­τεί­νω α­νε­πι­φύ­λα­κτα τα έρ­γα του Ζα­βέν Μπι­μπε­ριάν και ει­δι­κό­τε­ρα το τε­λευ­ταί­ο του, «Μερ­τσου­νε­ρού Βερ­τσα­λού­ι­σε», το ο­ποί­ο με­ταφρά­στη­κε και στα γαλ­λι­κά, ό­που εί­χε με­γά­λη ε­πι­τυ­χί­α αλ­λά και στα τουρ­κι­κά (Babam Ashkaleye gitmedi) με τε­ράστια α­πή­χη­ση.

Περ­νώ­ντας στη σύγ­χρο­νη πε­ζο­γρα­φί­α, θα πρό­τει­να το «Γκιαν­κί Λου­σα­ντσκέν» α­πό τον Γερ­βά­ντ Γκο­πε­λιάν, έ­ναν πο­λύ κα­λό λο­γο­τέ­χνη που αρ­θρο­γρα­φούσε πα­λαιό­τε­ρα και στην ε­φη­με­ρί­δα Α­γκός αλ­λά και τον Με­ντσου­ρί, του ο­ποί­ου τα έρ­γα α­φο­ρούν τη ζω­ή στην ε­παρ­χί­α και ει­δι­κό­τε­ρα την Α­να­το­λί­α. Ά­ξιος ι­διαί­τε­ρης μνεί­ας εί­ναι και ο πο­λυ­γρα­φό­τα­τος Μι­κιρ­δίτ­ς Μαρ­γκο­σιάν, δά­σκαλός μας και ε­μπνευ­στής της ί­δρυ­σης του «Α­ράς», α­πό τα έρ­γα του ο­ποί­ου το πιο γνω­στό εί­ναι το «Μερ ά­ιτ γκογ­μέ­ρε», (με­τα­φρα­σμέ­νο στα τουρ­κι­κά «Γκια­ούρ Μα­χα­λε­σί» έ­φτα­σε αι­σί­ως τη 14η έκ­δο­ση, με­τα­φρά­στη­κε πρό­σφα­τα και στα κουρ­δι­κά, ολ­λαν­δι­κά και γαλ­λι­κά) και πραγ­μα­τεύ­ε­ται τη ζω­ή στο Ντιαρ­μπε­κίρ. Προ­τεί­νω, ε­πί­σης, το βι­βλί­ο «Κραυ­γή Δι­καιο­σύ­νης» με κεί­με­να πέντε φε­μι­νι­στριών, των Σιρπου­ή Ντου­σάπ, Ελ­μπίς Γκε­σα­ρα­τζιάν, Σι­μπίλ, Χα­ϊ­γκα­νούς Μαρ­κιέ και Ζα­μπέλ Γε­σα­γιάν.

Ε­πί­σης, δυο α­πό τα βι­βλί­α μας τα γνω­ρί­σα­τε ή­δη στην Ελ­λά­δα. Πρό­κει­ται για το «Ευ­λο­γη­μέ­νο να ‘­νε το τρα­πέ­ζι σας» της Τα­κου­ή Τοβ­μα­σιάν, που κυ­κλο­φο­ρεί σε αρ­κε­τές γλώσ­σες, ό­πως και το «Τα­ξί­δι στην Α­να­το­λί­α» του Ου­ί­λιαμ Σα­ρογιάν. Υ­πάρ­χουν βέ­βαια και πολ­λά α­κό­μη…

Να προ­σθέ­σω ό­τι ως εκ­δο­τι­κός οί­κος συμ­με­τέ­χου­με στις διε­θνείς εκ­θέ­σεις βι­βλί­ων, που λαμ­βά­νουν χώ­ρα στην Τουρ­κί­α ή στο ε­ξω­τε­ρι­κό, ό­πως και στη διε­θνή έκ­θε­ση βι­βλί­ου της Φραν­κφούρ­της.

 

Θα θέ­λα­τε να προ­σθέσε­τε κά­τι για τα μελ­λο­ντι­κά σας σχέ­δια ί­σως;

Στις μέ­ρες μας εί­ναι δύ­σκο­λο να σχε­διά­σου­με το μέλ­λον, ό­μως εί­μα­στε αι­σιό­δο­ξοι. Βα­δί­ζου­με, βεβαί­ως, στο δρό­μο του ρε­α­λι­σμού και έ­χου­με υ­πό­ψη μας πά­ντα και τις μα­ταιώ­σεις που μπο­ρεί να συμ­βούν.

Η ι­στο­ρί­α μας έ­χει α­πο­δεί­ξει ό­τι η πο­ρεί­α της είναι πά­ντα ρευ­στή. Τί­πο­τε δεν εί­ναι δε­δο­μέ­νο. Ε­μείς εί­μα­στε άν­θρω­ποι του μόχθου, πι­στοί στην α­πο­στο­λή μας και έ­τσι θα συ­νε­χί­σου­με...

Επ’ ευ­και­ρί­α να ευ­χη­θώ στο πε­ριο­δι­κό σας κά­θε ε­πι­τυ­χί­α και κα­λή τύ­χη!

 

*Ό­σοι ζουν στην υ­πό­λοι­πη Τουρ­κί­α, ε­κτός των ο­ρί­ων της Κων­σταντι­νού­πο­λης, δεν χαί­ρουν αυ­τής της α­να­γνώ­ρι­σης. Έ­τσι πα­ρα­μέ­νει ε­ρω­τη­μα­τικό το ποιο θα εί­ναι το στά­τους ό­λων ε­κεί­νων των πο­λι­τών, που τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια φα­νε­ρώ­νουν την κρυ­φή κα­τα­γω­γή τους και που μέ­ρα με τη μέ­ρα αυ­ξά­νονται με γε­ω­με­τρι­κή πρό­ο­δο (υ­πο­λο­γί­ζο­νται σε ε­κα­τομ­μύ­ρια «κρυ­πτό­αρ­μέ­νιοι»).

 

Κουήν Μινασιάν

 

Πηγή: armenika.gr

 

 

Διαβάστε περισσότερα...

Βαζκέν Εσαγιάν

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ Α­ΦΙΕ­ΡΩ­ΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙ­Η­ΤΗ ΚΑΙ ΔΗ­ΜΟ­ΣΙΟΓΡΑ­ΦΟ

Ο Βαζ­κέν Ε­σα­γιάν γεν­νή­θη­κε στο Ερ­ζε­ρούμ το 1908. Με­τά τη μι­κρα­σια­τι­κή κα­τα­στροφή κα­τέ­φυ­γε στην Ελ­λά­δα με την οι­κο­γέ­νειά του. Φοί­τη­σε στο Γαλ­λι­κό Κο­λέ­γιο της Σύ­ρου ό­που έ­μα­θε την ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα. Το 1926 ε­γκα­τα­στά­θη­κε στην Α­θή­να κι ε­πι­δό­θη­κε με πραγ­μα­τι­κό πά­θος στη με­λέ­τη της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνί­ας. Το 1949 ε­ξέ­δω­σε την «Αν­θο­λο­γί­α της Νε­ολ­λη­νι­κής Ποι­ή­σε­ως» υ­πό τον τί­τλο Ε­λε­να­γκάν Κναρ (Ελ­λη­νι­κή Λύ­ρα) με εκ­πλη­κτι­κές με­τα­φρά­σεις α­πό το έρ­γο 98 νε­ο­ελ­λή­νων ποι­η­τών. Με­τα­φρά­σεις του με σχε­τι­κά βιο­γρα­φι­κά και κρι­τι­κά άρ­θρα, δη­μο­σιεύ­θη­καν στο ε­ξαί­ρε­το φι­λο­λο­γι­κό πε­ριο­δι­κό Α­ρε­βα­κάλ (Χά­ρα­μα) κα­θώς και στην ε­φη­με­ρί­δα Νορ Ορ (Νέ­α Η­μέ­ρα). Η ποί­η­σή του είναι αυ­θόρ­μη­τη, τρυ­φε­ρή και νο­σταλ­γι­κή, δια­πο­τι­σμέ­νη πά­ντα α­πό μια βα­θιά με­λαγ­χο­λί­α. Έ­χει α­νέκ­δο­τες δυο ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές κι αρ­κε­τές με­τα­φρά­σεις α­πό ξέ­νους ποι­η­τές και πε­ζο­γρά­φους. Υ­πήρ­ξε α­πό τους ι­δρυ­τές της κα­θημε­ρι­νής αρ­με­νό­γλωσ­σης Α­ζάτ Ορ (Ελεύ­θε­ρη Η­μέ­ρα) το 1945, ε­νώ α­πό το 1950 και μέ­χρι το θά­να­τό του το 1978 ή­ταν ο αρ­χι­συ­ντά­κτης της.

 

Zη­τή­σα­με α­πό τον Α­γκόπ Τζε­λα­λιάν, ε­πί­λε­κτο μέ­λος της αρ­με­νι­κής κοι­νό­τη­τας, να μας στα­χυο­λο­γή­σει με­ρι­κές πτυ­χές της προ­σω­πι­κό­τη­τάς του:

Ο Βαζ­κέν Ε­σα­γιάν υ­πήρ­ξε έ­να πραγ­μα­τι­κό σύμ­βο­λο αυ­τοθυ­σί­ας, έ­νας μο­να­δι­κός άν­θρω­πος που ά­φη­σε α­νε­ξί­τη­λο το στίγ­μα του στον ημε­ρή­σιο αρ­με­νι­κό Τύ­πο της αρ­με­νι­κής κοι­νό­τη­τας της Ελ­λά­δος. Συ­νερ­γά­στηκα μαζί του α­πό το 1956 μέ­χρι το θά­να­τό του το 1978 και τον θυ­μά­μαι να γρά­φει με σχο­λα­στι­κό­τη­τα τα κεί­με­νά του. Αν δεν του ά­ρε­σε κά­τι, δεν το διόρ­θω­νε.

Το ξανάγραφε. Ή­ταν έ­νας α­κού­ρα­στος «ερ­γά­της» του Τύ­που, που κοι­μό­ταν ε­λά­χι­στα, πολλές φο­ρές μά­λι­στα στα γρα­φεί­α της ε­φη­με­ρί­δας, σ’ έ­να α­νή­λιο υ­πό­γειο.

Έ­νας α­πό­λυ­τος α­σκη­τής που α­γά­πη­σε μια γυ­ναί­κα στη ζω­ή του και έ­μει­νε πιστός σ’ αυ­τήν, πα­ρά το γε­γο­νός ό­τι η τε­λευ­ταί­α δη­μιούρ­γη­σε δι­κή της οι­κογέ­νεια. Ή­ταν η πε­ρί­πτω­ση του αυ­θε­ντι­κού δια­νο­ού­με­νου που θυ­σί­α­σε τη δη­μιουρ­γί­α του για την κα­θη­με­ρι­νή πνευ­μα­τι­κή τρο­φή. Γι’ αυ­τόν η ε­φη­με­ρί­δα ήταν λο­γο­τε­χνί­α.

Ο Κού­λης Α­λέ­πης εί­χε γρά­ψει έ­να βι­βλί­ο με τί­τλο Άν­θη α­πό κή­πους ξέ­νους που ή­ταν με­τα­φρά­σεις ξέ­νης ποί­η­σης. Μια μέ­ρα ο Κω­στής Πα­λα­μάς(1) τον ο­ποί­ο θαύ­μα­ζε, του ρί­χνει την ιδέ­α να δο­κι­μά­σει να με­τα­φρά­σει αρ­μενι­κή ποί­η­ση λέ­γο­ντάς του ό­τι πρό­κει­ται για μια πο­λύ σπου­δαί­α ποί­η­ση και ότι α­ξί­ζει τον κό­πο να ε­ντρυ­φή­σει σ’ αυ­τήν. Πή­γε στην αρ­με­νι­κή ε­φη­με­ρί­δα Νορ Ορ και α­να­ζή­τη­σε τον Β. Ε­σα­γιάν. Γνωρί­στηκαν κι έ­γι­ναν φί­λοι. Καρ­πός της συ­νεργα­σί­ας τους υ­πήρ­ξε η Αρ­με­νι­κή Μού­σα, μια συλ­λο­γή αρ­με­νι­κών ποι­η­μά­των που με­τα­φρά­στη­καν στα ελ­λη­νι­κά. Ό­πως μου α­πο­κά­λυ­ψε ο ποι­η­τής Νί­κος Ση­μη­ριώ­της, σύ­χνα­ζαν στ’ «Αρ­μέ­νι­κα», στην πα­ρα­γκού­πο­λη του Δουρ­γου­τί­ου πί­νο­ντας ου­ζά­κια και δο­κι­μά­ζο­ντας αρ­μέ­νι­κους με­ζέ­δες. Ο Β. Ε­σα­γιάν αν και δεν εί­χε τί­τλους σπου­δών ή­ταν έ­νας πη­γαί­ος δια­νο­ού­μενος. Δεν ή­ταν τυ­χαί­ο που ο Νι­κη­φό­ρος Βρετ­τά­κος έ­κα­νε πα­ρέ­α μα­ζί του. Ε­μπνεύστη­κε α­πό την αρ­με­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κι α­γά­πη­σε τους Αρ­με­νί­ους. Έ­νας άλλος ποι­η­τής, ο Νί­κος Ση­μη­ριώ­της, α­νη­ψιός του ο­μό­τε­χνού του, α­κα­δη­μα­ϊ­κού Άγγε­λου Ση­μη­ριώ­τη, που ε­μπνεύ­στη­κε α­πό την αρ­με­νι­κή ποί­η­ση κι α­κο­λού­θη­σε πρα­κτι­κά το πα­ρά­δειγ­μα του Α­λέ­πη μα­θαί­νο­ντας την αρ­με­νι­κή γλώσ­σα, εί­χε δια­τυ­πώ­σει την ά­πο­ψη ό­τι η αρ­με­νι­κή γλώσ­σα εί­ναι η πιο αρ­μο­νι­κή και γλυ­κειά γλώσ­σα του κό­σμου. Η μαρ­τυ­ρί­α του για την αρ­με­νι­κή γλώσ­σα έ­χει με­γά­λη βα­ρύ­τη­τα κα­θώς ή­ταν ευ­ρυ­μα­θέ­στα­τος και πο­λύ­γλωσ­σος.

Πα­ρα­θέ­του­με έ­να α­νέκ­δο­το κεί­με­νο του ποι­η­τή, «Ο Νί­κος Ση­μη­ριώ­της και τ’ αρ­με­νι­κά»:

Α­πό νέ­ος – θα ή­μουν 25 ε­τών – εί­χα γρά­ψει μια με­λέ­τη για την πα­γκό­σμια ποίη­ση. Μου εί­χε ι­διαί­τε­ρα κι­νή­σει το εν­δια­φέ­ρον της μου­σι­κό­τη­τας στην ποί­ηση κι εί­χα βγά­λει το συ­μπέ­ρα­σμα πώς σ’ ό­ποια γλώσ­σα κι αν γρά­φε­ται, προ­ϋπό­θε­ση για την ο­μορ­φιά ε­νός ποι­ή­μα­τος εί­ναι η μου­σι­κό­τη­τά του. Ε­πει­δή ξέρω πολ­λές γλώσ­σες, εί­χα συ­γκε­ντρώ­σει αρ­κε­τά ποι­ή­μα­τα που ξε­χώ­ρι­ζαν για τη μου­σι­κό­τη­τά τους, κι α­να­ζη­τού­σα κι άλ­λα για να κά­νω μια με­λέ­τη. Έ­τσι μπό­ρεσα να βρω και με­ρι­κά αρ­με­νι­κά ποι­ή­μα­τα και συ­ζη­τώ­ντας με τον Κού­λη Α­λέ­πη, α­να­κά­λυ­ψα πώς ε­κεί­νος εί­χε μά­θει αρ­με­νι­κά. Με σύ­στη­σε στον Αρ­μέ­νιο δια­νοού­με­νο Ε­σα­γιάν, ο ο­ποί­ος φρό­ντι­σε πρό­θυ­μα να με μυ­ή­σει στην αρ­με­νι­κή γλώσσα. Έ­τσι κα­τα­πιά­στη­κα να με­τα­φρά­σω το ποί­η­μα του Βα­χάν Ντε­ριάν, το Μο­ρα­νάλ (Να ξε­χνάς), που με εί­χε γο­η­τέ­ψει με τη μου­σι­κό­τη­τά του. Ό­ταν συ­μπλή­ρω­σα και τις με­τα­φρά­σεις των υ­πό­λοι­πων ξε­νό­γλωσ­σων ποι­η­μά­των, πα­ρου­σί­α­σα την ερ­γα­σί­α μου σε μια διά­λε­ξη στη Στέγη Γραμ­μά­των, με πο­λύ με­γά­λη ε­πι­τυ­χί­α. Οι με­τα­φρά­σεις μου δη­μο­σιεύ­τη­καν σε διά­φο­ρα λο­γο­τε­χνει­κά πε­ριο­δι­κά, και ο­λό­κλη­ρη η με­λέ­τη αυ­τή δη­μο­σιεύ­τηκε πριν 3 χρό­νια στο πε­ριο­δι­κό «Ια­τρο­λο­γο­τε­χνι­κή Στέ­γη».

Προ­σε­χώς, μα­ζί με πολ­λές άλ­λες με­τα­φρά­σεις μου α­πό 15 πε­ρί­που ξέ­νες γλώσ­σες, θα εκ­δώ­σω μιαν αν­θο­λο­γί­α ξέ­νων ποι­η­τών.

Το ι­διό­χει­ρο της με­τά­φρα­σης του ποί­η­μα­τος του Βα­χάν Ντεριάν Μο­ρα­νάλ (Να ξε­χνάς):

Να ξε­χνάς, να ξε­χνάς κά­θε τι,

κι’ ό­λους, αχ! να ξε­χνάς,

να μην κλαις κι α­γα­πάς και πο­νάς!

Να ξε­χνάς!

 

Στο βα­ρύ, τον πι­κρό σου κα­η­μό,

στην α­χλύ της νυ­χτιάς,

μη θα βρεις μιαν α­χτί­δα χρυ­σή

λη­σμο­νιάς;

Κά­που απ’ ό­λους μα­κρυά να περ­νάς

κι ό­λους, αχ! Να ξε­χνάς,

να ’ναι πέ­τρα η καρ­διά σου ό­που πας,

μη λυ­γάς!

 

Να ξε­χνάς, να ξε­χνάς κά­θε τι,

κι ό­λους πια να ξε­χνάς,

να μην κλαις και πο­θείς και πο­νάς,

να περ­νάς!...

 

Κα­θώς κι έ­να α­πό­σπα­σμα α­πό το γνω­στό Ποί­η­μα για τους Αρ­με­νί­ους πρό­σφυ­γες που έ­γρα­ψε ο Βούλ­γα­ρος ποι­η­τής Πέ­γιο Για­βό­ρωφ σε με­τά­φρα­ση Ν. Ση­μη­ριώ­τη:

 

Και πί­νουν, και λέ­νε τρα­γού­δια θλιμ­μέ­να …

Συ­ντρίμ­μια τρα­νής, πο­νε­μέ­νης γε­νιάς,

μιας σκλά­βας μη­τέ­ρας παι­διά σκορ­πι­σμέ­να

και θύ­μα­τα κά­ποιας πα­λιάς λε­βε­ντιάς.

Μα­κρυά απ’ την πα­τρί­δα, διωγ­μέ­νοι και μό­νοι,

ξυ­πό­λη­τοι πά­νε στα ξέ­να, γυ­μνοί,

και πί­νουν-περ­νούν στο με­θύ­σι κ’ οι πό­νοι,

και μες στα τρα­γού­δια η ψυ­χή τους θρη­νεί.

 

Ο Κού­λης Α­λέ­πης, ο ση­μα­ντι­κός αυ­τός ποι­η­τής, θα βρί­σκε­ται πά­ντα στις καρ­διές των Αρ­με­νί­ων. Χά­ρις στην Αρ­με­νι­κή Μού­σα, το δια­μά­ντι του, (πρω­το­εκ­δό­θη­κε το 1938 και ε­πα­νεκ­δό­θη­κε το 1939 και το 1957) και χά­ρις στον Βαζ­κέν Ε­σα­γιάν που τον βο­ή­θη­σε στη με­τά­φρα­ση, η αρμε­νι­κή ποί­η­ση έ­γι­νε για πρώ­τη φο­ρά γνω­στή στην Ελ­λά­δα και η κρι­τι­κή υ­ποδέ­χθη­κε με ε­παί­νους και ευ­με­νείς κρί­σεις την ά­γνω­στη για τους Έλ­λη­νες λυ­ρι­κή ποί­η­ση των Αρ­μενί­ων.

Ο Βαζ­κέν Ε­σα­γιάν, πά­ντα ευ­γε­νι­κός και χα­μο­γε­λα­στός, συ­νε­σταλ­μέ­νος και προ­ση­νής, θυ­μά­μαι πό­σο εί­χε χα­ρεί με τα δυο βι­βλί­α που εί­χα­με εκ­δώ­σει στα ελ­λη­νι­κά για την ι­στο­ρί­α της Αρ­μενί­ας και το Αρ­με­νι­κό Ζή­τη­μα στις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του ’70. Ο θά­να­τός του, το 1978, μας βύ­θι­σε ό­λους σε με­γά­λη θλί­ψη, κα­θώς πέ­θα­νε, ό­πως δεν του άρ­μο­ζε, από μια χρό­νια α­σθέ­νεια που τον βα­σά­νι­ζε, μό­νος κι α­βο­ή­θη­τος στο σπί­τι του.

 

(1)Ο Κω­στής Πα­λα­μάς εί­χε ε­μπνευ­στεί α­πό τους πύ­ρι­νους λό­γους του Ντι­κράν Γερ­γκάτ, εξ ου και το κεί­με­νό του με η­με­ρο­μη­νί­α 26 Δε­κεμ­βρί­ου 1914, Στον Ντι­κράν Γερ­γκάτ, βλ. «Αρ­με­νι­κή Αν­θολο­γί­α», σελ. 231.

 

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ετήσιο περιοδικό της εφημερίδας «Αζάτ Ορ» που ήταν αφιέρωμενο στα 65 χρόνια της.

 

Σαρ­κίς Α­γα­μπα­τιάν

 

Πηγή: armenika.gr

 

Διαβάστε περισσότερα...

Πώς διδάσκεται η μεταπολεμική Iστορία στο σχολείο

Ιστορικοί μίλησαν για το θέμα σε συζήτηση στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών

Η διδασκαλία της πρόσφατης Ιστορίας στο σχολείο πάσχει. Τα σχολικά εγχειρίδια αποσιωπούν ή διαστρεβλώνουν όψεις της ιστορικής πραγματικότητας. Ο σχολικός ιστορικός λόγος συχνά υπακούει σε μια ρυθμιστική λογική της Ιστορίας που εξυπηρετεί εθνικές σκοπιμότητες. Μεγάλα δράματα της Ιστορίας, τα οποία αφορούν άμεσα τους μαθητές και τις οικογένειές τους, όπως οι αναγνωρίσεις των γενοκτονιών, δεν έχουν βρει τη θέση τους στα σχολικά εγχειρίδια και ο δάσκαλος είναι άοπλος για τη διδασκαλία τους στις σύγχρονες εθνικά μεικτές τάξεις.

Μεγάλες αλλαγές που έχουν διαμορφώσει τον κόσμο στον οποίο ζούμε σήμερα δεν θεωρούνται καν Ιστορία και δεν βρίσκουν ανταπόκριση στη σχολική τάξη, αφήνοντας τους μαθητές χωρίς εφόδια για να κατανοήσουν ιστορικά την πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Αυτές ήταν ορισμένες από τις διαπιστώσεις που διατυπώθηκαν σε συζήτηση για τη διδασκαλία της μεταπολεμικής Ιστορίας μέσα από τα σχολικά βιβλία, την Τετάρτη, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στην οποία συμμετείχαν ο Αντώνης Λιάκος, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, ομότιμος διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, ο Χάγκεν Φλάισερ, καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ο Ιάσονας Χανδρινός, υποψήφιος διδάκτορας Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τον συντονισμό της δημοσιογράφου Αριστοτελίας Πελώνη.

Τραγική χαρακτήρισε τη διδασκαλία της Ιστορίας στο σχολείο ο νεότερος ιστορικός του πάνελ, ο 28χρονος Ιάσονας Χανδρινός, υπογραμμίζοντας με έμφαση: «Έζησα στο πετσί μου ένα σύστημα εκπαιδευτικό το οποίο υπάρχει ακόμη και είναι ένα σύστημα που δεν έχει εκπαιδευτικό στόχο».

«Είναι δύσκολη η παρουσία της σύγχρονης ιστορίας στο σχολείο διότι μπαίνουν προβλήματα κοινωνικής διαπάλης η οποία διαβρώνει το πεδίο ειρήνης που θα πρέπει να είναι το σχολείο»
, εξήγησε ο βετεράνος ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος, συμπληρώνοντας πως «αποδεικνύεται τελικά ότι ο χώρος της ιστορικής παιδείας δεν είναι χώρος αρμονικής συμβίωσης ούτε καν ένας χώρος κοινωνικής ανακωχής αλλά πεδίο μάχης όπου οι αντίπαλοι στρατοί κατεβαίνουν πάνοπλοι για να επικρατήσουν.

Η Εκκλησία διεκδικεί τον ρυθμιστικό της ρόλο, αυτόν που έχασε σταδιακά μετά την έξοδο των ευρωπαϊκών κοινωνιών από τον πνευματικό μεσαίωνα. Οι προοδευτικές δυνάμεις προσπαθούν να καθαγιάσουν τα πάθη της Αριστεράς μέσα από την ένταξή τους στη σχολική ύλη ενώ οι δυνάμεις της συντήρησης, σε συμμαχία με το ιδεολογικό έκτρωμα ενός νεόκοπου αντιιμπεριαλιστικού πατριωτισμού, προσπαθούν να υπερασπιστούν και να επιβάλουν τις πιο λαϊκιστικές και τις πιο αντιεπιστημονικές εκδοχές της ελληνικής Ιστορίας».
Πώς υπερβαίνουμε αυτή τη δυσκολία; Με τη δημιουργία μίας διδακτικής ενότητας, πρότεινε ο κ. Παναγιωτόπουλος, όπου η γεωγραφία, ο σύγχρονος πολιτισμός και η σύγχρονη Ιστορία θα αποτελέσουν ένα σύγχρονο γνωστικό πεδίο, ένα σύνολο το οποίο χωράει πολλά πράγματα, ώστε να βοηθηθεί ο μαθητής.

Στη συζήτηση αναφέρθηκαν συχνά τα μεγάλα γεγονότα του 20ού αιώνα που συγκλόνισαν τον κόσμο, ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, ο κομμουνισμός, οι ανταλλαγές πληθυσμών, η αντιαποικιακή εξέγερση, οι γενοκτονίες. Τις σιωπές, τις απουσίες και τις διαστρεβλώσεις στην παρουσίαση αυτών των μεγάλων ιστορικών γεγονότων της πρόσφατης Ιστορίας σχολίασε ο Χάγκεν Φλάισερ σε μια συγκριτική παρουσίαση, φέρνοντας παραδείγματα από εγχειρίδια διαφόρων ευρωπαϊκών σχολικών παραδόσεων. Έτσι, όταν αφηγούνται τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, τα ρωσικά εγχειρίδια εμμένουν στην εικόνα του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου της Σοβιετικής Ένωσης, όπως και τα βιβλία στη Λευκορωσία και στην Ανατολική Ουκρανία, ενώ σε άλλες χώρες της πρώην ΕΣΣΔ οι σοβιετικοί παρουσιάζονται όχι ως απελευθερωτές αλλά ως δυνάστες της Βαλτικής.

Άλλο παράδειγμα: Για πολλά χρόνια θέμα ταμπού ήταν για τους Γάλλους η κυβέρνηση του Βισύ και μόλις τα 10 τελευταία χρόνια μπήκε ο δωσιλογισμός στη Γαλλία στα σχολικά βιβλία. Αντιστοίχως, μικρή είναι η αναφορά στον δωσιλογισμό και στα ελληνικά βιβλία -επισήμανε ο αυστριακός ιστορικός, ο οποίος διαμένει στην Ελλάδα εδώ και 35 χρόνια- όπως και στην τραυματική εμπειρία του Εμφυλίου. Το παρελθόν διχάζει λοιπόν, τόσο στο εσωτερικό ενός έθνους όσο και σε επίπεδο διακρατικό, και αιτία διχασμού αποτελούν όχι μόνο η συνολική οπτική την οποία υιοθετούν οι συγγραφείς των σχολικών βιβλίων για την προσέγγιση του παρελθόντος αλλά και μεμονωμένα γεγονότα, όπως για παράδειγμα, ποιος ακριβώς είπε το «ΟΧΙ» του 1940.

«Μοιραζόμαστε και την Ιστορία και την κληρονομιά της σε αυτό το κοινό σπίτι που είναι η Ευρώπη»
, κατέληξε ο κ. Φλάισερ, ο οποίος ανέφερε ότι πολλές χώρες έχουν κοινές επιτροπές για τη σύνταξη σχολικών βιβλίων. «Δεν μιλάμε για απόκρυψη γεγονότων της πραγματικότητας, αλλά κάθε πράγμα έχει δύο πλευρές», επισήμανε, κάνοντας λόγο για ένα πρότυπο δείγμα μιας τέτοιας συνεργασίας, για ένα βιβλίο Ιστορίας της Γ΄Λυκείου που διδάσκεται προαιρετικά στη Γερμανία και στη Γαλλία. Γραμμένο από κοινού από γάλλους και γερμανούς ιστορικούς, το βιβλίο πραγματεύεται τα κρισιμότατα για τις σχέσεις των δύο χωρών χρόνια από το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων το 1815 ως τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου το 1945 -χρόνια τα οποία περιλαμβάνουν τρεις πολέμους μεταξύ των δύο χωρών- και αποτελεί τεράστιο βήμα προς την κατεύθυνση μετακίνησης των προσβλητικών καταλοίπων ενός διχαστικού παρελθόντος.

Τα σχολικά εγχειρίδια δεν είναι το Α και το Ω σήμερα γιατί η ιστορική πληροφορία φτάνει από ποικίλες πηγές, υποστήριξε ο Αντώνης Λιάκος: από τον δάσκαλο, από την οικογένεια, αλλά κυρίως από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τα νέα τεχνολογικά μέσα, το διαδίκτυο και τη Wikipedia. Mε όλο αυτό το υλικό της εξωσχολικής Ιστορίας «ο κάθε μαθητής μπορεί να φτιάξει μια ready-made ιστορία». Το ζήτημα όμως δεν είναι πλέον η εύρεση της πληροφορίας, αλλά η διαχείρισή της. «Μεγάλα δράματα της ιστορίας, τα οποία απασχολούν τα παιδιά και τις οικογένειές τους, την τηλεόραση και τον Τύπο, ελάχιστα απασχολούν τα σχολικά βιβλία», παρατήρησε ο ομιλητής, φέρνοντας για παράδειγμα τη γενοκτονία των Αρμενίων. «Οι συζητήσεις για αυτά τα θέματα φτάνουν στα παιδιά. Το ζήτημα είναι πώς το σχολείο θα βοηθήσει τον μαθητή να αναπτύξει εργαλεία για να χειριστεί όλη αυτή την πληροφορία γνωσιακά, ψυχολογικά και συναισθηματικά», επισήμανε ο κ. Λιάκος.

Ζητούμενα της ιστορικής έρευνας των τελευταίων δεκαετιών, όπως η μνήμη και η δικαίωση, η αναγνώριση και η ταυτότητα, η παγκοσμιοποίηση και η κρίση, θα πρέπει επίσης «να βρουν τον τρόπο τους μέσα από μια σχολική εκπαίδευση η οποία παραμένει γραφειοκρατική και αγκυλωμένη σε ένα είδος ιστορίας όπως αυτή ήταν η πολιτική ιστορία πριν από μερικές δεκαετίες». Τι γίνεται σε πρωτοπόρα σχολεία ή σε χώρες όπου αρχίζει και ανοίγει αυτή η διαδικασία; «Δουλεύουν και με το ιστορικό μυθιστόρημα, τις ταινίες, το ντοκιμαντέρ, τη μαρτυρία», για να αποκαταστήσουν μια συναισθηματική σχέση ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν, μια σχέση που τη χρειαζόμαστε, είναι κι αυτός ένας από τους λόγους που αναπαράγουμε την Ιστορία.

«Υπάρχουν όμως και μεγάλα ζητήματα που δεν μπαίνουν καν στην έννοια της Ιστορίας, δεν αντιλαμβανόμαστε ότι αποτελούν Ιστορία. Το πρώτο και μεγάλο από αυτά είναι η ιστορία της τεχνοεπιστήμης»
, συνέχισε ο κ. Λιάκος. «Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει πώς άλλαξε ο κόσμος στο β΄ μισό του 20ού αιώνα τουλάχιστον σε δύο παραδειγματικούς τρόπους, στην ιατρική και στην ψηφιακή τεχνολογία, και τι αλλαγές συνεπάγονται οι εξελίξεις σε αυτούς τους χώρους. Οι εξελίξεις στην ιατρική για παράδειγμα, η οποία ξεφεύγοντας από το δίπολο υγεία-αρρώστια ασχολείται πλέον με τη βελτιστοποίηση των ανθρώπινων οργανισμών, έχουν επιπτώσεις στην οικονομία, στην κοινωνική ασφάλιση, στα ασφαλιστικά ταμεία, στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η ζωή». Θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν η σχολική Ιστορία, όπως είναι σήμερα, βοηθά τον μαθητή να κατανοήσει τη σύγχρονη ζωή.

«Θα πρέπει να καταλάβουμε τη σχολική ιστορία όχι ως δεοντολογία αλλά ως ένα πεδίο στο οποίο υπάρχουν μεν αντιπαραθέσεις, οι οποίες όμως θα πρέπει να γίνονται επάνω σε ένα υπόβαθρο»
κατέληξε ο κ. Λιάκος. «Για να γίνει αποτελεσματική η αλλαγή της Ιστορίας στο σχολείο θα πρέπει το υπόβαθρο αυτό να εγκαταλείψει την παλιά γεγονοτολογική ιστορία και να εγκολπωθεί μια ιστορία μεγάλων αλλαγών που να καθιστά τη γνώση αντικείμενο της ίδιας της εξέλιξης». Ή, όπως το διατύπωσε πολύ παραστατικά αργότερα, απαντώντας σε ερώτηση του ακροατηρίου, «Η αναισθησία [η νάρκωση] είναι πολύ πιο σημαντική από ό,τι ήταν ο Γαμβέτας» ως ιατρική πρακτική που αποτελεί βασική τομή στη νεότερη Ιστορία. «Μια τέτοια Ιστορία είναι η μεγάλη πρόσκληση για τη σημερινή εκπαίδευση, αν θέλουμε αυτή να παρακολουθεί τις ανάγκες των σύγχρονων ανθρώπων. Για να καταλάβουν τις αλλαγές που βρίσκονται μπροστά τους θα πρέπει να καταλάβουν τι είδους Ιστορία έχουν αυτές οι αλλαγές», συνέχισε ο ιστορικός καταλήγοντας: «Διαφορετικά, αφενός θα ανοίγει το χάσμα με τις ανάγκες των νέων ανθρώπων -οι οποίοι θα αναζητούν σε διαφορετικά πεδία βοήθεια για να προσανατολιστούν στη σύγχρονη εποχή- αφετέρου οι συζητήσεις για τα μεγάλα ζητήματα θα γίνονται ερήμην της Ιστορίας».

 

Πηγή: tovima.gr

Διαβάστε περισσότερα...
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Στον διαδικτυακό τόπο μας χρησιμοποιούμε Cookies με σκοπό τη βελτίωση της online εμπειρίας σας. Επιλέγοντας να συνεχίσετε την περιήγησή σας σε αυτόν, αποδέχεστε αυτομάτως τη χρήση των cookies. Περισσότερα...

Πολιτική Απορρήτου - Όροι Χρήσης - Περιορισμός Ευθύνης - Επικοινωνία Σχετικά με Προσωπικά Δεδομένα
Αποδέχομαι

Newsletter