Menu

2o Τουρνουά ποδοσφαίρου 5x5 εις μνήμη Χατσίκ Αγαμπαμπιάν

Για 2η φορά η διοίκηση της Αρμενικής Αθηνών διοργανώνει το τουρνουά ποδοσφαίρου 5x5, που θα γίνει όπως και πέρισυ,στο γήπεδο μπάσκετ της ομάδας,Σαρκουδήνου 120, με την τοποθέτηση νέου βελτιωμένου τάπητα.
Φέτος το τουρνουά 8α έχει τη μορφή μίνι πρωταθλήματος με 10ήμερη διάρκεια και θα είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Χατσίκ Αγαμπαμπιάν.
Λεπτομέρειες για τους αγώνες και τις εκδηλώσεις που θα τους συνοδεύουν προσεχώς.
Κόστος συμμετοχής ομάδας 150E
Παρασκευή 17 Ιουν στις 5:00 μ.μ. - 26 Ιουνίου στις 10:00 μ.μ..
Δηλώστε έγκαιρα συμμετοχή στα τηλέφωνα :
Αβακιάν Ναζάρ             6945 537861      
Πιλαφιάν Αράμ             6977 512288     
Διαβάστε περισσότερα...

«ΓΚΟΜΙΤΑΣ» ένας ραδιοφωνικός σταθμός 74 ετών

Από τον υπεύθυνο του ραδιοσταθμού

Γκάρο Χεκιμιάν

Η Ουρουγουάη είναι μια μικρή χώρα της Λατινικής Αμερικής, που συνορεύει με την Αργεντινή και τη Βραζιλία και έχει πληθυσμό που μόλις ξεπερνά τα τρία εκατομμύρια κατοίκους. Η χώρα απελευθερώθηκε το 1825 από την ισπανο-πορτογαλική κυριαρχία. Οι κάτοικοι είναι απόγονοι μεταναστών από την Ισπανία και την Ιταλία. Στη χώρα ζουν και πολλές μειονότητες , όπως Ρώσων, Ουκρανών, Ούγγρων, Εβραίων, Λιθουανών, Λιβανέζων, Γερμανών. Στην Ουρουγουάη ζουν και Αρμένιοι. Σύμφωνα με τα επίσημα αρχεία της πρωτεύουσας Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης, οι πρώτοι αρμενικής καταγωγής μετανάστες ήταν δυο αδέρφια, που έφτασαν στη χώρα το 1897 και προχώρησαν στην ενδοχώρα με σκοπό την ενασχόλησή τους με τη γεωργία.

Η πολυπληθής αρμενική κοινότητα της Ουρουγουάης δημιουργήθηκε μεταξύ του 1920 και του 1930 από ορφανά Αρμενόπουλα, τα οποία μεταφέρθηκαν εκεί με πλοία και βρήκαν φιλοξενία αμέσως μετά τη γενοκτονία των Αρμενίων.

Το πρώτο κύμα των μεταναστών ανερχόταν στα 6.000 άτομα, ενώ ακολούθησε και δεύτερο κύμα εξίσου μεγάλο με το πρώτο, λόγω του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου το οποίο ολοκληρώθηκε το 1950.

Έτσι, σήμερα η αρμενική κοινότητα αποτελείται από 15.000 περίπου άτομα, τα οποία στην πλειονότητά τους έχουν εγκατασταθεί στο Μοντεβιδέο. Με άλλα λόγια, έχουμε δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να είμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον, μεταφέροντας μαζί μας τα κομμάτια των χιλιάδων χρόνων της ιστορίας μας, για να μην σπάσει η αιώνια αλυσίδα, αλλά και να διατηρηθεί στις καρδιές των νέων γενεών η γλώσσα, η γραφή και ο πλούσιος πολιτισμός μας.

Παράλληλα, έχουμε δημιουργήσει τα δικά μας μέσα μαζικής επικοινωνίας, είτε με ιδιωτική είτε με συλλογική πρωτοβουλία. Εξάλλου ο αρμενικός Τύπος ήρθε να ολοκληρώσει την κοινωνική ζωή των Αρμενίων της διασποράς.

Στη αρμενική κοινότητα της Ουρουγουάης την ευθύνη της ενημέρωσης ανέλαβε να διεκπεραιώσει το ραδιόφωνο. Κατά καιρούς υπήρξαν αρμενικές εφημερίδες οι οποίες κυκλοφόρησαν για ένα μικρό χρονικό διάστημα, όμως δεν ευδοκίμησαν.

Το ραδιόφωνο βρήκε μεγάλη ανταπόκριση και έγινε μέρος της καθημερινότητας των Αρμενο-ουρουγουανών. Από το 1930 μέχρι και σήμερα ένας σεβαστός αριθμός αρμενικών συλλόγων αλλά και ιδιωτών, απέκτησαν μέσα από τα ερτζιανά το δικό τους μέσο μαζικής επικοινωνίας και ενημέρωσης.

Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί των συλλόγων λειτούργησαν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Στο παρελθόν και στα πλαίσια της ιδιωτικής πρωτοβουλίας λειτούργησε ο ραδιοσταθμός «Ράδιο Αρμένια», όμως το οικονομικό κόστος ήταν μεγάλο, μιας και ο ιδιοκτήτης του ήταν κάτοχος δυο ακόμα ραδιοσταθμών και λόγω οικονομικών ατασθαλιών τελικά η ουρουγουανή κυβέρνηση έκλεισε και τους τρεις ραδιοσταθμούς.

Τον Αύγουστο του 1935 εγκαινιάσθηκε ο ραδιοσταθμός «Γκομιτάς» ο οποίος είναι και πρωτοπόρος ανάμεσα στους αρμενικούς ραδιοσταθμούς της διασποράς, μιας και λειτουργεί επί 74 συναπτά έτη στη μακρινή Ουρουγουάη.

 

Πώς γεννήθηκε ο ραδιοσταθμός «Γκομιτάς»

 

Το 1935 μια ομάδα νεαρών Αρμενίων ανέλαβε την πρωτοβουλία να ιδρύσει έναν αρμενικό ραδιοσταθμό. Στόχος αυτών των νέων ήταν μέσα από τα ερτζιανά να «μπουν» στα σπίτια των Αρμενίων, να τα «γεμίσουν» με αρμενικές μελωδίες και τραγούδια, να κρατήσουν ζωντανή την αρμενική γλώσσα. Η ομάδα αυτή κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρό της και στις 18 Αυγούστου, αφού έγινε συμφωνία με έναν τοπικό ραδιοσταθμό, ξεκίνησε η αναμετάδοση της πρώτης εκπομπής. Μάλιστα, η πρώτη εκπομπή ονομάστηκε «Γκομιτάς», καθώς τα άτομα που απαρτίζαν την ιδρυτική επιτροπή ήταν μέλη της χορωδίας «Γκομιτάς». Εξάλλου πολλές χορωδίες ονομάζονται «Γκομιτάς», προς τιμήν του κορυφαίου αρμένιου μουσικού και λαογράφου.

Τα χρόνια εκείνα πολλοί δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν μια συσκευή ραδιοφώνου. Έτσι, κάθε Κυριακή (διότι την πρώτη περίοδο της λειτουργίας του ραδιοσταθμού η αναμετάδοση γινόταν μόνον τις Κυριακές) μαζεύονταν στο σπίτι κάποιου που είχε ραδιόφωνο.

Οι δίσκοι την εποχή εκείνη ήταν σπάνιοι. Για να πραγματοποιηθεί μια εκπομπή οι παραγωγοί προσκαλούσαν στο στούντιο μουσικούς, τραγουδιστές, ηθοποιούς, αλλά και τη χορωδία «Γκομιτάς». Έτσι, όλες οι εκπομπές ήταν ζωντανές αναμεταδόσεις.

Με την πάροδο των χρόνων και αφού η χορωδία «Γκομιτάς» επίσημα πλέον έπαψε να υφίσταται, η συγκεκριμένη εκπομπή μετονομάστηκε σε «Γκομιτάς ραδιοώρα».

Η 12η Δεκεμβρίου του 1987 ήταν μια ιστορική μέρα για τον ραδιοσταθμό. Με την ευγενή και πραγματικά γενναιόδωρη χορηγία του Αρμενο-αργεντίνου Εδουάρδου Σεφεριάν, έγινε η πρώτη αναμετάδοση εκπομπής μέσα από τις ιδιόκτητες εγκαταστάσεις του σταθμού μας.

Το 2005 εορτάστηκαν τα 70χρονα της ίδρυσης του σταθμού με αναμετάδοση των προγραμμάτων σε διεθνές επίπεδο, μέσω του Ίντερνετ το οποίο δίνει τη δυνατότητα διεύρυνσης της επικοινωνίας μας. Ο «Γκομιτάς» παύει να είναι ένας τοπικός ραδιοσταθμός και μεταβάλλεται σε σταθμό διεθνούς και παναρμενικής εμβέλειας.

Όσοι συμπατριώτες μας το επιθυμούν, μπορούν να επισκεφθούν την ιστοσελίδα του ραδιοσταθμού μας (www.cx4radiorural.com) και να γίνουν ακροατές των εκπομπών μας.

 

Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Ο Αρμένιος της Καζαμπλάνκα

Ο Βαχράμ Σουρμενιάν είναι - κατά κάποιο τρόπο - η αρμενική «μνήμη» της Καζαμπλάνκα. Είναι αυτός ο οποίος θυμάται πρόσωπα διάσημα ή ανώνυμα τα οποία διέμειναν για μερικές ημέρες ή επέλεξαν να παραμείνουν για περισσότερα χρόνια στην πόλη. Ο Β.Σ. αφηγείται ότι, κατά την εποχή του γαλλικού προτεκτοράτου, 15.000 Αρμένιοι, ήσαν εγκατεστημένοι στην περιοχή επιθυμώντας να δοκιμάσουν την τύχη τους, καθώς τους φαινόταν ότι ο τόπος αυτός ήταν το «ελντοράντο»** της Βόρειας Αφρικής. Λογικό, αφού όλα ήταν προς οικοδόμηση.

 Ο Τεχλιριάν

Έτσι λοιπόν, κατά τη διάρκεια των ετών 1935-1940, ο πατέρας του άνοιξε εκεί το πρώτο εργοστάσιο καουτσούκ της χώρας.

Μια επιχείρηση, η οποία αναπτύχθηκε από τον γιό του και σήμερα είναι αφάνταστα επικερδής. Όμως, ο εξηντάχρονος επιχειρηματίας Βαχράμ Σουρμενιάν, προτιμά να μιλά για το παρελθόν και νοσταλγεί:

«Όταν ζούσαν οι γονείς μου, το σπίτι μας ήταν κέντρο διερχομένων. Κάθε Κυριακή όλοι έρχονταν να μας δουν, όπως π.χ. ο Σογομών Τεχλιριάν - ο οποίος εξετέλεσε ως γνωστόν τον Ταλαάτ, τον δήμιο των Αρμενίων - και έζησε δέκα χρόνια στην Κάζα με τους δικούς του, πριν εκπατρισθεί στην Καλιφόρνια.

«Πήγαινα μαζί του για κυνήγι, αλλά ο ίδιος αρνείτο να σημαδέψει, εξηγεί ο Β.Σ.. Συνήθως σταματούσε κάπου, καθόταν επάνω στον κορμό ενός δένδρου και έσπαζε αμύγδαλα τα οποία στην συνέχεια μου τα έδινε.

Επωφελείτο αυτών των στιγμών για να μιλά. Άκουσα από το ίδιο του το στόμα την ιστορία του Ταλαάτ. Δεν τα έλεγε όλα. Είχα την εντύπωση ότι κάποιες φορές φοβόταν μήπως μεταδώσει την αηδία την οποία συχνά αισθανόταν για τη ζωή, από τότε όπου όλη του η οικογένεια σφαγιάσθηκε». Ο Σογομών Τεχλιριάν ήταν συνδεδεμένος φιλικά με την οικογένεια Σουρμενιάν και μάλιστα έγινε ανάδοχος του μικρότερου αδελφού του Βαχράμ. Επίσης, η μητέρα του Βαχράμ, ευχαριστιόταν να συζητά για τη λογοτεχνία του Τανιέλ Βαρουζάν.

Ο Βαχράμ Σουρμενιάν, γνώρισε πλήθος προσωπικοτήτων και αφηγείται ότι:

«Ο Μοντέ Μελκονιάν ήταν μια από αυτές με την οποία πραγματικά έμεινα εντυπωσιασμένος. Είχε έλθει λίγο πριν την αναχώρησή του για την Αρμενία. Αυτός ο άνθρωπος δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τα υλικά αγαθά. Ήταν εντελώς αδιάφθορος».

Σήμερα, αυτή η πάλαι ποτέ κοινότητα των Αρμενίων της Κάζα, έχει συρρικνωθεί αφάνταστα. Ο Β.Σ. δεν γνωρίζει πόσοι ακριβώς συμπατριώτες του έχουν απομείνει στην πόλη, ίσως έξι ή επτά άτομα.

Όμως η Κάζα, παραδόξως, κράτησε κάποια ίχνη από το πέρασμά τους. Η οδός «Armenie» πρωτίστως και ακολούθως το καφέ το οποίο ονομάσθηκε και αυτό πολύ απλά «Armenie», είναι τα τελευταία απομεινάρια αυτής της λιγότερο εντυπωσιακής παρουσίας.

 *Κάζα: Έτσι αποκαλούν χαϊδευτικά την Καζαμπλάνκα οι Μαροκινοί.

**Ελντοράντο: Μυθική περιοχή μεταξύ των ποταμών Αμαζονίου και Ορενόκου στην Ν. Αμερική, η οποία εθεωρείτο από τους ισπανούς κατακτητές του 16ου αιώνα, χρυσοφόρα.

 

Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Η αποστολή του τελευταίου Αρμένιου της Ντάκα

Ο αριθμός της άλλοτε ευημερούσας αρμενικής κοινότητας της Ντάκα, πρωτεύουσας του Μπαγκλαντές, στη Νότια Ασία, έχει μειωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε σήμερα περιορίζεται σε μία μοναδική παρουσία.

Ο κύριος αυτός, γνωστός με το αγγλοποιημένο του όνομα Michael Joseph Martin, είναι 73 ετών, κι όταν πεθάνει, θα σηματοδοτήσει όχι μόνο το τέλος μιας εποχής, αλλά και θα θέσει σε ενδεχόμενο κίνδυνο το μέλλον μιας από τις ομορφότερες εκκλησίες της Ντάκα.
Ελάχιστα είναι τα εναπομείναντα ίχνη από την παρουσία της άλλοτε ανθούσας αρμενικής κοινότητας της Ντάκα. Ένα από αυτά είναι η Αρμενική οδός (Armenian Street) σ’ ένα από τα πιο πολυσύχναστα μέρη της Παλαιάς Ντάκα, κατάλοιπο της εποχής που οι Αρμένιοι βρίσκονταν στην καρδιά του εμπορίου γιούτας και δέρματος της Βεγγάλης.

Ένα λαμπρό μνημείο

 

Η εκκλησία της Αναστάσεως του Κυρίου είναι κτίσμα του 18ου αιώνα και περιγράφεται από τους επισκέπτες της ως ένα λιμάνι - καταφύγιο στη μέση του κυκλοφοριακού χάους των συνωστισμένων δρόμων που την περιτριγυρίζουν.
Παρόλα αυτά, το μέλλον της είναι αβέβαιο. Ο επιστάτης κύριος Martin, του οποίου το αρμενικό όνομα είναι Μικαέλ Χοβσέπ Μαρτιροσιάν, διατηρεί με αγάπη το κτίσμα εναντίον των καταστροφών που προκαλεί ο καιρός και η ρύπανση.
Κρατά το ηλικίας αιώνων αρχείο γεννήσεων και γάμων και προσέχει τις αρχαίες ταφόπετρες που περιγράφουν  την ιστορία της αρμενικής κοινότητας της Βεγγάλης.
Αλλά όταν ο κύριος Martin πεθάνει, δεν θα υπάρχουν άλλοι Αρμένιοι να φροντίζουν την εκκλησία.
“Ό,τι κι αν συμβεί, είμαι διατεθειμένος να μην αφήσω αυτή την εκκλησία να ερειπωθεί ”, δηλώνει.
“Μπορεί να είμαι ο τελευταίος αρμένιος κάτοικος στο Μπαγκλαντές, αλλά θα κάνω οτιδήποτε περνά από το χέρι μου για να διασφαλίσω ότι κάποιος Αρμένιος από το εξωτερικό θα αναλάβει τη δουλειά που κάνω. Αλλιώς αιώνες παράδοσης θα εξαφανιστούν μέσα σε μια νύχτα”.

Πειρατικοί θάνατοι

 

Το νεκροταφείο της εκκλησίας μοιάζει με γιγάντιο βιβλίο ιστορίας, εξιστορώντας την ιστορία των Αρμενίων στην περιοχή. Οι Αρμένιοι, όπως οι Βεγγάλιοι, είναι γνωστοί για την αγάπη τους στο εμπόριο και πιστεύεται ότι έφτασαν στην περιοχή το 12ο αιώνα.
“Αυτοί οι άνθρωποι πέθαναν στο πέλαγος, σκοτώθηκαν από πειρατές”, λέει ο Martin, δείχνοντας δύο ταφόπετρες που φέρουν σκαλίσματα ενός κρανίου και διασταυρούμενων οστών.
“Ήταν Αρμένιοι και τα σώματά τους μεταφέρθηκαν και τάφηκαν εδώ το 1783”.
Δείχνοντας μια άλλη ταφόπετρα λέει: “Ο πατέρας αυτού του άντρα ήταν παντρεμένος με μέλος της βρετανικής βασιλικής οικογένειας, όπως και ο ίδιος.
Είχαν χρήματα και δύναμη, και ήταν επίσης οι μεγαλύτεροι έμποροι γιούτας (φυτική ίνα) στη χώρα. Αλλά τα παιδιά τους δεν μπόρεσαν να αποφύγουν το θάνατο από διφθερίτιδα.
Το 18ο αιώνα ακόμα και τα μέλη της βασιλικής οικογένειας δεν μπορούσαν να σώσουν τις ζωές των παιδιών τους”.

Πολυσύχναστη τοποθεσία

 

Το εσωτερικό της εκκλησίας δείχνει εγκαταλειμμένο από τις πολυάριθμες ληστείες, αλλά τα κύρια θέλγητρά της - τα πορτρέτα της Σταύρωσης και του Μυστικού Δείπνου -παραμένουν. Πιστεύεται ότι έχουν γίνει από έναν διακεκριμένο ευρωπαίο καλλιτέχνη. Καθώς η εκκλησία βρίσκεται σε μια   πολυσύχναστη συνοικία της πόλης, οι δρόμοι είναι τόσο συνωστισμένοι που η λειτουργία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, καθώς κανείς από την κοινότητα δεν θα έφτανε εκεί στην ώρα του.
Άλλα ακόμη κι αν δεν είναι πλέον δυνατό να γίνονται τακτικά  λειτουργίες, ο Martin λέει ότι το μέλλον αυτού του πολύτιμου κομματιού ιστορίας είναι εξασφαλισμένο.
Μέχρι να βρεθεί κάποιος από την αρμενική κοινότητα του εξωτερικού, ο ίδιος θα συνεχίσει τη δουλειά του ως επιστάτης.
“Ενώ οι περισσότεροι Αρμένιοι έχουν εγκαταλείψει το Μπαγκλαντές, ως ο τελευταίος κάτοικος θεωρώ χρέος μου να διασφαλίσω ότι αυτό το λείψανο μιας αλλοτινής εποχής δεν θα αφεθεί στην τύχη του”.
Πηγή: armenika.gr

 

Διαβάστε περισσότερα...

Μπογός Αραπιάν: O ιδρυτής της Οθωμανικής τυπογραφιάς

Άννα Αλεξανιάν - Αρεβίκ Αβεντισιάν
Ερευνήτριες του Αρμενικού Μουσείου & Ινστιτούτου Γενοκτονίας

Μετάφραση: Έλεν Καραογλανιάν

Ο Μπογός Αραπιάν (Χοβανεσιάν) γεννήθηκε το 1742 στο χωριό Απουντζέκ κοντά στην πόλη Ακν. Κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του Σουλτάνου Σελίμ Γ΄, ο Μπογός Αραπιάν μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον πατέρα του, όπου τον πρώτο καιρό ασχολήθηκε με την εκπαίδευση γερακιών. Έπειτα αφοσιώθηκε στην εκμάθηση των σύγχρονων τεχνικών τυπογραφίας δίπλα στον πατέρα του – τυπογράφο Χοβανές Ατσατουριάν. Ο Μπογός Αραπιάν με τον καιρό βελτίωσε και συμπλήρωσε τις γραμματοσειρές που είχε δημιουργήσει ο πατέρας του και ανέπτυξε τις τυπογραφικές τους δυνα-τότητες. Επίσης εγκαινίασε τη δημιουργία πρότυπων γραμμάτων (templates) τα οποία και έγιναν η βάση της γεωργιανής και τουρκικής τυπογραφίας.

Κατά τη δεκαετία του 1760 υπήρχαν διάφοροι οίκοι τυπογραφίας στην Κωνσταντινούπολη που όμως υπολειτουργούσαν. Κάθε οίκος είχε το δικό του χυτήριο, όπου καλουπώνονταν τα πρότυπα γραμμάτων, αλλά δεν πωλούνταν λόγω του μεγάλου ανταγωνισμού. Οι τυπογράφοι έκαναν το παν για να αποτρέψουν την εξάπλωση της εφεύρεσης του Γουτεμβέργιου και για να διατηρήσουν το μονοπώλιο στην περιοχή τους.
Η φήμη του Μπογός Αραπιάν απογειώθηκε τη δεκαετία του 1770 σε τέτοιο βαθμό, που το 1781 ο γεωργιανός βασιλιάς Ηρακλής Β΄ τον προσκάλεσε στην Τιφλίδα, όπου ξεκίνησε τη δημιουργία των τυπωμένων γεωργιανών γραμμάτων και ίδρυσε έναν οίκο τυπογραφίας. Όταν τελείωσε την εργασία του, ο Αραπιάν έλαβε από τον γεωργιανό βασιλιά ως ανταμοιβή το αξιοσημείωτο για εκείνη την εποχή ποσό των 800 ντεχακάν.
Όμως ο Μπογός Αραπιάν παρείχε πολύτιμες υπηρεσίες και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όταν το 1791 δημιούργησε τα τουρκικά γράμματα «νεσίχ» και «ταλίκ» που αργότερα ονομάστηκαν «Αράπογλου». Μάλιστα, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄, μαθαίνοντας για τον τυπογραφικό οίκο Αραπιάν, αποφάσισε να τον επισκεφτεί. Όταν ενημερώθηκε για την τυπογραφική εργασία του Αραπιάν (ο οποίος επονομαζόταν «Αρμένης Γουτεμβέργιος»), με διάταγμα που εκδόθηκε το 1816 τον έχρισε επιθεωρητή του αυτοκρατορικού οίκου τυπογραφίας, ως επιβράβευση για την εφευρετικότητα και τις υπηρεσίες που προσέφερε στη χώρα. Σύμφωνα με το διάταγμα αυτό, ο Μπογός Αραπιάν και οι τέσσερις γιοι του εξαιρούνταν φορολογίας και είχαν ειδικό κοινωνικό κύρος, προνόμια των οποίων μέχρι τότε έχαιραν μόνον τρεις αρμενικίς οικογένειες στην Κωνσταντινούπολη - οι Τουζιάν, οι Παλιάν και οι Τατιάν. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η τότε ισχύουσα παράδοση ήθελε τον κάθε τεχνίτη να φοράει στο καπέλο του μια μικρή κονκάρδα που να συμβολίζει την τέχνη του. Ο Αραπιάν ήταν ο πρώτος και ο μοναδικός που φόρεσε την «Κονκάρδα»  που απένεμε ο Μαχμούτ Β΄ η οποία απεικόνιζε ένα πιεστήριο τυπογραφίας.
Την 11η Νοεμβρίου 1831, ο Αραπιάν δημοσίευσε την πρώτη επίσημη εφημερίδα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το «Τακβιμ- ι Βεκαγί» και την αρμενική έκδοσή της σε 500 αντίτυπα. Ο μεταφραστής της αρμενικής έκδοσης ήταν ο νεωκόρος Χουσίκ, γραμματέας του Αρμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη. Η αμοιβή του Αραπιάν για την εκτύπωση αυτών των δύο εφημερίδων ήταν ο μηνιαίος μισθός των 2.000 γιουρουσιών από την κυβέρνηση. Η εφημερίδα διανεμήθηκε σε όλους τους περιφερειακούς κυβερνήτες δωρεάν, ενώ το περιεχόμενο του πρώτου καθώς και των επόμενων τευχών αφορούσε κυβερνητικά ζητήματα.
Τα τουρκικά γράμματα που δημιουργήθηκαν για τον αυτοκρατορικό οίκο απαγορευόταν να βγουν από το τυπογραφείο και να πουληθούν χωρίς ειδική άδεια από τον Σουλτάνο, ενώ τα καλούπια τους φτιάχτηκαν στο τυπογραφείο του Αραπιάν.
Οι υπηρεσίες που παρείχε ο Μπογός Αραπιάν στην αρμενική τυπογραφία είναι ανεκτίμητες. Κατάφερε να βελτιώσει και να τελειοποιήσει τα αρμενικά τυπωμένα γράμματα. Πολύτιμα έργα, όπως το «Ζαμακίρκ» που εκδόθηκε το 1799, τα «Ναρέκ», «Τσασότς», «Τονατσούιτς», «Σαρακάν» (1802), «Αβεταράν» (1805), «Αράκ Σογομονί» (1806), «Αγκατανγκεγότς» (1824), «Κερακανουτιούν Χαγιότς Λεσβί» κ.ά. τυπώθηκαν με την αιγίδα του.
Ο Μπογός Αραπιάν πέθανε το 1835 σε ηλικία 95 ετών και ενταφιάστηκε στο αρμενικό Κοιμητήριο Ορτακουί.
Το  1912, ο Τεοντί στον τόμο της εγκυκλοπαίδειάς του «Τιπ ου Ταρ» που είναι αφιερωμένο στην 400ή επέτειο της αρμενικής τυπογραφίας, έγραψε για τον χώρο ταφής του Μπογός Αραπιάν. Μάταια έψαχνε για την ταφόπλακα του διάσημου Αρμένη που υποστήριξε την πνευματική ανάπτυξη των Αρμενίων και Μουσουλμάνων επί 75 χρόνια στο υπό εξαφάνιση νεκροταφείο του Αμιράς. Όταν επισκέφθηκε το εγκαταλελειμμένο και κατεστραμμένο κοιμητήριο, είδε ότι η βόρεια πλευρά του ήταν κατεστραμμένη, η ταφόπλακα είχε απομακρυνθεί και το νεκροταφείο είχε μετατραπεί σε γήπεδο.
Ο Μπογός Αραπιάν (Αράπογλου) είναι ένας από τους πιο διάσημους Οθωμανούς Αρμένιους, ο οποίος με τη μακροχρόνια, σκληρή και αφοσιωμένη εργασία του μετέτρεψε την  τυπογραφία σε μια τέχνη στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Η παράδοση της τυπογραφίας που εκτόξευσε ο «Αρμένης Γουτεμβέργιος» συνεχίστηκε από τους γιους του και τα εγγόνια του.

 

Πηγή: armenika.gr

 

Διαβάστε περισσότερα...

Η Ανατολή των Αρμενίων Φωτογράφων

Οι Αρμένιοι συνέβαλαν ουσιαστικά στην ανάπτυξη όλων των τεχνών και των επαγγελμάτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτό οφείλεται κατά μεγάλο μέρος, στην πολιτική και κοινωνική τους κατάσταση αφού αποτελούσαν, όπως κι άλλοι λαοί, μειονότητα στην αυτοκρατορία.

Από την επίσημη εφεύρεση της φωτογραφίας το 1839 και μετά, οι αρμένιοι φωτογράφοι θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη και άνθηση της φωτογραφικής τέχνης σ’ ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι το Κάιρο, από τη Βηρυτό ως την Τεχεράνη.

Οι φωτογραφίες που απαθανάτισαν, συνιστούν ένα αρχείο μεγάλης ιστορικής αξίας και απεικονίζουν ένα πραγματικό χρονικό της ανατολίτικης κοινωνίας το 19ο αιώνα. Πράγματι, αν οι πρώτοι δυτικοί ταξιδιώτες φωτογράφιζαν κυρίως αρχαιολογικά μνημεία και τοποθεσίες από τους Αγίους Τόπους, οι ντόπιοι αρμένιοι φωτογράφοι ήταν αυτοί που πραγματοποιούσαν ένα μεγάλο μέρος του τζίρου τους, στα στούντιο ή στις λαϊκές συνοικίες των μεγάλων πόλεων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι αρμένιοι φωτογράφοι υφαίνουν έναν εκπληκτικό ιστό σ’ όλη την ανατολική πλευρά της Μεσογείου. Στην Κωνσταντινούπολη οι αδελφοί Αμπντουλάχ αγοράζουν το φωτογραφικό εργαστήριο του γερμανού χημικού Ράμπαχ το 1858 και σύντομα αποκτούν τον τίτλο του προσωπικού φωτογράφου της αυλής του σουλτάνου. Τα πιο ξακουστά στούντιο είναι αυτά του Καραμπετιάν και του Κρικοριάν στην Ιερουσαλήμ, του Γκιραγκοσιάν και των αδελφών Σαραφιάν στη Βηρυτό, του Μπερμπεριάν στο Αμάν, του Χαλατζιάν στη Χάιφα, του Λεκεγκιάν στο Κάιρο κλπ.

Ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίντ (1876-1909) μανιώδης συλλέκτης φωτογραφιών, είχε δημιουργήσει ένα «πανόραμα με εικόνες» γύρω από τα επιτεύγματα της αυτοκρατορίας (δρόμοι, σιδηροδρομικές γραμμές, ακαδημίες, νοσοκομεία κλπ.) με στόχο να δώσει την εικόνα μιας σύγχρονης χώρας, προσφέροντας αυτές τις φωτογραφίες στους διπλωματικούς αντιπροσώπους των ξένων κρατών.

Το φωτογραφικό λεύκωμα «Η Ανατολή των Αρμενίων φωτογράφων» στην πραγματικότητα είναι μια έκθεση που σχεδίασε και υλοποίησε το Ινστιτούτο του Αραβικού Κόσμου στα πλαίσια των εκδηλώσεων του Έτους Αρμενίας στη Γαλλία «Αρμενία φίλη μου» το έτος 2007. Παρουσιάζει το έργο μιας δεκάδας από τους πιο γνωστούς αρμένιους φωτογράφους που έδρασαν στην Κωνσταντινούπολη, Βηρυτό, Δαμασκό, Παλαιστίνη και Κάιρο.

Το τελευταίο μέρος του λευκώματος τιμά το σύγχρονο έργο της Κάτια Μπογιατζιάν. Κληρονόμος αυτής της μακράς γενιάς καλλιτεχνών, κόρη του φωτογράφου Άντζελο, ζωντανεύει τη μέθοδο του επιχρωματισμού, που συνίσταται στο χρωματισμό με λάδι κατευθείαν πάνω σε ασπρόμαυρη φωτογραφία, μέθοδο στην οποία ειδικεύονταν οι Αρμένιοι της Ανατολής.

Σ’ αυτήν τη φωτογραφική παραγωγή που εκτείνεται από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και κορυφώνεται στο Κάιρο γύρω στο 1950, χρωστάμε το ομορφότερο χρονικό σε εικόνες μιας Ανατολής που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Όσοι από τους αναγνώστες μας επιθυμούν να αποκτήσουν το βιβλίο αυτό, μπορούν ν’ απευθυνθούν στο περιοδικό μας.

Από τις εκδόσεις “Τσουκάτου” κυκλοφόρησε

το φωτογραφικό λεύκωμα “Η Ανατολή των Αρμενίων φωτογράφων”

σε μετάφραση Οχανές-Σαρκίς Αγαμπατιάν.

 

Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Ο Αντρανίκ πασά... όπως τον έζησα

Μια μικρή, πικρή μνήμη για τον Αντρανίκ Πασά, έτσι σαν μνημόσυνο για τον πατέρα μου, που υπήρξε στρατιώτης του.

Ακούγεται περίεργο. Τον έζησα; Πώς είναι δυνατόν; Κι όμως ναι, τον έζησα το στρατηγό μας, μέσα από την κλασική φωτογραφία του με το κοζάκικο καλπάκι του και τα φισεκλίκια του σταυρωτά. Είχε στη μέση του ένα πιστόλι κι, αν θυμάμαι καλά, είχε κρεμασμένα στο στήθος του τα κιάλια του. Είχε ένα βλέμμα αετήσιο κάτω από τα πυκνά φρύδια του. Σοβαρός, βαρύς, με ένα βάθος στο βλέμμα του, σαν να κοίταζε πέρα μακριά κατά το στρατό του που πολεμούσε λυσσασμένα τους αφιονισμένους σφαγιαστές μας… τους Τούρκους του Ενβέρ ή του Ταλαάτ.

Από τις πρώτες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας ήταν αυτή η φωτογραφία. Με αυτή τη φωτογραφία θαρρώ πως γεννήθηκα, με αυτή τη φωτογραφία του μέσα σε ακριβό ξυλόγλυπτο κάδρο μεγάλωσα και με το καντήλι να ανάβει μπροστά του κάθε σαββατοκύριακο.

Ο πατέρας μου, ο Νικογός Ιντζεγιάν, είχε πολεμήσει ως υπαξιωματικός υπό τας διαταγάς του Αντρανίκ και μας διηγούνταν απίστευτες ιστορίες ηρωισμών. Η αγαπημένη του ήταν, όταν ο Αντρανίκ όρθιος, ακάλυπτος, προσπαθούσε να ενισχύσει το ηθικό των στρατιωτών του, που τον λάτρευαν και τον παρακαλούσαν να προφυλαχτεί. Πάντα μπροστά, όρθιος, τους εμψύχωνε.

Κάποια στιγμή φώναξε τον πατέρα μου και του έδωσε ένα μήνυμα να το πάει απέναντι στο ρώσο στρατηγό. «Σε εμπιστεύομαι ότι θα τα καταφέρεις», του είπε και του έσφιξε το χέρι. Αυτή η χειραψία είχε γίνει για όλους μας, που τον ακούγαμε τα βράδια γύρω από τη σόμπα, η αγαπημένη μας στιγμή που περιμέναμε πώς και πώς να μας τη διηγηθεί.

«Πες μας, μπαμπά, πώς έγινε», τον παρακαλούσαμε. Κι αυτός μας έλεγε και ξανάλεγε στιγμές μεγαλείου. Κι ύστερα τραγουδούσαμε τον εθνικό ύμνο «Παμπ βοροντάν» ή κάπως έτσι, δε θυμάμαι πια, ή τον άλλον, από το Ζεϊτούν. Κι ύστερα; Τον βλέπαμε που δάκρυζε και μας έπιαναν και εμάς τα κλάματα.

Κάθε σαββατοκύριακο άναβε το καντήλι του. Μόνος του. «Αυτή είναι δική μου δουλειά», έλεγε και δεν άφηνε ούτε τη μάνα να το ανάψει. Μια-δυο φορές τον είχα δει κρυφά που στεκόταν για ώρες μπροστά στη φωτογραφία συλλογισμένος κι άλλοτε δακρυσμένος. Τέτοια ώρα δεν έμπαινε κανείς στο δωμάτιο. Τον αφήναμε με τις αναμνήσεις του: την πρώτη του οικογένεια, που την είχαν σφάξει, το μακρινό του χωριό, τους συμπολεμιστές του. Μια φορά που κρυφοκοίταζα, τον είδα που άναβε το καντήλι και μετά σε στάση προσοχής χαιρετούσε στρατιωτικά το στρατηγό του.

Όχι, δεν ήταν τρελός, ούτε αλλοπαρμένος. Ήταν από το Κεμάχ, επαρχία του Ερζερούμ, από το χωριό Πακαρίτζ, και είχε νιώσει στο πετσί του τις σφαγές των Τούρκων το φοβερό ’15, όταν όλοι οι νέοι είχαν καταφύγει στα βουνά αντάρτες και οι Τούρκοι είχαν σφάξει στο χωριό τους όλη του την πρώτη οικογένεια: τη μάνα του, τη γυναίκα του και τα πέντε μικρά του παιδιά που τα κεφαλάκια τους τα βρήκε κατεβαίνοντας μετά στο χωριό, επάνω στο φράχτη.

Εμείς είμαστε η δεύτερή του οικογένεια, αφού παντρεύτηκε τη μάνα μου, Αρμένισσα της Σμύρνης, το ’22. Μια φρίκη που δεν μας τη διηγήθηκε ποτέ ο ίδιος -δεν άντεχε να την πει- αλλά την έμαθα από τον τότε κουνιάδο του, τον Νισάν Ντεργαζαριάν, μαζί με τον οποίο είχαν καταφύγει αντάρτες και μετά στρατιώτες στον αρμενικό στρατό με τους Ρώσους και στρατηγό τον Αντρανίκ πασά.

Δυο-τρεις φορές το χρόνο με έπαιρνε μαζί του στα Γιάννενα (μέναμε στην Άρτα τότε) και εκεί συναντούσε τα ξαδέλφια του, τους Αγκόπ και Σιμόν Μαργκοσιάν και τον Μπογός Μαργκοσιάν, που έρχονταν από την Κέρκυρα. Ήταν όλοι τους στρατιώτες του Αντρανίκ και έκαναν το μνημόσυνο του στρατηγού. Ο θείος Αγκόπ είχε μεγάλη φωτογραφία του Αντρανίκ στο καφεκοπτείο του και ένα καντήλι που το άναβε κάθε τόσο.

Εκεί, μετά το μνημόσυνο, έκαναν κάτι ολονυκτίες με ούζο, παστουρμά και τουρσί λάχανο. Τραγουδούσαν με το ούτι τους καημούς της πατρίδας και των δικών τους, που όλοι τους είχαν χαθεί σε εκείνες τις απάνθρωπες σφαγές, τις αιματοβαμμένες ημέρες του 1915, στο Ερζερούμ, στο Κεμάχ, στο Πακαρίτζ. «Βάι-βάι, έρμη πατρίδα», τραγουδούσαν.

Εκεί, ένα βράδυ, μας έβαλαν εμένα, τον Αντρανίκ, το γιο του Σιμόν, και τον Κατσάζ, γιο του Μπογός, οχτώ ή δέκα-δώδεκα χρονών παιδιά τότε να ορκιστούμε πάνω στο ευαγγέλιο πως όσο ζούμε δε θα δώσουμε το χέρι μας σε Τούρκο.

Τα θυμήθηκα όλα αυτά διαβάζοντας στο προηγούμενο τεύχος των «Αρμενικών» για το εστιατόριο «Αντρανίκ» και με έπιασαν τα κλάματα. Ναι, κάτι κλάματα σα μικρό παιδί.

Πού να ξέρανε, πού να φαντάζονταν ότι θα έρχονταν Τούρκοι στο Ερεβάν για ποδόσφαιρο; Βάι-βάι, που τραγούδαγε η παρέα με το ούτι!

Δεν ζούνε πια ούτε ο πατέρας ούτε οι άλλοι συμπολεμιστές και στρατιώτες του Αντρανίκ. Ο ίδιος πέθανε νομίζω στη Γαλλία. Κάθε που πάω στο νεκροταφείο μαζί με το κερί για τον πατέρα μου ανάβω κι ένα για τον Αντρανίκ πασά.

Βάι-βάι, έρμη πατρίδα!

Χατσαντούρ Νικογός Ιντζεγιάν,

δημοσιογράφος-λογοτέχνης

 

Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Όταν στην Ελλάδα τιμούν τους σφαγείς των Ελλήνων - Μνημείο για τον Κεμάλ!

Τελικά σε αυτή την χώρα ο τουρκολαγνεία των κυβερνώντων δεν γνωρίζει όρια, ούτε συνυπολογίζει εξαιρετικά ιστορικά γεγονότα:
Με ομόφωνη απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού εγκρίθηκε η ανακήρυξη του σπιτιού που σύμφωνα με τους Τούρκους γεννήθηκε ο σφαγέας του Μικρασιατικού Ελληνισμού, Κεμάλ Ατατούρκ στην Θεσσαλονίκη σε ... Μνημείο!

Αν και οι Τούρκοι διαδίδουν όλα αυτά τα χρόνια ότι ο Κεμάλ γεννήθηκε στο συγκεκριμένο σπίτι η αλήθεια είναι ότι ο Κεμάλ γεννήθηκε στο χωριό Χρυσαυγή του Λαγκαδά. Το 1935 ο δήμος Θεσσαλονίκης παραχώρησε το οίκημα που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Αποστόλου Παύλου και Αγίου Δημητρίου στο τουρκικό κράτος, το οποίο το μετέτρεψε σε μουσείο αφιερωμένο στον Κεμάλ Ατατούρκ. Το κτίριο αποτελείται από τρεις ορόφους και έχει αυλή. Επισκευάστηκε το 1981 και βάφτηκε στο αρχικό του χρώμα (ροζ). Το μεγαλύτερο μέρος της επίπλωσης είναι αυθεντικό.

Όπου υπήρχαν ελλείψεις συμπληρώθηκαν με έπιπλα από το Μαυσωλείο του Κεμάλ και από το Τοπ Καπί της Κωνσταντινούπολης. Αυτό που κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει πάντως αυτή την κυβέρνηση είναι η ταχύτητα και η αποφασιστικότητα με την οποία λαμβάνει και υλοποιεί αποφάσεις που στρέφονται κατά του θυμικού των Ελλήνων και κατά των μακροχρόνιων συμφερόντων του ελληνικού Έθνους όπως το περίφημο νόμο για την απόδοση της Ιθαγένειας στους Αλλοδαπούς.

Είναι πραγματικό εκπληκτικό ότι ενώ οι Τούρκοι αφήνουν σημαντικά μνημεία του ελληνισμού και της χριστιανοσύνης να μετατρέπονται είτε σε ερείπια είτε σε στάβλους (βλ. Κατεχόμενη Κύπρος) η ελληνική κυβέρνηση ανερυθρίαστα συμβάλει στην ανασυγκρότηση της παρουσίας της πάλαι ποτέ οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι τόσο η Ομοσπονδία Προσφυγικών Σωματείων, όσο και η Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδος είχαν ζητήσει την μη αποδοχή της πρότασης για την ανακήρυξη της συγκεκριμένης οικίας σε Μνημείο.

Επιπλέον επισημαίνεται ότι όταν η δημοτική αρχή της Θεσσαλονίκης επιδίωξε την κατασκευή του ανδριάντα του Κ. Καραμανλή στην Πλατεία Αριστοτέλους, ο υπουργός Πολιτισμού είχε καταφέρει να κωλλυσιεργήσει την υλοποίηση του έργου τον Απρίλιο του 2010 με την αναπομπή της τελικής απόφασης στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο.

Μετά από όλα αυτά φαίνεται πλέον ξεκάθαρα ότι η κυβέρνηση έχει μία άλλη αντίληψη όσον αφορά την ιστορία αυτού του τόπου, τις ευαισθησίες των πολιτών της Ελλάδας και της σημασίας που έχει η γνώμη τους όπως αυτή εκφράζεται από τις οργανώσεις τους και τα πολιτικά τους πιστεύω. Τελικά στην Ελλάδα είναι πιο εύκολα να τιμήσεις το σφαγέα των Ελλήνων παρά να σεβαστείς τις επιθυμίες του κυρίαρχου λαού και τους διαπρεπείς πολιτικούς άνδρες αυτού του τόπου.
Διαβάστε περισσότερα...

Αυστραλία: Τιμήθηκαν Αυστραλές που βοήθησαν Έλληνες πρόσφυγες του '22 και θύματα του ελληνικού εμφυλίου

Η συμβολή Αυστραλών γυναικών που πρόσφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες σε Έλληνες πρόσφυγες από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία, αλλά και σε θύματα του εμφυλίου πολέμου, παρουσιάστηκε σε μια εκδήλωση που έγινε στη Μελβούρνη από τους φορείς "Επιστροφή στην Ανατολία", "Whittlesea Women Matter 2" σε συνεργασία με την Βιβλιοθήκη του Lalor.

Κεντρικός ομιλητής ήταν ο Δρ Παναγιώτης Διαμάντης, λέκτορας Μελετών Γενοκτονιών στο Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας του Σίδνεϊ, ο οποίος αναφέρθηκε σε ορισμένες από τις Αυστραλές που ξεχώρισαν και ιδιαίτερα στην ιστορία του ζεύγος Σίντνεϊ και Τζόις Νανκίβελ Λοκ (Joice NanKivell Loch).

Όπως τόνισε ο Δρ. Διαμαντής, από το 1922 μέχρι το τέλος της ζωής τους, και οι δυο τους αφιερώθηκαν στην εδραίωση και την ανάπτυξη ενός προσφυγικού οικισμού στη Μακεδονία, την Ουρανούπολη Χαλκιδικής.

Ο Σκωτσέζος Σίντνεϊ Λοκ και η Αυστραλή σύζυγός του πήγαν στην Ευρώπη προερχόμενοι από την Αυστραλία, αρχικά για να καλύψουν δημοσιογραφικά τον αγώνα της ανεξαρτησίας των δημοκρατικών Ιρλανδών. Με την ίδρυση της Ιρλανδίας, το 1921, πήγαν στην Πολωνία, όπου, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, κατέφταναν κύματα ξεριζωμένων πολωνικών πληθυσμών από τα ανατολικά. Ενώ έκλειναν οι πληγές της Πολωνίας, άνοιγε στην Ελλάδα η πληγή της Μικρασιατικής Καταστροφής. Οι Λοκ πήγαν στη Θεσσαλονίκη, στη νεοϊδρυμένη Αμερικανική Γεωργική Σχολή, όπου προσέφεραν τις υπηρεσίες τους για την αποκατάσταση των Ελλήνων προσφύγων που κατέφταναν με πλοία στην Επανομή και στην Καλαμαριά.

Η γνωριμία με το Προσφόρι, τη σημερινή Ουρανούπολη, έγινε όταν ο Σίντνεϊ ανακάλυψε το Άγιο Όρος και αποφάσισε «να μελετήσει τη θαυμαστή μοναστική πολιτεία, έναν κόσμο μυστηρίου και ανείπωτης ομορφιάς». Σύντομα απέκτησαν μονιμότερη σχέση με τον τόπο. «Το 1928 ο σύζυγός μου και εγώ πήγαμε να μείνουμε στα σύνορα του Αγίου Όρους, σε ένα μεγάλο βυζαντινό πύργο, ο οποίος υπήρξε μετόχι της Μονής Βατοπεδίου», αναφέρει σε ένα κείμενό της η Τζόις. «Η ελληνική κυβέρνηση είχε πάρει τη γη από το μοναστήρι και εγκατέστησε εκεί μια μικρή ομάδα προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Φτάσαμε την ίδια περίοδο με πολλούς από τους χωριανούς. Εκείνοι εγκαταστάθηκαν σε μικρά σπίτια που είχαν χτιστεί για την περίσταση. Εμείς πήγαμε στον πύργο. Το σκεφτήκαμε σαν μια προσωρινή εγκατάσταση, αλλά γοητευτήκαμε τόσο πολύ από τον παλιό πύργο και πειστήκαμε ότι μόνο εμείς θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε το χωριό, και έτσι μείναμε μόνιμα».

Ο Δρ. Διαμαντής λέει πως δεκάδες ήταν οι Αυστραλές που βοήθησαν τα θύματα της Μικρασιατικής Καταστροφής, αλλά και αργότερα αυτά του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και του εμφυλίου.

Ανάμεσά τους η Olive Kelso King, που οργάνωσε νοσοκομεία και ανθρωπιστική βοήθεια για δεκάδες χιλιάδες Σέρβους πρόσφυγες στην Ελλάδα κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μια άλλη ήταν η Στέλλα Miles Franklin, που υπηρέτησε ως νοσοκόμα με τις Αυστραλιανές δυνάμεις στο Μακεδονικό Μέτωπο το 1916. Σήμερα το μεγαλύτερο λογοτεχνικό βραβείο της Αυστραλίας φέρει το όνομά της.

Η Eleanor Vokes McKinnon, ιδρύτρια του Αυστραλιανού Ερυθρού Σταυρού, ζήτησε από τη Γενική Συνέλευση της Κοινωνίας των Εθνών, το 1924, να ενισχυθούν οι Έλληνες και οι Αρμένιοι πρόσφυγες.

Η Edith Glanville ήταν επί πολλά έτη ηγετική μορφή του Αυστραλιανού Ταμείου Αρωγής Αρμενίων και Ελλήνων προσφύγων. Μάλιστα επισκέφτηκε την Ελλάδα και τη Συρία, τρεις φορές κατά την δεκαετία του 1920. Μετά τις σφαγές στο Simele του Ιράκ το 1933, ήταν η μόνη δυτική γυναίκα στην οποία επιτράπηκε να βοηθήσει τους Ασσυρίους πρόσφυγες στη γειτονική Συρία.

Η Annabelle "Penny" Penglaze ήταν επικεφαλής ομάδας Αυστραλών της προσπάθειας αρωγής του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών στη Μακεδονία κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα (1946-1949). Η Penglaze μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια σιδηροδρομικώς από την Θεσσαλονίκη μέχρι τη Φλώρινα.

«Οι γυναίκες αυτές ήταν εθελόντριες που τα παράτησαν όλα για να βοηθήσουν τους Έλληνες» είπε ο Δρ. Διαμαντής.

«Οι ιστορίες αυτών των Αυστραλών αγγέλων είναι οι ιστορίες των προγόνων μας, καθώς είναι και ιστορίες της Αυστραλίας. Αποτελούν δείγμα της χαρακτηριστικής στάσης των γυναικών της Αυστραλίας για δράση και προσφορά», σημείωσε η πρόεδρος του συλλόγου "Επιστροφή στην Ανατολία" Σοφία Κοτανίδου.

Ο σύλλογος "Επιστροφή στην Ανατολία" είναι μια πολυπολιτισμική οργάνωση που συγκεντρώνει τις γηγενείς πολιτισμικές ομάδες της Ανατολίας (Ελλήνων, Αρμενίων και των Ασσυρίων). Οι εκδηλώσεις της εστιάζονται στην επίδειξη των βαθιών δεσμών μεταξύ των προγονικών πατρίδων και της Αυστραλία

Με πρωτοβουλία του συλλόγου "Επιστροφή στην Ανατολία", η Συνέλευση των Γυναικών του Εργατικού Κόμματος Αυστραλίας (Τhe National Women's Labor Conference) στο Brisbane του Queensland, υιοθέτησε πρόσφατα ψήφισμα-ορόσημο, με το οποίο αναγνώρισε «τη Γενοκτονία των Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων από το 1915 έως το 1923» ως «ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας».

Στο πλαίσιο του Συνεδρίου με θέμα "Labor Women: Lead, Challenge, Inspire (ηγούμαι, προκαλώ, εμπνέω)", επίσημοι αντιπρόσωποι όλων των τοπικών οργανώσεων του Αυστραλιανού Εργατικού Κόμματος (Australian Labor Party) αναγνώρισαν τις Γενοκτονίες των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ελλήνων ως αναπόσπαστο μέρος της Αυστραλιανής ιστορίας, το οποίο οι γυναίκες της Αυστραλίας (κάποιες από τις οποίες τιμήθηκαν πρόσφατα) δημιούργησαν, ηγήθηκαν και ενέπνευσαν άλλους να ακολουθήσουν.

Σύμφωνα με τις δηλώσεις της αντιπροσώπου και προέδρου της "Επιστροφή στην Ανατολία" Σοφίας Κοτανίδου, «η αναγνώριση και η εκπαίδευση αποτελούν τα καλύτερα μέσα για την κατανόηση του παρελθόντος και του μέλλοντος».

«Η γνώση εμποδίζει την ανάπτυξη μίσους, το οποίο οδηγεί στη Γενοκτονία», τονίζει η κα Κοτανίδου, προσθέτοντας πως «μονάχα διαμέσου της μελέτης των εγκλημάτων του παρελθόντος, μπορούμε να αποφύγουμε την επανάληψή τους, γι' αυτό άλλωστε και το Εβραϊκό Ολοκαύτωμα, η περίπτωση των Αυστραλιανών Ιθαγενών και άλλες γενοκτονίες, αποτελούν τμήμα του Αυστραλιανού συστήματος δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης».

Οι Αυστραλοί διαδραμάτισαν ηγετικό ρόλο στις προσπάθειες συλλογής πόρων και ανθρωπιστικής βοήθειας για τους επιζώντες της γενοκτονίας των Αρμενίων. Για παράδειγμα, ενίσχυσαν οικονομικά το Ορφανοτροφείο Αρμενίων Αρρένων - θυμάτων της Αρμενικής Γενοκτονίας - στη Βηρυτό του Λιβάνου για περισσότερο από δέκα χρόνια. Σύμφωνα με την τότε Γραμματέα του Αρμενικού Ταμείου Αρωγής Dora Cohen, μόνο το 1922, η Αυστραλία έστειλε βοήθεια ύψους 100.000 δολαρίων σε μορφή τροφής, ρουχισμού και χρημάτων.

Να θυμίσουμε εδώ πως κατά την Μικρασιατική Καταστροφή Ύπατος Αρμοστής για τους Πρόσφυγες της Κοινωνίας των Εθνών (League of Nations High Commissioner for Refugees) ήταν ο Αυστραλός Συνταγματάρχης Treloar, που έσωσε από την πείνα και τις αρρώστιες περίπου 108.000 επιζώντες Έλληνες πρόσφυγες.

 

 Πηγή: omogeneia.ana-mpa.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Προβλέπουν διαμελισμό της Τουρκίας

Τον κώδωνα του κινδύνου για την Τουρκία κρούει ο έμπειρος Σύρος διπλωμάτης Μπεσσάμ Εμπου Αμπντουλλάχ, που υπηρέτησε παλαιότερα και στην Άγκυρα.
Ο κ. Αμπντουλλάχ υποστηρίζει ότι σύμφωνα με το σχέδιο της Μεγάλης Μέσης Ανατολής πρέπει να διαμελιστούν η Συρία, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και η Λιβύη για να ιδρυθεί το Κουρδιστάν και το Μεγάλο Ισραήλ.

Βάσει του σχεδίου η Συρία πρέπει να χωριστεί σε τέσσερα καντόνια, ο Λίβανος σε οκτώ, η Τουρκία, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και η Λιβύη σε τρία.
Εάν οι εκτιμήσεις του είναι σωστές τότε αποκτά ιδιαίτερη σημασία η είδηση της Haber-Gazete, σύμφωνα με την οποία η Αρμενία ετοιμάζεται να βγάλει στη δημοσιότητα το έγγραφο του Αμερικανού Προέδρου Ουίλσον , στο οποίο σχεδιάστηκαν τα σύνορα Αρμενίας- Τουρκίας στις 20/11/1920.
Το έγγραφο αυτό θα αποτελέσει μια βάση για εδαφικές διεκδικήσεις των Αρμενίων από την Τουρκία.
Διαβάστε περισσότερα...
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Στον διαδικτυακό τόπο μας χρησιμοποιούμε Cookies με σκοπό τη βελτίωση της online εμπειρίας σας. Επιλέγοντας να συνεχίσετε την περιήγησή σας σε αυτόν, αποδέχεστε αυτομάτως τη χρήση των cookies. Περισσότερα...

Πολιτική Απορρήτου - Όροι Χρήσης - Περιορισμός Ευθύνης - Επικοινωνία Σχετικά με Προσωπικά Δεδομένα
Αποδέχομαι

Newsletter