Menu

Οι Αρμένιοι στον Οθωμανικό Στρατό (από το 14ο αιώνα έως το 1918)

Το Σώμα των Γενίτσαρων

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι υπήκοοι χριστιανικών υπόδουλων λαών θεωρούνταν ύποπτα στοιχεία, δεν τους επιτρεπόταν η χρήση όπλων και βάσει του ισλαμικού νόμου δεν μπορούσαν να υπηρετήσουν στο στρατό διότι ήταν αλλόθρησκοι. Για να αξιοποιήσουν τους χριστιανούς υπηκόους στις ένοπλες δυνάμεις και για να εκπληρώσουν οι σουλτάνοι τις στρατιωτικές τους φιλοδοξίες, οι Οθωμανοί κυρίαρχοι ξεκίνησαν το λεγόμενο Δεβσιρμέ - συνάθροιση - που στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει «συγκομιδή αγοριών». Οι σουλτανικές αρχές ανά διαστήματα πήγαιναν σε περιοχές που κατοικούνταν από χριστιανούς για να μαζέψουν τα πιο όμορφα, υγιή και έξυπνα νεαρά αγόρια και νέους. Αφού τους προσηλύτιζαν στον Ισλαμισμό, τους έστελναν σε ειδικά αποσπάσματα στρατού που ονομάζονταν ατσεμί ογλάν - ξένο αγόρι - όπου τα αγόρια διδάσκονταν διάφορες στρατιωτικές ικανότητες και εμποτίζονταν με θρησκευτικό φανατισμό. Έτσι, μεταμορφώνονταν σε δεξιοτέχνες στρατιώτες έτοιμοι να καταχτούν στο Σώμα των Γενίτσαρων.

Το Σώμα των Γενίτσαρων (γενί τσαρί ή νέα στρατεύματα) δημιουργήθηκε το 1361-1363 κατά τη βασιλεία του Σουλτάνου Μουράτ Α΄ και έγινε η ελίτ του Οθωμανικού στρατού. Αποτελούνταν αποκλειστικά από χριστιανούς που είχαν προσηλυτιστεί στον Ισλαμισμό. Οι χριστιανοί χωρών που είχαν κυριευθεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία θεωρούνταν αιχμάλωτοι πολέμου και ένας στους πέντε παραδιδόταν στους Οθωμανούς προς επιστράτευση. Μετά την κατάκτησή τους, οι χριστιανοί κάτοικοι γίνονταν Οθωμανοί υπήκοοι, υποκείμενοι στην πρακτική του Δεβσιρμέ. Σύμφωνα με τα αρχεία των αρμενικών χρονικών, η «συγκομιδή αγοριών» ξεκίνησε στη Δυτική Αρμενία το 1464. Κατά τη διάρκεια πολλών γενεών, οι πιο υποσχόμενοι αντιπρόσωποι του αρμενικού λαού απομακρύνθηκαν από το εθνικό τους περιβάλλον και υπηρέτησαν στο όνομα της νίκης ενός ξένου λαού και μιας ξένης θρησκείας.

Υπήρχαν άτομα στο Σώμα των Γενίτσαρων αρμενικής καταγωγής που μπόρεσαν να κερδίσου υψηλές διακρίσεις στον Οθωμανικό στρατό και στην κυβέρνηση λόγω της γενναιότητάς τους και των ικανοτήτων τους, όπως ήταν το 17ο αιώνα ο ναυτικός διοικητής και Μέγας Βεζίρης Καλίλ Πασά, του οποίου οι γενναίες πράξεις έχουν δοξαστεί στα χρονικά της Οθωμανικής ιστορίας. Διορίστηκε Μέγας Βεζίρης όταν το 1609 βγήκε νικητής από μια ναυμαχία. Κατέπνιξε επιδρομές Κοζάκων από τη Σινώπη και ανανέωσε την συνθήκη ειρήνης με την Πολωνία και την Αυστρία. Πολέμησε τους Πέρσες και ανάγκασε τον Σάχη Αμπάς να υπογράψει συνθήκη κατάπαυσης πυρός.

Αρμενικής καταγωγής ήταν και ο Οθωμανός διοικητής και πολιτικός Ερμενί Σουλεϊμάν Πασά (1605-1680). Λόγω των ταλέντων του, της ευφυΐας και της ανδρείας του, μπόρεσε να αναρριχηθεί από απλώς φαντάρος σε Μέγας Βεζίρης και μια από τις πιο διάσημες προσωπικότητες της Οθωμανικής ιστορίας. Ο Σουλεϊμάν Πασά ήταν ίσως ο μόνος που δεν έκρυψε ποτέ τις εθνικές τους ρίζες και πάντα χρησιμοποιούσε τον όρο Ερμενί (Αρμένης) στον επίσημο βαθμό του, ακόμα και όταν έγινε Μέγας Βεζίρης.

Υπήρχαν και άλλοι Αρμένιοι εκτός από τους προαναφερμένους που προσηλυτίστηκαν στον Ισλαμισμό και αποδείξαν την αξία τους στο πεδίο της μάχης, όμως μνημονεύονται στα οθωμανικά χρονικά ως Τούρκοι. Τα ονόματα αυτών είτε δεν μαθεύτηκαν ποτέ, ή οι τούρκοι ιστορικοί επέλεξαν να μην αναφέρουν την καταγωγή τους. Μια τέτοια περίπτωση είναι ο Σινάν ο Μέγας, ο πιο γνωστός Οθωμανός αρχιτέκτονας του 16ου αιώνα. Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι Τούρκοι και άλλοι ακαδημαϊκοί θέλησαν να γδύσουν την εθνική καταγωγή του Σινάν, όμως η δόξα εντέλει δόθηκε στο αρμενικό έθνος όταν εκδόθηκε έγγραφο από τουρκικό επιστημονικό περιοδικό το 1931, όπου πιστοποιείται η αρμενική καταγωγή του Σινάν. Σύμφωνα με αυτό το έγγραφο, ο Σινάν υπηρέτησε ως μαχόμενος μηχανικός σε ένα απόσπασμα Γενίτσαρων. Ο Σινάν είναι φημισμένος για τα στρατιωτικά κατασκευαστικά του έργα, νοσοκομεία, γέφυρες, κ.ά. Ανύψωσε την ισλαμική αρχιτεκτονική στο επίπεδο της τελειότητας και έχει καταλάβει μια περίοπτη θέση στην ιστορία της τέχνης ως ένας από τους καλύτερους αρχιτέκτονες όλων των εποχών.

 

Αρμένιοι Μισθοφόροι

Παρά το γεγονός ότι δεν επιτρεπόταν σε «άπιστους» να υπηρετούν στον «στρατό της πίστης», οι Οθωμανοί βασιλείς, επικαλούμενοι το καλό του έθνους, παράβλεπαν αυτή τη θρησκευτική πρακτική και συμπεριέλαβαν χριστιανούς στο στρατό. Αρμένιοι μισθοφόροι υπηρέτησαν τόσο στο πεζικό όσο και στο ιππικό. Μισθώνονταν σε στρατιωτικές μονάδες που ονομάζονταν σαλαχοράν, ώστε να ανοίγουν δρόμους για τους στρατιώτες κόβοντας δέντρα και επιχώνοντας βάλτους. Επίσης, αρμένιοι στρατιώτες προπορεύονταν των Οθωμανικών στρατών πριν τη λεηλασία πόλεων και έσκαβαν χαντάκια που οδηγούσαν στις πύλες των πόλεων. Άλλες μονάδες αποτελούνταν από αρμένιους οικοδόμους με κύρια εργασία τους να υποσκάπτουν τους πέτρινους τοίχους πύργων ή κάστρων.

Αρμένιοι μισθοφόροι υπηρέτησαν και στο Οθωμανικό ναυτικό. Μάλιστα κατά τη βασιλεία του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίντ Α΄ (1771-1788) ο αριθμός αυτών των μισθοφόρων αυξήθηκε όταν υπηρέτησε ο αρμενικής καταγωγής ναύαρχος Καζαηρλί Χασάν Πασά. Τότε, το 75% των ναυτικών που επάνδρωναν τα κανόνια των οθωμανικών πλοίων ήταν ή Αρμένιοι ή Έλληνες. Ο Χασάν Πασά Γκαζί (νικητής) καταγόταν από μια φτωχή αρμενική οικογένεια από τη Ραιδεστό, κατετάγη ως μισθοφόρος στον Οθωμανικό στόλο και έγινε διάσημος για τις προσφορές του, όπως τη συμμετοχή του στην κατάληψη της Μάλτας, όπου και του δόθηκε το παρατσούκλι Γκαζί.

 

Οικονομική ενίσχυση του Οθωμανικού Στρατού

Κατά τη διάρκεια των αιώνων, η υλική συνεισφορά των χριστιανών αρμενίων υπηκόων προς την ενδυνάμωση του Οθωμανικού στρατού ήταν τεράστια. Αυτά τα ποσά καταβάλλονταν με τη μορφή φόρων που οι μουσουλμάνοι υπήκοοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν. Μη-μουσουλμάνοι μπορούσαν να αποφύγουν την κατάταξη στο στρατό πληρώνοντας το λεγόμενο φόρο «κεφαλής». Κατά τη διάρκεια πολέμων, οι χριστιανοί υπήκοοι ήταν υποχρεωμένοι να καλύπτουν τα έξοδα του στρατού μέσω καταβολής διαφόρων φόρων που συνεχίζονταν και κατά τη διάρκεια ειρήνης για τη συντήρηση του στρατού. Συχνά, οθωμανοί στρατιώτες έκαναν κατάσχεση των σταυρών και των Βίβλων από τις αρμενικές εκκλησίες τα οποία πουλούσαν, ενώ αρμενικά χωριά συχνά λεηλατούνταν για τον ίδιο λόγο.

 

Αρμένιοι τεχνίτες στην υπηρεσία του Στρατού

Οι αρμένιοι κατασκευαστές όπλων θεωρούνταν οι καλύτεροι. Σφυρηλατούσαν σπαθιά, έφτιαχναν τις κάννες των όπλων, επισκεύαζαν τα χαλασμένα και παρείχαν ένα πλήθος άλλων υπηρεσιών. Αυτοί οι τεχνίτες ήταν ενσωματωμένοι στο στρατό και ταξίδευαν με τους στρατιώτες στις διάφορες εκστρατείες. Στην υπηρεσία του οθωμανικού στρατού υπήρχαν επίσης και χιλιάδες κατασκευαστές σελών, ράφτες, μουσικοί και άλλοι τεχνίτες.

Οι Αρμένιοι και οι Έλληνες σχημάτιζαν την πλειοψηφιά των κατασκευαστών πλοίων και μάλιστα από το 18ο έως το 19ο αιώνα η οικογένεια Ντεμιρτζιμπασιάν ήταν οι επίσημοι σιδηρουργοί του ναυτικού. Το 18ο αιώνα ο Κεβόρκ Ντεμιρτζιμπασιάν έγινε ο βασιλικός μονταδόρος του στόλου και διοικητής του ναυτικού οπλοστασίου, θέση την οποία κατείχε προηγουμένως ο Αρμένιος Μαρντιρός ο Τεχνίτης. Επίσης, ο Κεβόρκ σχεδίασε τη σύγχρονη άγκυρα που υιοθέτησαν οι Ευρωπαίοι.

Αρμένιοι τεχνίτες κατασκεύαζαν όπλα και για το Σώμα των Γενίτσαρων. Η τέχνη αυτή έφτασε στο απόγειό της με τον μάστορα Σαρκίς Ατζεμιάν, ο οποίος ήταν ο επίσημος κατασκευαστής σπαθιών για τον Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίντ Β΄ και τα σπαθιά του εκτίθενται σήμερα στο Τοπ Καπί στην Κωνσταντινούπολη, στο Μετροπόλιταν Μουσείο στη Νέα Υόρκη και στο Μουσείο Μπενάκη στην Αθήνα.

 

Αρμένιοι έμποροι Στρατιωτικών Στολών

Οι βασικοί προμηθευτές στολών του Οθωμανικού στρατού ήταν Αρμένιοι. Μάλιστα, ο σύμβουλος του Μουσταφά Πασά Μπαϊρακτάρι - διοικητής του Οθωμανικού Στρατού στο Δούναβη - ήταν ο Μανούκ Μπέη Μιρζανιάν (1769-1817) ο οποίος ήταν υπεύθυνος εφοδιασμού και επισκευών κατά τη διάρκεια του ρωσο-τουρκικού πολέμου 1806-1812. Επίσης, του είχε δοθεί η εξουσία να διαπραγματευτεί με τους Ρώσους όταν τελείωσε ο πόλεμος. Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο Μανούκ Μπέη ήταν υπεύθυνος και για την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου το 1812 που εμπόδισε τα σχέδια του Ναπολέοντα να βάλει τις δυο χώρες σε μακροχρόνιο πόλεμο.

 

Αρμένιοι Στρατιωτικοί Γιατροί

Ένεκα έλλειψης τούρκων γιατρών, ξεκίνησαν να υπηρετούν στο στρατό οι αρμένιοι γιατροί απόφοιτοι ευρωπαϊκών πανεπιστημίων. Υπήρχαν πάνω από 170 υψηλόβαθμοι αρμένιοι γιατροί που τους δόθηκε ο τίτλος του Πασά και του Μπέη. Αρμένιοι γιατροί έλαβαν μέρος σε πολλές στρατιωτικές εκστρατείες και υπηρέτησαν σε πολλά στρατιωτικά νοσοκομεία, συνεισφέροντας σημαντικά στην οργάνωση των ιατρικών υπηρεσιών. Η συνεισφορά τους στην επιστήμη της ιατρικής ήταν επίσης μεγάλη, καθώς βάσει των προσπαθειών τους ιδρύθηκε ο Βασιλικός Ιατρικός Σύνδεσμος. Τέλος, ο αριθμός των αρμενίων φαρμακοποιών και κτηνιάτρων σε διάφορες στρατιωτικές μονάδες ήταν, επίσης, μεγάλος. Ο Οθωμανικός Ερυθρός Ημισέλινος (αντίστοιχος Ερυθρός Σταυρός) είχε ιδρυθεί ως αποτέλεσμα των προσπαθειών του Γκαμπριέλ Πασά Σεβιάν, του Αγκόπ Μπέι Ταβουτιάν και άλλων αρμενίων στρατιωτικών γιατρών.

 

Αρμένιοι Αξιωματικοί

Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, άνοιξε ένα μεγάλο πεδίο για τους Αρμενίους στον Οθωμανικό στρατό. Εκτός άλλων τμημάτων, προσεληφθήκαν Αρμένιοι και σε υπεύθυνες θέσεις του Ναυτικού και των υπουργείων Πολέμου, μερικοί εκ των οποίων έλαβαν υψηλό βαθμό κατά τη θητεία τους. Ένα παράδειγμα είναι ο Αντόν Γαβέρ Πασά Τενγκριάν, ο οποίος έγινε ο προσωπικός γραμματέας του Εομέρ Πασά, διοικητή των Οθωμανικών δυνάμεων. Το 1875 ο Αντόν Γαβέρ Πασά έγινε διοικητής της Ρούμελης με τον τίτλο του Μπεηερμπεή (ο Μπέης των Μπέων) και τέλος διακρίθηκε με τον τίτλο του Πασά. Ο Γαραμπέτ Αρτίν Πασά Ταβουτιάν και ο Χοβαννές Πασά Κουγιουμτζιάν, αρμένιοι κυβερνήτες από το Λίβανο, ανέλαβαν την αρχηγία της αστυνομίας.

 

Το Ζήτημα της Στρατολογίας Αρμενίων

Υπήρξαν εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια των αρμενο-τουρκικών σχέσεων όπου οι Οθωμανικές αρχές ζήτησαν στρατιωτική βοήθεια από τους Αρμενίους, όπως το 1847, όταν οι Οθωμανικές δυνάμεις πολεμούσαν ενάντια των αναρχικών κουρδικών φυλών. Επίσης, μετά τις σοβαρές απώλειες το 1877 κατά τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο, η Οθωμανική κυβέρνηση ζήτησε τη στρατολόγηση χριστιανών υπηκόων από τους πατριάρχες. Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων στην Αρμενική Εθνική Συνέλευση στην Κωνσταντινούπολη στις 14 Δεκεμβρίου 1877 απέρριψε το αίτημα της κυβέρνησης. Μετά τη διακήρυξη του 1908 όπου αποκαταστάθηκε το Οθωμανικό Σύνταγμα, οι Αρμένιοι μαζί με άλλους χριστιανούς υπηκόους πρόβαλαν αίτημα στην Οθωμανική Βουλή να στρατολογούνται και να λαμβάνουν ίσα δικαιώματα στο στρατό. Τα συντηρητικά στοιχεία της αρμενικής κοινότητας ήταν κατά της στρατολόγησης ενώ τα νέα αίματα ήταν υπέρ. Ο νόμος ψηφίστηκε στην Οθωμανική Βουλή το 1910, δίνοντας το δικαίωμα στρατολόγησης σε όλους τους υπόδουλους λαούς της Αυτοκρατορίας, κάτι που δέχθηκαν με ενθουσιασμό οι νέοι Αρμένιοι διότι τους αφαιρούσε το στίγμα του αιχμαλώτου, του ραγιά (κοπάδι) και του υπόδουλου.

Έτσι άνοιξε το πεδίο του στρατού για τους Αρμενίους, οι οποίο εκμεταλλευόμενοι της ευκαιρίας, φοίτησαν στη στρατιωτική ακαδημία Χαρμπιγέ και γρήγορα απέδειξαν την αξία τους σε διάφορους στρατιωτικούς τομείς. Οι τούρκοι αξιωματικοί επωφελούμενοι της μεθοδικότητας και καθαριότητας των Αρμενίων, άρχισαν να αντικαθιστούν τους τούρκους στρατιώτες τους με Αρμενίους, οι οποίοι γρήγορα έπαιρναν αξιώματα και μάλιστα έδειξαν την ανδρεία τους κατά τη διάρκεια του Βαλκανικού Πολέμου και του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Κατά το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στρατολογήθηκαν περίπου 60.000 Αρμένιοι 18-45 χρονών. Παρά τις αντίξοες συνθήκες που τους περίμεναν, οι Αρμένιοι γρήγορα εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις και μάλιστα έσωσαν τον Ενβέρ Πασά από αιχμαλωσία. Ο Ενβέρ Πασά έστειλε στον Ζαβέν Ντερ-Γεγιαγιάν, τότε Αρμένιο Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης, μήνυμα δοξασίας και ευχαριστίας προς τους αρμενίους στρατιώτες.

Παρόλα αυτά, από τις πρώτες κιόλας μέρες του πολέμου διαδόθηκαν ψεύτικες φήμες ότι αρμένιοι στρατιώτες λιποτακτούσαν - μια πρόφαση για την υλοποίηση του προμελετημένου σχεδίου των Νεοτούρκων για την εξόντωση των Αρμενίων. Την 12η Φεβρουαρίου 1915 ξεκίνησε ο αφοπλισμός των αρμενίων στρατιωτών τους οποίους οργάνωσαν σε εργατικά τάγματα. Ταυτόχρονα, αρμένιοι αξιωματικοί απομονώνονταν και συλαμβάνονταν. Ακολούθησε η ντιρεκτίβα του Ενβέρ Πασά, υπουργού Πολέμου, να εξαλειφθούν όλοι οι αρμένιοι στρατιώτες, οπόταν πάνω από 60.000 αρμένιοι φαντάροι δολοφονήθηκαν βίαια.

Υπήρξαν πολλοί αρμένιοι στρατιωτικοί γιατροί που έπεσαν στα πεδία της μάχης κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους, πολλοί έχασαν τη ζωή τους όταν νοσήλευαν τούρκους στρατιώτες με τύφο. Επίσης, πολλοί σφαγιάσθηκαν απλά επειδή ήταν Αρμένιοι. Το απόγευμα της 24ης Απριλίου 1915, έγινε η σύλληψη του ποιητή και πεζογράφου Ρουπέν Σεβάκ ο οποίος είχε υπηρετήσει ως γιατρός με το βαθμό λοχαγού. Μοιράστηκε την ίδια τύχη των άλλων αρμενίων διανοουμένων που σφαγιάσθηκαν στην Ανατολή.

Εξαλείφοντας λοιπόν την πιθανότητα αντιμετώπισης άμυνας από τους Αρμένιους, η τουρκική κυβέρνηση ξεκίνησε την υλοποίηση του προμελετημένου σχεδίου της γενοκτονίας των Αρμενίων.

Έτσι ξεπλήρωσαν οι Τούρκοι τους Αρμενίους για τους αιώνες των σταθερών υπηρεσιών και ενδυνάμωσης του Οθωμανικού στρατού.

Συνέχισαν να εκφράζουν τα «ευχαριστώ» σβήνοντας τους Αρμενίους από τα ιστορικά στρατιωτικά βιβλία, ισχυριζόμενοι ότι μόνο Τούρκοι και άλλοι μουσουλμανικοί λαοί έχυσαν αίμα για την Οθωμανική Αυτοκρατορία και ότι οι χριστιανοί, συμπεριλαμβανομένων των Αρμενίων, μπόρεσαν να ακμάσουν διότι ήταν απαλλαγμένοι από τη στρατιωτική θητεία. Παρόλα αυτά, τα αδιάψευστα ιστορικά γεγονότα δείχνουν ότι για αιώνες ολόκληρους οι Αρμένιοι ήταν αδιάκοπα παρόντες στον Οθωμανικό στρατό υπηρετώντας ως φαντάροι, γιατροί, τεχνίτες, προμηθευτές και αξιωματικοί, και συνέβαλλαν σημαντικά στο να γίνει ο Οθωμανικός στρατός μια μεγάλη παγκόσμια δύναμη.

 

Πηγή: armenika.gr
Διαβάστε περισσότερα...

Χράτσια Μπακούντς: Ρήξη με τη μοίρα για τέσσερις γενιές

Μοίρα είναι το μερίδιο του καθενός στη ζωή, προδιαγεγραμμένη από «ανώτερες» δυνάμεις. Ο τρόπος που διαχειρίζεται κάποιος το μερίδιό του είναι θέμα βούλησης, συνειδητής επιλογής. Στην περίπτωση της οικογένειας του Χράτσια Μπακούντς - Νισανιάν - Γκεοκτζιάν, η βούληση έρχεται σε ευθεία ρήξη με

τη μοίρα για τέσσερις γενιές.

Μια επιφανειακή προσέγγιση θα έδινε το έπαθλο στη μοίρα. Μα μια βαθύτερη ανάγνωση δίνει μια άλλη διάσταση στον όρο Άνθρωπος και στον αγώνα του για Αυτοδιάθεση και Δικαιοσύνη.

Με λένε Χράτσια Μπακούντς, γεννήθηκα στην Αρμενία, στο Γερεβάν. Οι γονείς της μητέρας μου ήταν ο Βαχάν Νισανιάν κι η Τεφαρίκ Γκεοκτζιάν. Ο Βαχάν ήταν γιος του καλύτερου γιατρού της Κωνσταντινούπολης Νισάν Νισανιάν, που ήταν και προσωπικός γιατρός του μεγάλου σουλτάνου του Οθωμανικού κράτους. Όπως θα γνωρίζετε στις 24 Απριλίου 1915 κάλεσαν οι Οθωμανικές Αρχές πολλούς σπουδαίους Αρμένιους και αφού τους μετέφεραν προς άγνωστη κατεύθυνση, τους δολοφόνησαν όλους. Έτσι ξεκινά η γενοκτονία. Ανάμεσα τους ήταν ο προπάππους μου Νισάν Νισανιάν. Ο επιζών μικρός του γιος Βαχάν βρίσκει καταφύγιο στην Ελλάδα.

Να σας πω τώρα για τη γιαγιά μου Τεφαρίκ, που είχε γεννηθεί στο Σις της Κιλικίας το 1908. Ο παππούς της, Μοβσές ή Μιράν ήταν παπάς εκεί, στο Σουρπ Σαρκίς. Κατά τη διάρκεια των μεγάλων σφαγών απ’ την πολυμελή οικογένεια Γκεοκτζιάν επέζησαν 4 αδέρφια: ο Αράμ, η Τεφαρίκ, η Λουσία και η Γεπιμέ. Η Λουσία τότε χάθηκε, η Τεφαρίκ έχασε το ένα της μάτι, ενώ η Γεπιμέ τυφλώθηκε εντελώς -που παρά ταύτα, λένε πως έφτιαχνε υπέροχα εργόχειρα και ήταν ιδιαίτερα επιδέξια.

Ο νεαρός Αράμ κατατάσσεται στο Τάγμα Αρμενίων Εθελοντών της Γαλλικής Λε-γεώνας κι όταν το Τάγμα του απελευθερώνει την Κιλικία, βρίσκει τις δυο του αδερφές και επιστρέφουν στο πατρικό τους σπίτι. Για μεγάλη τους έκπληξη το βρίσκουν απείραχτο -τα περισσότερα σπίτια της πόλης ήταν λεηλατημένα και κατεστραμμένα. Επιβιώνουν όσο υποστηρίζονται από τους λεγεωνάριους, όμως, τον Οκτώβρη του 1921 οι Γάλλοι κι οι Άγγλοι υπογράφουν με τον Κεμάλ Ατατούρκ τη συμφωνία της Άγκυρας και έτσι απλά υποχωρούν*1. Ήταν μια καθαρή προδοσία! Ο Αράμ βάζει τις αδερφές του στα πλοία διαφυγής και ο ίδιος μένει να αγωνιστεί, μα παρά την επιμονή των Αρμενίων, οι «σύμμαχοι» τους αναγκάζουν να παραδώσουν τα όπλα κι ο τόπος τους παραδίδεται στους Τούρκους*2. Ο Αράμ με κάποιο γαλλικό πλοίο φτάνει στην Ελλάδα και βρίσκει τις δυο του αδερφές σε ένα ορφανοτροφείο. Λίγο αργότερα βρίσκουν και την Λουσία, που είχε διασωθεί από Άραβες και παραδοθεί σε αμερικανούς εθελοντές. Τα τέσσερα αδέρφια εγκαθίστανται στην Κοκκινιά.

Η Τεφαρίκ γνωρίζεται και παντρεύεται με τον Βαχάν Νισανιάν κι εδώ γεννιούνται τα δυο πρώτα τους παιδιά, ο Στεπάν και ο Νισάν. Σύντομα, το 1932 φεύγει το ζευγάρι με τα δυο παιδιά για την Αρμενία -ήταν ένα έκτακτο άνοιγμα των συνόρων της Σοβιετικής Ένωσης. Τα υπόλοιπα αδέρφια παραμένουν στην Κοκκινιά.

Τον θείο μου Αράμ Γκεοκτζιάν δεν τον γνώρισα, μα ξέρω πως ήταν ανιδιοτελής, γνήσιος σοσιαλιστής με ξεκάθαρη αντιφασιστική ιδεολογία. Είχε δώσει κατά την ένταξή του στη Αρμενική Λεγεώνα όρκο πίστης στην πατρίδα μέχρι την απελευθέρωση, αλλά κι όρκο αγαμίας ώστε να μείνει αδέσμευτος αγωνιστής. Όταν ήρθε στην Ελλάδα, ήταν πολύ ενεργός στην αρμενική κοινότητα. Έκανε επαφές και συναντήθηκε με τον Καλούστ Γκιουλμπενκιάν για να βοηθήσουν τα ορφανά και τους ανήμπορους. Για τη διατήρηση της διασποράς εξέδιδε τις πολιτικές και φιλολογικές καθημερινές εφημερίδες «Αραμάζτ» και «Βερατζνούντ», συνεργαζόταν όμως και με άλλες εφημερίδες (Σεβάν, Βερέλκ). Είχε μάλιστα πολύ φιλικές σχέσεις με έναν αρμένιο φοιτητή, τον Λεβόν Μπαλτζιάν, που είχε έρθει από την Ρουμανία να σπουδάσει φιλοσοφία και θεολογία στην Αθήνα. Ο Αράμ τον πείθει να γίνει κληρικός: «Χρειαζόμαστε φωτεινούς ανθρώπους σαν κι εσένα στην κεφαλή μας» του λέει. Πράγματι, ο Λεβόν χειροτονείται κληρικός στην εκκλησία Σουρπ Γκαραμπέτ στο Νέο Κόσμο, γυρίζει στη Ρουμανία και αργότερα το 1955 ανακηρύσσεται Καθολικός Πατριάρχης Βασκέν Α΄ στο Ετσμιατζίν της Αρμενίας έως το τέλος του το 1994.

Με τη κήρυξη του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου και την εισβολή των Ιταλών και Γερμανών στην Ελλάδα, ο Αράμ εντάσσεται στον ΕΑΜ. Οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης κηρύσσονται σύντομα παράνομοι και κάποια στιγμή το 1944, συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς και τελικά δολοφονείται στο Χαϊδάρι. Μα οι σύντροφοί του τον κήδεψαν με κρυφές τιμές και πολλά χρόνια αργότερα μας επισκέφτηκαν στην Αρμενία, να μας παραδώσουν τα ρούχα, τα παπούτσια του και μια τσάντα με τις εφημερίδες που είχαν αναφορές για εκείνον (Νορ Γκιανκ). Ήταν σπουδαίος ο Αράμ. Όλα όσα τον αφορούν, μας ζητήθηκε και τα παραδώσαμε στο αρχείο του Μουσείου Αρμενικής Ιστορίας στο Ερεβάν.

Το 1946 η Γεπιμέ και η Λουσία φεύγουν με ένα ρωσικό πλοίο και φτάνουν στην Αρμενία, όπου βρίσκουν την αδερφή τους Τεφαρίκ σε νέες συμφορές. Τι είχε συμβεί; Αφού είχαν στήσει το σπιτικό τους στο Ερεβάν, γεννήθηκαν ακόμη δυο παιδιά: η μητέρα μου Μαρίτσα (1936) και ο Μιράν που πέθανε μόλις 10 χρονών. Ο Βαχάν βρίσκει και την αδερφή του, όμως, το Κόμμα (ΚΚΣΕ) τον πιέζει να γίνει μέλος. Γνώριζαν ότι είχε λάβει καλή μόρφωση στην περίφημη Σχολή Νερσεσιάν της Πόλης, θεωρείτο διανοούμενος κι οι Σταλινικοί ήθελαν ή να τους εντάξουν στο κόμμα ή να τελειώνουν με δαύτους. Ο παππούς μου αρνείται και έτσι το 1937 στο δρόμο για τη Σιβηρία δολοφονείται. Πρόσφατα έγινε μια δίκη στις ΗΠΑ για τις ασφάλειες ζωής που είχαν κάνει Αρμένιοι πριν το 1915. Βρέθηκαν όλα τα χαρτιά του προπάππου μου Νισάν Νισανιάν και έτσι λάβαμε το ποσό των 5.000 δολαρίων. Τα μοιραστήκαμε από 200 δολάρια οι απόγονοι κι αγοράσαμε μ’ αυτά ένα κοινό ενθύμιο στη μνήμη τους.

Μετά το θάνατο του Στάλιν (1953) επικρατούσε μια σχετική ελευθερία, έτσι το σπίτι μας είχε γίνει κέντρο καθημερινών συναντήσεων, κυρίως διανοουμένων και καλλιτεχνών. Η Μαρίτσα το 1968 παντρεύτηκε με τον Σερόπ Μπακούντς, που ήταν εγγονός του αδερφού του συγγραφέα Αξέλ Μπακούντς -κι αυτός δολοφονημένος από το σταλινικό καθεστώς. Εγώ γεννήθηκα το ‘69, ήμουν μοναχογιός και ο χαϊδεμένος της γιαγιάς μου. Το 1973 θαρρώ, είχε έρθει επίσκεψη στην Αρμενία ο Καλούστ Γκιουλμπενκιάν. Ζήτησε πληροφορίες για τους Γκεοκτζιάν κι όταν ήρθε στο σπίτι μας, μίλησαν με τη γιαγιά μου για τον αδικοχαμένο Αράμ. Ήμουν μικρό παιδάκι, μα θυμάμαι έντονα τις σκηνές συγκίνησης που εκτυλίχθηκαν. Θυμάμαι, επίσης, την Τεφαρίκ γιαγιά στα τελευταία της, το ‘81, όταν την ρωτούσαν: «Τι επιθυμείς μάνα, τι θέλεις να σου φέρουμε;», έλεγε: «Μια χούφτα από το γλυκό νερό του Σις, να ξεδιψάσω…».

Επηρεασμένος από το περιβάλλον αυτό μελετούσα ευχαρίστως και εξωσχολικά βιβλία και ο 1983 βραβεύτηκα με τον ανώτερο «Έπαινο Ανάγνωσης» της Αρμενίας. Το 1986 πέρασα Μηχανολόγος Μηχανικός στο Πολυτεχνείο του Ερεβάν και μετά το 2ο εξάμηνο άρχισε η υποχρεωτική διετής στρατιωτική μου θητεία. Αρχικά υπηρέτησα στη Γεωργία -τότε μας έστελναν οπουδήποτε στη σοβιετική επικράτεια. Μπήκα στις ειδικές δυνάμεις, όπου χρειάζονταν μηχανικούς. Το Νοέμβριο του ‘88 μας έστειλαν στο Κιροβαμπάντ, μια πόλη 300.000 κατοίκων στο Αζερμπαϊτζάν από τους οποίους οι 100.000 Αρμένιοι. Η κατάσταση εκεί ήταν τραγική. Θυμήθηκα τότε τις αφηγήσεις της γιαγιάς μου από τη γενοκτονία του 1915... Ομάδες φανατισμένων Αζέρων βίαζαν, βασάνιζαν, εξευτέλιζαν τους αρμένιους συμπολίτες τους και λεηλατούσαν κι έκαιγαν τα σπίτια τους, ως αντίποινα στο κίνημα ανεξαρτησίας του Γαραπάγ. Το τάγμα μας αποτελείτο από 1000 σοβιετικούς στρατιώτες, εκ των οποίων οι 30 Αρμένιοι. Όλοι εμείς λοιπόν με διαταγές της Μόσχας οφείλαμε να φυγαδεύσουμε μόνο το δεύτερο γραμματέα του κόμματος της πόλης, που ήταν Αρμένιος. Κατά τ’ άλλα η αποστολή μας ήταν να σφυρίζουμε αδιάφορα, να κάνουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Γενικός διοικητής μας ήταν ένας «καθαρός» στρατιωτικός, που είχε πολεμήσει στο Αφγανιστάν και θεωρείτο ήρωας, ο Ζαμπαμπούριν. Είχε προσωπική εμπειρία από την «ουδέτερη» στάση του Γκορμπατσόφ στο Σουμγκάιτ κι είχε αποφασίσει αυτή τη φορά να δώσει αναφορά μόνο στη συνείδησή του και όχι στο Κρεμλίνο. Στις 23 Νοεμβρίου με δική του πρωτοβουλία το τάγμα μας περικύκλωσε τους εξαγριωμένους Αζέρους στην κεντρική πλατεία του Κιροβαμπάντ, οδηγήσαμε τους Αρμενίους στην εκκλησία κι από ‘κει τους μεταφέραμε στο Κεντασέν, λίγο βορειότερα σήμερα από το Γαραπάγ. Αν δεν επεμβαίναμε σίγουρα θα είχαμε χιλιάδες θύματα. Μείναμε επιφυλακή στο Κιροβαμπάντ μέχρι τις 9 Δεκεμβρίου. Στις 7 του μηνός είχε προηγηθεί ο μεγάλος σεισμός στο Λενιναγκάν - Γκιουμρί. Οι 30 αρμένιοι φαντάροι του τάγματος αμέσως ζητήσαμε να πάμε στην πατρίδα μας, να βοηθήσουμε τους σεισμοπαθείς. Ο Ζαμπαμπούριν, λίγο πριν τον καθαιρέσουν (πέρασε από στρατοδικείο λόγο της στάσης του στο Κιροβαμπάτ) διέταξε να μεταφερθεί όλο μας το τάγμα εκεί. Οι εικόνες ήταν συνταρακτικές, χιλιάδες νεκροί, άπειροι τραυματίες, δρόμοι κατεστραμμένοι, χάος παντού. Ως στρατός συμβάλλαμε ουσιαστικά στο ν’ ανοίγουμε δρόμους και να μην αφήνουμε τα σπίτια στο έλεος των λιστών και των μαυραγοριτών που κατέφθαναν από παντού.

Το Μάιο του ‘89 απολύομαι από το στρατό. Ήταν τα χρόνια της περίφημης «πε-ρεστρόικα». Το σκληρό καθεστώς μαλακώνει, επιτρέπονται οι μικροιδιωτικές επιχειρήσεις. Μια σύντομη άνοιξη για την Αρμενία, που απ’ όλα τα σοβιετικά κράτη εκείνη πρωτοπορεί στις ίδρυση μικρών παραγωγικών μονάδων. Μαζί με δυο φίλους ιδρύουμε ένα συνεταιρισμό κατασκευής μικρών γλυπτών και τα πουλάμε στις παρθένες αγορές της σοβιετικής επικράτειας. Σύνορα δεν υπάρχουν, οι δρόμοι είναι ανοιχτοί, ταξιδεύω πολύ. Έτσι πέρασαν τρία ανέμελα χρόνια. Όμως, το 1991, με την κήρυξη της ανεξαρτησίας μας και λόγω του εμπάργκο από Τουρκία (δυτικά), Αζερμπαϊτζάν (ανατολικά) και ενίοτε από Γεωργία (βορράς), κλείνουν τα σύνορα της Αρμενίας ασφυκτικά. Άλλωστε επικρατούσε μια χαοτική κατάσταση σε όλη την πρώην Σοβιετική Ένωση, πλήρης αναρχία, αφού είχε καταρρεύσει το κράτος. Σαν φάρος σ’ αυτό το σκοτάδι λειτουργούσαν τα πανεπιστήμια του Ερεβάν! Οι χαρισματικοί μας καθηγητές κράτησαν κι ακόμη κρατούν γερά. Βρήκα έτσι την ευκαιρία να συνεχίσω για λίγο τη σχολή μου στο Πολυτεχνείο. Φρόντιζα και τη μητέρα μου, που είχε αρρωστήσει, είχαμε μείνει μόνο οι δυο μας. Να σημειώσω εδώ ότι πριν λίγο καιρό αγόραζες 1 κιλό κρέας με 6 ρούβλια, ενώ τότε το 1 κιλό κόστιζε 6.000 και η τιμή καθημερινά ανέβαινε. Τρελός πληθωρισμός. Ό,τι οικονομίες είχα μαζέψει από το συνεταιρισμό, εξανεμίστηκαν.

Το 1993 το Νοέμβριο πεθαίνει η Μαρίτσα. Τίποτε δεν με κρατούσε πια στο Ερεβάν κι αρχές του ‘94 πήγα εθελοντής στο Γαραπάγ, στο Μαρνταγκέρτ. Αντίπαλοί μας δεν ήταν μόνο οι Αζέροι, αλλά κι Αφγανοί και Τσετσένοι μισθοφόροι μουτζαχεντίν. Ήταν το χειρότερο μέτωπο, με πολλά θύματα κι από τις δυο πλευρές, μα η εμπειρία μου από τις ειδικές δυνάμεις με βοήθησε πολύ. Ξέρετε, θυσιάστηκαν πολλά παλικάρια μας από απειρία αλλά κι από το γεγονός ότι ήταν αρχικά ανοργάνωτοι. Ήταν επιτακτική ανάγκη να συντονιστούμε, να οργανωθούμε σε κανονικό στρατό. Επικεφαλής της ομάδας μου ήταν ο Λιόβα-Λεβόν Κεβορκιάν, έμπειρος στρατιωτικός από τους καταδρομείς Άλφα Γκρούπα σε πολλές εμπόλεμες ζώνες. Κατάστρωνε τα σχέδια μάχης, οργάνωνε δίκτυα συλλογής πληροφοριών, έκανε κι ο ίδιος κατασκοπεία, γιατί ήξερε τουρκικά και χωνόταν άνετα ανάμεσα στους Αζέρους, έμπαινε πρώτος στη μάχη, παράλληλα εμψύχωνε τους άντρες του, ήταν τρομερός σας λέω! Ένας ταπεινός εθελοντής με γνώσεις κι ικανότητες επαγγελματία. Έμεινα 4 μήνες στο μέτωπο του Μαρνταγκέρτ. Νικήσαμε! Το Μάιο γύρισα στην Αρμενία, έγινα αξιωματικός των νεοσυλλέκτων και 6 μήνες μετά την προετοιμασία τους, πήγαμε πάλι Γαραπάγ. Έμεινα άλλους 8 μήνες στα βουνά, συνάντησα μάλιστα τον Μόντε Μελκονιάν και πολλούς άλλους από τη διασπορά, που είχαν έρθει εθελοντές. Το ‘95 γύρισα στο Ερεβάν, παντρεύτηκα με την Γκαρινέ και με προτροπή του Λιόβα μπήκα καθηγητής στη Στρατιωτική Ακαδημία. Εκεί όμως είδα πολλές αδικίες. Αυτοί που πριν, λαδώνοντας απέφυγαν το χρέος τους να πολεμήσουν στο Γαραπάγ, ανέβαιναν τώρα ψηλά, έβλαπταν το στρατό. Ξεχώριζαν τους υποψήφιους αξιωματικούς από την καταγωγή κι όχι από τις ικανότητες, έκαναν καψόνια στους φτωχούς, ενώ καλόπιαναν τους νεόπλουτους. Απαράδεκτα για ένα στρατό. Απαράδεκτα για την Αρμενία. Τελικά, ακολούθησα τα χνάρια του διοικητή μου Λιόβα (στις μέρες μας ζει ως απλός στρατιωτικός στο Ερεβάν, διότι ήταν και είναι επιλογή του να μείνει μακριά από τη διαφθορά στο στρατό μας*3), και μην αντέχοντας τις πιέσεις παραιτήθηκα, παρά το ότι θα έχανα πολλά προνόμια. Άνοιξα μια δική μου δουλειά, κρατώντας παράλληλα μια αισιοδοξία, πως σύντομα η Αρμενία θα γίνει αυτοδύναμη και δίκαιη. Είχαμε στο μεταξύ αποκτήσει 2 παιδιά, την Μαριέττα και την Μαίρη, -πρόσφατα, εδώ, γεννήθηκε το τρίτο μας παιδί, ο Σαρκίς.

Κοντά δέκα χρόνια κύλησαν έτσι, μέχρι τις εκλογές του 2008. Στις διαδηλώσεις της 1ης Μαρτίου ήμουν κι εγώ στους δρόμους. Είδα με τα μάτια μου ό,τι είχα δει στο Κιροβαμπάτ. Φανατισμό και μισαλλοδοξία. Μόνο που τώρα αντίπαλοι δεν ήταν οι Αζέροι, ούτε οι Τούρκοι… Την επόμενη μέρα κιόλας, στις 2 Μαρτίου αποφασίσαμε να φύγουμε στην Ελλάδα, στα αδέρφια της γυναίκας μου. Μέσα μου άκουγα τη φωνή της γιαγιάς Τεφαρίκ: «…κι αν έχει λιμό, κι αν πεθαίνετε της πείνας, μην εγκαταλείψετε τη γη μας…». Μα οι ματαιώσεις διαδέχονταν η μια την άλλη. Η γη που αγάπησα κι υπηρέτησα, το μόνο που μου ζητούσε πια ήταν να πουλήσω τη ψυχή μου στο διάβολο. Από τότε είμαι μετανάστης (μπαντούχτ εμ) στην Κοκκινιά. Εδώ τουλάχιστον είμαι ξένος και το ξέρω. Μα μου είναι αδύνατον να νιώθω ξένος στη χώρα μου.

 

*1 - Βλέπε άρθρο: Οδύσσεια χωρίς Ιθάκη (τεύχος 68 ή στο διαδίκτυο)

*2 - Βλέπε άρθρο: Αρμενική λεγεώνα της Ανατολής (τεύχος 58 ή στο διαδίκτυο)

*3 - Βλέπε άρθρο: Καθησυχαστικός ο αρμένιος Υπ. Άμυνας, αλλά… (τεύχος 69 ή στο διαδίκτυο).

Διασταύρωση γεγονότων & πηγές: «Σις Μαντιάν» του Μισάκ Κελεσιάν (Βηρυτός 1949), «Αμενούν Νταρεκίρκ» του Γκάρο Κεβορκιάν (Βηρυτός 1960), «Ο Αρμενικός τύπος στην Ελλάδα» του Σαρκίς Αγαμπατιάν (εκδόσεις Αρμενικά), Αρχείο Μουσείου Μπλόκου Κοκκινιάς, “The Mujahedin in Nagorno-Karabakh” του Michael Taarnby (στο διαδίκτυο 2008), www.armenian-history.com, προφορικές μαρτυρίες άλλων Κιλικίων…

 

 

Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Τζιτζερναγκαπέρτ: ένα άγνωστο μνημείο

Ακούγονται πολλά που όμως απλώς συντηρούν το μύθο. Οι δύο κάθετοι στήλοι στο μνημείο του Τζιτζερναγκαπέρτ δε συμβολίζουν ούτε τις δυο κορυφές του Αραράτ, ούτε την Ανατολική και Δυτική Αρμενία μα ούτε και τους λαούς της Αρμενίας και Ρωσίας. Και οι δώδεκα επικλινείς πλάκες σε κυκλική διάταξη διαμέτρου τριάντα μέτρων δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τους δώδεκα τουρκοκρατούμενους νομούς της Δυτικής Αρμενίας: θα μπορούσαν να είναι έξι ή και εννέα. Και ο τοίχος των θρήνων κατασκευάστηκε απλώς για να κρύψει οπτικά τις κατοικίες παράπλευρα του μνημείου των θυμάτων της Γενοκτονίας του 1915. Στην πραγματικότητα οι δημιουργοί του είχαν δώσει στο έργο τους πολύ διαφορετικό συμβολισμό…

«Όταν μας κάλεσε η σοβιετική κυβέρνηση και μας ρώτησε αν θα μπορούσαμε να σχεδιάσουμε ένα μνημείο για τη Γενοκτονία των Αρμενίων, ήταν για μας μεγάλη η έκπληξη. Δεν καταλάβαμε τι ακριβώς μας ζητούσαν, και αν δεν κατανοείς το θέμα πώς μπορείς να σχεδιάσεις;» θυμάται ο ένας από τους δημιουργούς του μνημείου, ο αρχιτέκτονας Σασούρ Καλασιάν ο οποίος έχει πραγματοποιήσει επίσης τον πολεοδομικό σχεδιασμό του Σουσί και του Γκιουμρί. Γυρνώντας σαράντα χρόνια πίσω περιγράφει τη σοβιετική πραγματικότητα του 1965, την επιρροή των έργων του Τσαρέντς, την απαγορευμένη θρησκευτική μουσική, τις συγκεντρώσεις στο κέντρο του Ερεβάν με τη συμμετοχή πλήθους διαδηλωτών.

Οι διαδηλώσεις αυτές με αφορμή τα πενήντα χρόνια από τη Γενοκτονία προβλημάτισαν τη σοβιετική κυβέρνηση της εποχής: τι απόφαση θα μπορούσαν να λάβουν που να ικανοποιούσε το λαό χωρίς να απορριφθεί από τη Μόσχα; Θα έπρεπε οπωσδήποτε να την τεκμηριώσουν και να την παρουσιάσουν γραπτώς. Αποφασίζουν τελικά να κατασκευαστεί ένα μνημείο και επιλέγουν ως καταλληλότερη τοποθεσία το Τζιτζερναγκαπέρτ. Για την ακριβή του μορφή ωστόσο απευθύνονται στους νεαρούς τότε αρχιτέκτονες και έτσι προκύπτουν τα πρώτα προσχέδια του μνημείου. Η κυβέρνηση δίνει στους αρχιτέκτονες διορία ενός μήνα: «δεν ξέραμε τι να κάνουμε, είμασταν όλοι προβληματισμένοι. Έπρεπε να είναι κάτι μακάβριο, ένα νεκροταφείο λόγου χάριν, αλλά να συμβολίζει και τον αγώνα, τα νεκροταφεία δε συμβολίζουν αγώνες» και δείχνει ο αρχιτέκτονας μια φωτογραφία της πρώτης λύσης, ένα σταυρό βάθους εννέα μέτρων μέσα στον οποίο έπρεπε ο επισκέπτης να κατέβει από μια σκάλα. «Είχαμε φανταστεί τότε έναν πελώριο τάφο σε σχήμα σταυρού πάνω στον οποίο θα στεκόταν ένα καμπαναριό ενώ στην είσοδο του μνημείου θα δέσποζε το άγαλμα του Βαρτάν Μαμιγκονιάν ως σύμβολο του αγώνα του αρμενικού λαού. Όταν όμως παρουσιάσαμε την πρότασή μας στους εκπροσώπους της κυβέρνησης εκείνοι θεώρησαν πως μπαίνοντας κάποιος εκεί μέσα δεν θα είχε πια θέληση για ζωή και έτσι, όπως ήταν επόμενο, απορρίφθηκε».

Στη συνέχεια η κυβέρνηση οργανώνει διαγωνισμό όπου παρουσιάζονται εκατοντάδες λύσεις. Οι περισσότερες από αυτές έχουν το στοιχείο του τάφου, μέχρι και σπειροειδές μνημείο προτάθηκε από κάποιους, εμπνευσμένο από την κόλαση του Δάντη. Η κριτική επιτροπή επιλέγει την καινούρια πρόταση των αρχιτεκτόνων Αρτούρ Ταρχανιάν και Σασούρ Καλασιάν και τους διαθέτει το ποσό των 600 χιλιάδων ρουβλίων.

Το 1965 τα χρήματα αυτά αρκούσαν για την κατασκευή πολυκατοικίας τριάντα διαμερισμάτων αλλά για την οικοδόμηση του μνημείου το ποσό φάνταζε ασήμαντο. Κι όμως με το μικρό αυτό ποσό έπρεπε να γίνει ένα μεγάλο έργο. Τους αρχιτέκτονες και τους οικοδόμους βοηθούσαν άνθρωποι στους οποίους επί χρόνια είχε απαγορευτεί να μιλήσουν για όλα όσα είχαν δει.

Κάθε Σαββατοκύριακο έρχονταν με δική τους πρωτοβουλία άνθρωποι από διάφορες περιοχές, διάφορα χωριά με λεωφορεία, να βοηθήσουν στις εργασίες. «Είμαστε από την τάδε περιοχή» έλεγαν, «οι πρόγονοί μας είχαν έρθει από τον τάδε νομό της Δυτικής Αρμενίας, θέλουμε να βοηθήσουμε, πείτε μας τι να κάνουμε». Μετέφεραν πέτρες, οικοδομικά υλικά κι όταν δεν είχαν κάποια εργασία να κάνουν, τραγουδούσαν πατριωτικά τραγούδια.

Μια φορά το μήνα επισκεπτόταν το εργοτάξιο ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης αναφέρει ο αρχιτέκτονας ως αξιοσημείωτο γεγονός. «Βιαστείτε, μας έλεγε, γιατί αν η Μόσχα ξαφνικά μας εγκαταλείψει, δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε τίποτα». «Κάποια στιγμή αποφασίσαμε να κάνουμε τα εγκαίνια χωρίς να έχει ακόμα διαμορφωθεί η επίπεδη πλατεία του μνημείου. Όσο για τα κεκλιμένα στοιχεία, στην αρχή θέλαμε να είναι δώδεκα μονοκόματες πλάκες αλλά στη χώρα της πέτρας δε βρέθηκαν δώδεκα πλάκες αυτού του μεγέθους. Στη συνέχεια αποφασίσαμε να αποτελούνται από τέσσερα κομμάτια σχηματίζοντας έναν ιδιόμορφο σταυρό στην ένωσή τους, ούτε και αυτό όμως το καταφέραμε, ήταν όλοι βιαστικοί και έγινε αυτό που βλέπετε και σήμερα: μπετονένια στοιχεία με επένδυση πέτρινων πλακών.

Το μνημείο κατασκευάζεται με ταχύτητα ρεκόρ σε δυο χρόνια, εντελώς σιωπηρά: «Δεν εμφανίστηκε ούτε στις εφημερίδες, ούτε και σε επίσημα έγγραφα, μαθεύτηκε μονάχα από στόμα σε στόμα. Ακόμα και εμείς οι ίδιοι δε γνωρίζαμε πώς θα ονομαστεί επίσημα το έργο μας». Πρώτη φορά στις 30 Νοεμβρίου του 1967 παρουσιάζεται επίσημα το μνημείο με ένα ολοσέλιδο αφιέρωμα στην ημερίσια εφημερίδα «Ορατέρτ» υπό τον τίτλο «Τα εγκαίνια του μνημείου αφιερωμένου στα θύματα της Γενοκτονίας του 1915».

«Φύσαγε πολύ την ημέρα των εγκαινίων. Περπάτησα κάτω από τα δέντρα για να μη με διακρίνει το πλήθος και έκλαψα...» θυμάται ο αρχιτέκτονας και με 45 χρόνια εργασιακή πείρα στην πλάτη του αποκαλύπτει το μυστικό, κατά τη γνώμη του, κάθε αληθινού αρχιτέκτονα: «Όταν ακόμη σπούδαζα σκεφτόμουν με τι περηφάνεια περπατούσε ο Ταμανιάν στην κεντρική πλατεία του Ερεβάν και περνούσε από το κτίριο της Όπερας. Με τα χρόνια όμως κατάλαβα πως ο αρχιτέκτονας ζει το έργο του όσο αυτό κατασκευάζεται, όταν ολοκληρωθεί παύει να του κινεί το ενδιαφέρον επιστημονικά. Τώρα πια βρίσκομαι κάθε χρόνο στο Τζιτζερναγκαπέρτ όχι σαν αρχιτέκτονας αλλά ως ένας απλός επισκέπτης»...

Στο μυαλό του αρχιτέκτονα το μνημείο είχε ένα συμβολισμό τελείως διαφορετικό από αυτόν του τάφου και αυτός ήταν ο λόγος που εγκρίθηκε από τη σοβιετική κυβέρνηση. Συμβόλιζε το θρήνο, αλλά συγχρόνως τον αγώνα και την αναγέννηση. «Οι δώδεκα πλάκες δεν είναι σκυμμένες, αντιθέτως έχουν μόλις ανοίξει: είναι η πληγή στην καρδιά που δεν κλείνει. Και ο επιβλητικός στήλος είναι ο ανθός που έχει σκίσει τη γη και την άσφαλτο και υψώνεται περήφανα προς τον ουρανό. Έχετε προσέξει πως δίπλα σε κάθε ανθό υπάρχει και ένας μικρότερος, ώστε εάν ο ένας δεν επιβιώσει, να συνεχίσει ο άλλος να ζει; Μέσα από τα σχέδιά μου, αυτό το μήνυμα πίστεψα πως πρέπει να περάσει το μνημείο-σύμβολο του μεγαλύτερου πόνου του λαού μας».

Τελειώνοντας την αφήγηση των πραγματικών γεγονότων, μιας ιστορίας τυλιγμένης επί σαράντα και πλέον χρόνια σε μύθους και εικασίες, ο αρχιτέκτονας Σασούρ Καλασιάν πλησιάζει το σχεδιαστήριο όπου και σήμερα βρίσκεται το σχέδιο του στήλου που υψώνεται στο Τζιτζερναγκαπέρτ: «οι πλάκες του στήλου-ανθού έχουν φθαρεί, πρέπει να συντηρηθούν»...

 

 

Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...

«The Good Job» του Ουίλιαμ Σαρογιάν

Μια άγνωστη πτυχή από το έργο του αμερικανοαρμένιου συγγραφέα με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννησή του.

Ο Ουίλιαμ Σαρογιάν, ένας από τους μεγαλύτερους αμερικανούς συγγραφείς του περασμένου αιώνα, υπήρξε σκηνοθέτης μιας μόνο ταινίας : The Good Job (Μια καλή δουλειά), που γυρίστηκε το 1942 για λογαριασμό της MGM. Ωστόσο πάνω από είκοσι ταινίες γυρίστηκαν από άλλους γι’ αυτόν και τα έργα του.

Ο Σαρογιάν γεννήθηκε το 1908 στο Φρέσνο της Καλιφόρνιας λίγο μετά την άφιξη των γονιών του, από το Μπιτλίς στις Η.Π.Α. και πέθανε στην ίδια πόλη το 1981. Τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του τα έζησε κυρίως στο Παρίσι γράφοντας θέματα γύρω από τη ζωή της πόλης του φωτός.

Κάποτε σε μια συνέντευξή του είχε δηλώσει: «Ο κινηματογράφος θα ήταν ένα τέλειο μέσο έκφρασης για μένα». Είναι κρίμα που οι συνθήκες δεν του επέτρεψαν ν’ ασχοληθεί με άλλα κινηματογραφικά σχέδια.

Το Δεκέμβριο του 1941 μετά τη μεγαλειώδη επιτυχία που σημείωσαν πολλά έργα του στο Μπρόντγουεη, ανάμεσά τους το The Time of Your Life (Η καλύτερη μέρα της ζωής σου) - ανέβηκε στην Ελλάδα το 1946 - για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ, αλλά αρνήθηκε να το παραλάβει, το Χόλυγουντ ζήτησε τις υπηρεσίες του για δεύτερη φορά. Πράγματι, το 1936, μετά τη δημοσίευση των διηγημάτων του, που τον κατέστησαν διάσημο, είχε εργαστεί ως σεναριογράφος για λογαριασμό των στούντιο Κολούμπια και Παραμάουντ. Αυτή τη φορά ο Λούις Μάγερ της Μέτρο Γκόλντγουιν Μάγερ τον προσέλαβε την εποχή που οι Η.Π.Α. εισέρχονταν στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σαρογιάν έγραψε ένα σενάριο, The Human Comedy (Η ανθρώπινη κωμωδία), που θα γινόταν αργότερα το πρώτο του μυθιστόρημα.

Αν και δεν είχε κινηματογραφική εμπειρία, είπε στον Μάγερ ότι ήθελε να σκηνοθετήσει την ταινία που θα βασιζόταν στο σενάριό του. Είχε παραβρεθεί σε κάποια γυρίσματα ταινιών στο Χόλυγουντ, κυρίως σ’ αυτά του φίλου και συμπατριώτη του Ρουπέν Μαμουλιάν. Σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στα Cahiers du Cinema (Τετράδια του κινηματογράφου), τεύχος Δεκεμβρίου του 1966, είχε πει: «Μου άρεσε να βλέπω ταινίες την εποχή που πουλούσα εφημερίδες στους δρόμους του Φρέσνο, πριν από πενήντα χρόνια…αλλά νομίζω πώς έχω επηρεαστεί κυρίως από την άμεση παρατήρηση των πραγμάτων που εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης για μένα».

Η απάντηση του Μάγερ στο αίτημα του Σαρογιάν ήταν : «Όμως Μπιλ, πως μπορείτε να σκηνοθετήσετε την Ανθρώπινη Κωμωδία αφού δεν έχετε κάνει ποτέ άλλη ταινία;» Ο Σαρογιάν που είχε πάρει πολύ ζεστά το θέμα και ήταν αποφασισμένος αλλά και ξεροκέφαλος, του είπε : «Κύριε Μάγερ, δώστε μου τρεις μέρες καιρό και σας υπόσχομαι ότι θα τα καταφέρω να γυρίσω μια επαγγελματική ταινία». Και τρεις μέρες αργότερα, ο Σαρογιάν επέστρεψε με το The Good Job.

Το σενάριο βασιζόταν σ’ ένα μυθιστόρημά του, το A Number of Poor (Ένας αριθμός φτωχών ανθρώπων) που είχε δημοσιευθεί πριν από μερικά χρόνια στη συλλογή Peace. Αρχικά, η ταινία περιείχε δυο μπομπίνες διάρκειας είκοσι εικοσιπέντε λεπτών, την οποία η ομάδα του Μάγερ περιόρισε σε μια μπομπίνα των έντεκα λεπτών και έτσι δόθηκε στη διανομή. Σύμφωνα με τον Σαρογιάν, αυτή η μικρού μήκους ταινία πήρε και κάποια βραβεία. Εννοείται πώς δεν επέτρεψαν στον Σαρογιάν να γυρίσει την Ανθρώπινη Κωμωδία, την οποία σκηνοθέτησε ο Κλάρενς Μπράουν και προβλήθηκε στις αίθουσες το 1945 με τον Μίκυ Ρούνεϊ στο ρόλο του πρωταγωνιστή.

Ο Σαρογιάν έξω φρενών εγκατέλειψε την MGM. Τότε έγραψε και σκηνοθέτησε στο Μπρόντγουεη ένα έργο που ήταν μια σκληρή σάτιρα για το Χόλυγουντ, Get away Old Man! (Πάρε δρόμο, γέρο). Ο γέρος ήταν ο Λούις Μάγερ. Ξανάπιασε αυτό το αντιχολυγουντιανό θέμα στο μυθιστόρημά του Rock Wagram (1951).

Η πλοκή της ταινίας είναι απλή. Πρόκειται για συναντήσεις της καθημερινής ζωής που έχει ένας παντοπώλης με τους πελάτες του. Το θέμα είναι οι άνθρωποι με τις αξίες και τα λάθη τους, τις αδυναμίες και την αξιοπρέπειά τους. Η ταινία ξεκινάει με αυτή τη φράση του παντοπώλη : «It is the best job I ever had because of the wonderful, funny people I met» (Είναι η καλύτερη δουλειά που έχω κάνει ποτέ διότι συνάντησα υπέροχους και αστείους ανθρώπους).

Περιλαμβάνει επτά σκετς : 1. Η γυναίκα που παραμένει «κυρία» ακόμη κι όταν έχει γίνει φτωχή και κλέβει ένα φρούτο. 2. Νικ, ο πωλητής του ποπκόρν, που παραπονιέται πάντα για τη δουλειά του κι έρχεται σε αντιπαράθεση μ’ ένα νεαρό αγόρι που δεν του αρέσει το ποπκόρν. 3. Κασάλ ο Ισπανός είναι ένα σκετς που περικλείει μια ιστορία μέσα σε μιαν άλλη. Είναι το πιο αξιομνημόνευτο επεισόδιο αυτής της ταινίας αφού ο άνθρωπος αυτός χωρίς υπεροψία ή φιλοδοξία, που δεν έχει κάνει πολλά πράγματα στη ζωή του εκτός από το μεγάλωμα του γιου του, ανταμείβεται στο τέλος κατά τρόπο εντελώς ασυνήθιστο. 4. Μάγκυ η κοκκινομάλλα, είναι πολύ νέα, το παίζει κοκέτα όπως η Τζίντζερ Ρότζερς και η μόνη της έγνοια είναι πώς να την θαυμάζουν. 5. Πιτσιρίκια του δρόμου. Αυτό το επεισόδιο συμβολίζει τη δύναμη που έχει το χρήμα πάνω στα παιδιά, αλλά και το πνεύμα του Σαρογιάν εναντίον του ρατσισμού. 6. Ο άνθρωπος που μιλάει ξένες γλώσσες, όπου βλέπουμε ένα μετανάστη που μόλις έχει φθάσει, στην περίπτωση αυτή έναν Αρμένιο, που θέλει ν’ αγοράσει φρέσκα σύκα από τη χώρα του. Μιλάει συνεχώς στ’ αρμενικά. 7. Ο μικρός Κάλαχαν και οι καραμέλες. Σ’ αυτό το σκετς, ο παντοπώλης προσφέρει στο παιδί διάφορα είδη καραμελών. Το μικρό αγόρι επιστρέφει την επομένη για να τον δει και του λέει ότι η γλυκόριζα ήταν η καλύτερη. Οπότε ο παντοπώλης λέει: «Ήξερε ακριβώς για ποιο πράγμα μιλούσε».

Όταν ο Σαρογιάν έχοντας τελειώσει το The Good Job, μετά από τρεις μέρες πήγε να δει τον Μάγερ για να του δείξει την ταινία, ο Βίκτωρ Φλέμινγκ, σκηνοθέτης του Όσα παίρνει ο άνεμος είχε τόσο πολύ εκπλαγεί που του είπε : «Μπιλ, είναι μια θαυμάσια μικρού μήκους ταινία, αλλά δεν υπάρχουν γκροπλάν (κοντινά πλάνα)». Ο Σαρογιάν ανταπάντησε ότι σε τρεις μέρες δεν είχε το χρόνο να σκεφθεί για γκροπλάν. Αυτή η μικρού μήκους ταινία είναι το μοναδικό δείγμα ενός δημιουργού του οποίου το βασικό ενδιαφέρον είχε ως θέμα τον άνθρωπο και τα χαρακτηριστικά του που τον καθιστούσαν ανθρώπινο.

(Τα στοιχεία του κειμένου είναι από το περιοδικό Armenia, τεύχος Ιουνίου 1984 και Cahiers du Cinema, τεύχος Δεκεμβρίου1966).

 

Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Μια κραυγή από το πικρό παρελθόν της Αρμενίας

Tου Ρόμπερτ Φίσκ

Είναι απλά ένα μικρό βιβλίο 116 σελίδων, αλλά περιέχει μια ιστορική αλήθεια. Ακόμα μία μαρτυρία, που επιβεβαιώνει ότι ενάμισι εκατομμύριο θύματα Αρμενίων δεν πρόκειται να λησμονηθούν.
Ονομάζεται “Η γιαγιά μου”, είναι γραμμένο από την Φετιγέ Τσετίν και ξαναζωντανεύει θαμμένες μνήμες του παρελθόντος.
Μεγαλώνοντας στην τουρκική πόλη του Μάρντεν, η γιαγιά της Φετιγέ, Σεχέρ, ήταν γνωστή σαν μια αξιοσέβαστη μουσουλμάνα νοικοκυρά. Στην πραγματικότητα όμως ήταν Αρμένισσα, βαφτισμένη χριστιανή με το όνομα Χερανούς.
Όπως είναι γνωστό, το σύγχρονο τουρκικό κράτος δεν αναγνωρίζει τη γενοκτονία των Αρμενίων του 1915, αλλά αυτό το ταπεινό βιβλίο συμβάλλει ίσως στο να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Και αυτό, λαμβάνοντας υπόψη ότι δυο εκατομμύρια Τούρκοι, κάτοικοι της Τουρκίας σήμερα, έχουν κάποιον αρμένιο πρόγονο. Κάποιον πρόγονο που, όταν ήταν παιδί, εστάλη σε πορείες θανάτου νότια της συριακής ερήμου και αφού απήχθη από ληστές, τον προφύλαξαν γενναίοι μουσουλμάνοι χωρικοί, (των οποίων το θάρρος φυσικά, δεν αναγνωρίζεται από την Τουρκία) ή απλά τον άρπαξαν από την αγκαλιά της μητέρας του που ξεψυχούσε, αργότερα έγινε πολίτης της σύγχρονης Τουρκίας του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.
Παρόλα αυτά, όπως σημειώνει η Μορίν Φρίλη (γνωστή αμερικανίδα δημοσιογράφος, με τουρκική ανατροφή) στο θαυμάσιο πρόλογό της, τέσσερις γενεές τούρκων μαθητών στις μέρες μας αγνοούν ότι ο πληθυσμός της Οθωμανικής Ανατολίας ήταν από ένα τέταρτο ως μισός, χριστιανικός.
Η Χερανούς - που το πρόσωπό της φιγουράρει στο εξώφυλλο του βιβλίου, κοιτάζοντας τον αναγνώστη κάτω από τη μουσουλμανική μαντίλα - απήχθη από τούρκο χωροφύλακα, ο οποίος αφού μαστίγωσε τη μητέρα της, εξαφανίστηκε καβάλα σε ένα άλογο.
Η Φετιγέ αναζήτησε τα ονόματα των αρμενίων γονέων της γιαγιάς της (Ισκουή και Χοβαννές), και μετά το θάνατό τους, χωρίς να λάβει καμία βοήθεια από τις μουσουλμανικές αρχές της χώρας.
Χάρη στη δυνατή μνήμη της Χερανούς, που διηγήθηκε στη Φετιγέ τα πάθη της οικογένειας, ήταν δυνατή η έκδοση αυτού του βιβλίου όπου με αποκρουστικές λεπτομέρειες καταγράφει το χρονικό της γνωστής πλέον μαζικής βίας, σφαγής και βαναυσότητας.
Σε μια πόλη, η τουρκική αστυνομία χώρισε τους άντρες (από νεαρούς έως και ηλικιωμένους) από τις οικογένειές τους και κλείδωσε τα γυναικόπαιδα σε ένα προαύλιο με ψηλούς τοίχους. Από έξω ακούγονταν διαπεραστικές κραυγές πόνου. Όπως αναφέρει η Φετιγέ, η Χερανούς και τα αδέρφια της κρεμάστηκαν από το φουστάνι της μητέρας τους. Παρά τον τρόμο της, η Χερανούς αγωνιούσε να μάθει τι συνέβαινε. Πλησίασε ένα κορίτσι που είχε σκαρφαλώσει στους ώμους κάποιου, για να δει πάνω από το τοίχο. Το κορίτσι κοίταζε για αρκετή ώρα πάνω από τον τοίχο, ώσπου κατέβηκε και περιέγραψε αυτό που είχε δει. Η Χερανούς ποτέ δεν θα ξεχνούσε αυτό που ξεστόμισε το κορίτσι: “Τους κόβουν τον λαιμό και τους πετάνε στο ποτάμι”.
Η Φετιγέ λέει πως αποφάσισε να δημοσιεύσει τη μαρτυρία της γιαγιάς της για “να συμφιλιωθούμε με την ιστορία μας και τους εαυτούς μας”. Κατά την Φρίλη, το βιβλίο αυτό αποτελεί μια επιτομή στη μακρόχρονη πολιτική διαμάχη για την αναγνώριση και άρνηση της γενοκτονίας.
Στο πεδίο αυτής της διαμάχης, η απόφαση του Ατατούρκ να αλλάξει τα αραβικά γράμματα σε λατινικά, σήμαινε παράλληλα πως σημαντικά έγγραφα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που αναφέρονται στη γενοκτονία δεν μπορούσαν πλέον να αναγνωστούν από τους περισσότερους σύγχρονους Τούρκους. Θα ήταν ενδιαφέρον να σημειώσουμε, πως περίπου την ίδια εποχή ο Στάλιν πραγματοποιούσε έναν παρόμοιο πολιτιστικό έγκλημα στο Τατζικιστάν, αλλάζοντας τη γραφή της τοπικής, κατά βάση περσικής γλώσσας, από αραβική σε κυριλλική. Και κάπως έτσι ξεχάστηκε η ιστορία.
Είμαι, βέβαια, υπόχρεος στην Κοσέτ Αβακιάν, εγγονή αρμενίων επιζώντων η οποία μου έστειλε αυτό το βιβλίο και με ενημέρωσε για ένα άλλο μνημείο Αρμενίων, αυτή τη φορά στην Ουαλία. Ναι, καλά διαβάσατε! Στην Ουαλία. Και αν μάθετε ότι το συγκεκριμένο μνημείο -ένας πανέμορφος σταυρός λαξευμένος σε πέτρα- βεβηλώθηκε την ημέρα μνήμης του ολοκαυτώματος τον περασμένο Ιανουάριο, θα εκπλαγείτε ίσως ακόμα περισσότερο.
Αντιθέτως, δεν μπορώ να πω ότι εκπλήσσομαι που μια τόσο απαράδεκτη πράξη δεν αναφέρθηκε καν σε εφημερίδα εθνικής εμβέλειας.
Εάν επρόκειτο για κάποιο εβραϊκό μνημείο του ολοκαυτώματος, είμαι σίγουρος ότι -και πολύ ορθώς βέβαια- θα καταγραφόταν στις εθνικές μας εφημερίδες. Αλλά τους Αρμένιους μάλλον δεν τους υπολογίζουν.
Ένας Αρμένιος, κάτοικος Ουαλίας, έλεγε εκείνη τη μέρα: “Αυτό είναι το πιο ιερό μας μνημείο. Οι πρόγονοί μας που χάθηκαν στη γενοκτονία, δεν έχουν δικούς τους τάφους. Αυτός είναι ο τόπος μνήμης τους”. Κανείς δεν γνωρίζει ποιος κατέστρεψε το μνημείο. Το αίτημα για καταδίκη από την τουρκική πρεσβεία του Λονδίνου έμεινε φυσικά χωρίς ανταπόκριση, ενώ στο Λίβερπουλ την ημέρα μνήμης του ολοκαυτώματος, δεν έγινε καν αναφορά στους Αρμενίους κατά την επιμνημόσυνη δέηση.
Πότε θα τελειώσουν όλα αυτά; Καλός οιωνός το έξοχο βιβλίο της Φετιγέ, που ανανοίγει ίσως άλυτες υποθέσεις του παρελθόντος. Τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι η Φετιγέ υπερασπίστηκε τον τουρκοαρμένιο δημοσιογράφο Χράντ Ντινκ, όταν αυτός διώχτηκε ποινικά για προσβολή του «τουρκισμού». Κάτι που μάλλον δεν ωφέλησε ιδιαίτερα τον Ντινκ.
Ο Ντινκ δολοφονήθηκε τον Ιανουάριο του προηγούμενου έτους, ενώ ο κατηγορούμενος ως δολοφόνος του φωτογραφήθηκε γεμάτος υπεροψία, με δυο αστυνομικούς που υποτίθεται ότι τον φύλαγαν. Στην εφημερίδα του Ντινκ, «Αγκός», κοινοποίησε η Φετιγέ το θάνατο της γιαγιάς της. Και έτσι έμαθε η αδερφή της Χερανούς στην Αμερική για το θάνατό της.
Η μητέρα της Χερανούς είχε τελικά επιζήσει από τις πορείες θανάτου και στη συνέχεια ξαναπαντρεύτηκε και έζησε στη Νέα Υόρκη.
Ουαλία, Η.Π.Α, ακόμα και Αιθιοπία, όπου εγκαταστάθηκε τελικά η οικογένεια της Κοσέτ Αβακιάν. Φαίνεται ότι οποιαδήποτε χώρα του κόσμου μπορεί να γίνει η πατρίδα των Αρμενίων.
Πότε, όμως, θα πραγματοποιηθεί το όνειρο του Χράντ Ντινκ; Θα μπορέσει ποτέ η Τουρκία να συμφιλιωθεί με τη δικιά της αρμενική κοινότητα;
Όταν η Φετιγέ συνάντησε τη θεία Μαρτζ στην Αμερική -την αδερφή της Χερανούς, από το δεύτερο γάμο της μητέρας της- προσπάθησε να θυμηθεί ένα τραγούδι που τραγουδούσε η Χερανούς στα παιδικά της χρόνια. Ξεκινούσε με τα παρακάτω λόγια: “Ενας θλιμμένος βοσκός στο βουνό/έπαιξε το τραγούδι της αγάπης…” Η Μαρτζ, τελικά, βρήκε δυο Αρμένιους που έψελναν στην εκκλησία και συμπλήρωσαν τα υπόλοιπα λόγια.
“Η μητέρα μου ποτέ δεν έχανε τους χορούς που γίνονταν στα χωριά”, θυμήθηκε η Μαρτζ. “Αγαπούσε πολύ τον χορό, αλλά μετά την τραγωδία που έζησε δεν ξαναχόρεψε ποτέ στη ζωή της”.
Και σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, ακόμα και μετά τη βεβήλωση του μνημείου που συμβολίζει τη θλίψη και την οδύνη των Αρμενίων στην Ουαλία, η βρετανική κυβέρνηση παρέλειψε να σχολιάσει. Όπως είπε και ένας Αρμένιος, κάτοικος της Ουαλίας, “το μνημείο θα εποκατασταθεί ξανά και ξανά, όσες φορές και να βεβηλωθεί”. Αναρωτιέμαι, άραγε ποιος θα κρατάει το σφυρί για να το καταστρέψει την επόμενη φορά;

 

*Ο Ρόμπερτ Φισκ είναι ίσως ο πιο διάσημος βρετανός ανταποκριτής.

Τα τελευταία 30 και πλέον χρόνια καλύπτει δημοσιογραφικά τη Μέση Ανατολή.

 

 

Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Οι νεοσσοί των τεχνών

Είναι νέοι και ωραίοι (και όχι μόνο επειδή είναι ευειδείς), είναι ευαίσθητοι και τολμηροί. Αναφερόμαστε σε τρεις νέους καλλιτέχνες, οι οποίοι συστήθηκαν στο ευρύ κοινό μέσα από τις πρόσφατες επαγγελματικές επιλογές τους οι οποίες δεν είναι οι πρώτες, καθώς και οι τρεις έχουν μια μικρή ή μεγαλύτερη εμπειρία στον τομέα τους και γι' αυτό ο τίτλος του παρόντος αφιερώματος ενδεχομένως να τους αδικεί λίγο.

Το φωτεινό βλέμμα και το χαμόγελό τους διευκόλυναν στο να αναπτυχθεί μια φιλική συζήτηση η οποία εκτός των άλλων περιελάμβανε και ερωτήσεις σχετικά με την επιλογή του επαγγέλματός τους, τις δυσκολίες του και τις χαρές του, τα μελλοντικά τους σχέδια, τη σχέση τους με την τεχνολογία, τη σχέση των θετικών επιστημών με τις τέχνες και ακόμα για την τέχνη ως βιοποριστικού μέσου. Ελάτε λοιπόν να τους «ακούσουμε» μαζί και να προσπαθήσουμε να τους γνωρίσουμε λίγο καλύτερα, δίνοντας πρώτα τον λόγο στην κυρία της συντροφιάς μας, όπως άλλωστε επιτάσσουν και οι κανόνες καλής συμπεριφοράς.

 

Ναζίκ Αϊδινιάν

 

Το θέατρο με έχει κερδίσει αλλά θέλω να το κερδίσω και εγώ!!

 

Απόφοιτος της Πολυτεχνικής Σχολής Μηχανολόγων και Αεροναυπηγών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών (2006). Απόφοιτος της Δραματικής σχολής «Εμπρός-Θέατρο-Εργαστήριον (2010). Συμμετοχή στις παραστάσεις «Ο Θρίαμβος του Έρωτα» (2011), «Αγγέλα» (2010) και «Τίτα-Λου» (2010). Συμμετοχή στην κινηματογραφική ταινία «Τρίτη» (Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2010).

 

Ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των θετικών επιστημών και των τεχνών είναι η ύπαρξη κανόνων, οι οποίοι πρέπει να ακολουθούνται ώστε να οδηγήσουν στο σωστό αποτέλεσμα. Αυτή είναι η τεχνική. Στην υποκριτική τέχνη βέβαια υπεισέρχεται και ο συναισθηματικός παράγων, καίριο στοιχείο το οποίο θα βοηθήσει το πλησίασμα του ηθοποιού με το κοινό. Είναι η κατάθεση της ψυχής του ηθοποιού για να αισθανθεί ότι κέρδισε το ρόλο και τους θεατές του, όταν κι αυτοί με τη σειρά τους αποδείξουν στον ηθοποιό τη συμμετοχή τους με μια ανάσα τους, μια αυθόρμητη φράση-σχόλιο, μια έκφρασή τους ή ένα επιφώνημα κατά τη διάρκεια της παραστάσεως. Όταν συμβαίνει αυτό, ο ηθοποιός ενδυναμώνεται για να προχωρήσει, είναι μια πρώτη επιβεβαίωση.

Ωστόσο, κάθε παράσταση είναι διαφορετική γιατί -παρά το γεγονός ότι κάθε φορά οφείλουμε να επαναλαμβάνουμε ακριβώς τα ίδια πράγματα, τους ίδιους κανόνες- το αποτέλεσμα συνδέεται αφ' ενός με την προσωπική κατάσταση του ηθοποιού και αφ' ετέρου με το τι είδους θεατές θα έχει. Η σχέση λοιπόν ηθοποιού-θεατή είναι αμφίδρομη.

Η επιλογή τώρα του συγκεκριμένου έργου έγινε με πρόταση του Μιχάλη Χατζηνικολιδάκη, ο οποίος αγαπά το χωρίς βωμολοχίες κλασικό θέατρο και ιδιαιτέρως τον Μαριβώ, για τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρει κάποιες αλήθειες και ο οποίος θέλησε να το σκηνοθετήσει κιόλας. Είχαμε όλοι μόλις αποφοιτήσει από τη θεατρική σχολή τον Ιούνιο 2010 και επιθυμούσαμε να ανεβάσουμε μια παράσταση. Κύριο μέλημά μας ήταν το πώς θα καταφέρουμε να αποδώσουμε ένα κλασικό κείμενο στη σύγχρονη εποχή και να ζωντανέψουμε τους χαρακτήρες του. Βεβαίως βοήθησε η μετάφραση του Ανδρέα Στάικου, όμως προσθέσαμε και πολλά αυτοσχεδιαστικά στοιχεία τα οποία ανακαλύπταμε και διαμορφώναμε κατά τη διάρκεια των προβών. Δουλέψαμε πολύ με την ομάδα μας και νομίζω ότι την αμφιβολία, την ανασφάλεια και την απειρία μας την μετατρέψαμε σε μια δημιουργική και αξιοπρεπή παράσταση, για την οποία πήραμε και καλές κριτικές.

Με ρωτάτε εάν είναι τολμηρό, στα όρια του θράσσους, το γεγονός ότι ανεβάσαμε μια παράσταση χωρίς προηγουμένως να έχουμε θητεύσει δίπλα σε καταξιωμένους και έμπειρους ηθοποιούς. Με λύπη σας λέω ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να σου δοθεί μια τέτοια ευκαιρία. Τώρα μάλιστα που οι παραγωγές έχουν μειωθεί, οι δυνατότητες είναι πιο περιορισμένες. Είναι πολύ δύσκολο να σε βρει και να σε επιλέξει κάποιος. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι θέλει προσπάθεια και κυνήγι, αλλά και από την πλευρά μας πρέπει να κάνουμε μια αρχή και είναι καλό που δίνεται χώρος στις νέες ομάδες διότι είναι πιθανό κάποιος να σε δει και να σου προτείνει μια συνεργασία.

Από αυτή την πρώτη μου επίσημη θεατρική εμπειρία πιστεύω ότι το «θράσσος μας» το οποίο θα ονόμαζα «άγνοια κινδύνου» και η απειρία μας σε συνδυασμό με την καλή συνεργασία της ομάδας μας μετέτρεψε τα αρνητικά στοιχεία του εγχειρήματός μας σε θετικά. Απόδειξη η συνέπειά μας στις οικονομικές υποχρεώσεις προς τους συνεργάτες μας (σκηνογράφους-ενδυματολόγους κλπ) -ενθαρρυντικά σχόλια σχετικά με τη νέα πνοή και τη φρεσκάδα της παραστάσεως καθώς και μια πρόταση την οποία λάβαμε για τη συμμετοχή μας με το ίδιο έργο για τρεις εβδομάδες σε ένα φεστιβάλ νέων ομάδων το οποίο θα διεξαχθεί τον Οκτώβριο-Νοέμβριο στο θέατρο «Μπάντμιντον».

Βεβαίως δεν εφησυχάζουμε. Συζητάμε με την ομάδα μήπως βρούμε κάποιο έργο το οποίο θα μας ενδιαφέρει. Παράλληλα, πρέπει να σας πω ότι δουλεύω και στα ΙΕΚ ως μηχανολόγος-μηχανικός, δηλαδή διδάσκω κάποιες ώρες πράγμα το οποίο με διευκολύνει να έχω τον απαιτούμενο χρόνο για το θέατρο, το οποίο επιθυμώ να υπηρετήσω. Η σκέψη για επιστροφή αποκλειστικά στην επιστήμη μου δεν υπάρχει προς το παρόν, όπου και εκεί οι δυσκολίες καθόλου δεν λείπουν.

Όσο για την εμπειρία μου στον κινηματογράφο και συγκεκριμένα στην ταινία «Τρίτη», αυτή πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της σχολής. Ο καθηγητής μας Νίκος Κορνήλιος, μας ζήτησε βάσει αυτοσχεδιασμού να δημιουργήσουμε κάποιες ιστορίες. Η ταινία διαπραγματεύεται τις ζωές διαφορετικών ανθρώπων στη διάρκεια μιας ημέρας. Οι συνθήκες και ο τρόπος δουλειάς στον κινηματογράφο διαφέρουν από το θέατρο αλλά δεν μπορώ να μιλήσω με σαφήνεια επειδή η εμπειρία μου προέρχεται από τον αυτοσχεδιασμό όπου δούλεψα κατά κύριο λόγο με το σώμα επάνω σε μια δική μου μυθοπλασία. Η ταινία πάντως πήγε και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2010 και προσφάτως προβλήθηκε και στους κινηματογράφους. Το μικρόβιο του θεάτρου γεννήθηκε από τα μαθητικά μου κιόλας χρόνια. Συμμετείχα πάντα σε όλες τις σχολικές παραστάσεις. Ως φοιτήτρια παρακολούθησα ένα σεμινάριο στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας και έλαβα μέρος και σε χοροθεατρικές ομάδες και παραστάσεις.

Το θέατρο το αγαπώ, αλλά προς το παρόν δεν σκέπτομαι για περισσότερες μεταπτυχιακές σπουδές.

Εάν μπορέσω και τα καταφέρω να είμαι μέσα σ' αυτό, σίγουρα θα το ψάξω. Νοιώθω, ότι τώρα πρέπει να δοκιμαστώ ως ηθοποιός, εάν πραγματικά κάνω για αυτό, εάν θα υπάρξει προοπτική. Πάντως ένα είναι σίγουρο. Το θέατρο με έχει κερδίσει αλλά θέλω να το κερδίσω και εγώ!!

 

Οννίκ Κετσογιάν

 

Ένα κομμάτι του εαυτού μου δεν μπορεί να εκφραστεί διαφορετικά

 

Απόφοιτος της Ανώτερης Σχολής Δραματικής Τέχνης "Αρχή" Ν. Καρρά (2007-2010). Συμμετοχή στις παρα- στάσεις "Ε, Τζο" (2005), "Προμηθέας Δεσμώτης" (2006), "Πεταλούδα στο στομάχι" (2007), "Όνειρα" (2007), "Ο Παρδαλός Παπαγάλος" (2011). Σεμινάρια με τους: C. Grauzinis, R. Nieoczym, M. Sharnhorst, Τ. Κουλίεβα, Λ. Φιλίποβα, Τ. Καραχάλιο.

 

Τολμώ να πω ότι το θέατρο με βρήκε. Δεν το βρήκα εγώ. Όντας ένα μάλλον εσωστρεφές παιδί, πιστεύω ότι δεν σκεπτόμουν ποτέ ότι θέλω να γίνω ηθοποιός. Π.χ. συμμετείχα, ως είθισται, στις κλασικές σχολικές παραστάσεις ασυνείδητα και χωρίς ενδιαφέρον. Στην εφηβεία μου, όμως και λίγο πριν απ' αυτήν, ανακάλυψα ότι τα πράγματα γύρω μου τα αξιολογούσα μέσω της παρατηρήσεως και επειδή ήμουν περίπου «σπιτόγατος» θυμάμαι ότι όταν έβλεπα π.χ. μια κλασική ελληνική ταινία παρατηρούσα πολύ τις κινήσεις των ηθοποιών, πώς εκφράζονταν, τι έκαναν.

Επειδή πάντα αναζητούσα να περνώ ευχάριστα με τους φίλους μου, να γελώ, εξωτερικευόμουν, εκφραζόμουν και επικοινωνούσα μαζί τους με μια κωμική διάθεση, απόρροια νομίζω αυτών των παρατηρήσεών μου. Και ήταν οι φίλοι μου αυτοί οι οποίοι, αφού τελείωσα το στρατιωτικό μου, με παρότρυναν να αναζητήσω τρόπους καλλιέργειας αυτών των στοιχείων.

Έτσι βρέθηκα στο «ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ» του δήμου Πατραίων, όπου εκεί μίλαγαν απλώς για θέατρο και ξαφνικά μέσα σε έξι μήνες άλλαξα τρόπο σκέψεως. Το 1999 στα πλαίσια μιας εκδηλώσεως αυτού του θεατρικού εργαστηρίου, βρέθηκα επί σκηνής, σε μια χρονική στιγμή όπου αισθανόμουν την ανάγκη να καλύψω και την περιέργειά μου στο να εκτεθώ, όπου ανακαλύπτω τι σημαίνει να σε κυριεύει το άγχος.

Μετά από αυτήν την εμπειρία τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Συνειδητοποίησα ότι μ' ενδιαφέρει σοβαρά το θέατρο και ότι όφειλα να επενδύσω στη γνώση και στην εμβάθυνση, προκειμένου να το υπηρετήσω σωστά.

Τότε εντάχθηκα στο θεατρικό Βιομηχανικό Εργαστήρι «ΛΙΘΟΓΡΑΦΕΙΟ» της Πάτρας, το οποίο είχε δημιουργηθεί από επαγγελματίες ηθοποιούς με διευθυντή το Χρήστο Στρέπκο.

Στο «ΛΙΘΟΓΡΑΦΕΙΟ» διδάσκονταν μαθήματα όπως σε μια θεατρική αθηναϊκή σχολή δηλ. κινηματογράφος, μάσκα, κίνηση, μαθήματα υποκριτικής και λόγου κλπ.

Ανακάλυψα ότι για να υπηρετείς στο θέατρο, προϋποθέτει μια αυτοπειθαρχία και ότι το ίδιο το θέατρο θα σε διώξει εάν δεν αντέξεις στην προαπαιτούμενη συνέπεια.

Στη συνέχεια με τον Χ. Στρέπκο συνεργασθήκαμε και δημιουργήσαμε την ομάδα «ΜΗΧΑΝΗ ΤΕΧΝΗΣ» και από το 2004 είμαστε μαζί. Το 2006, μου δόθηκε η ευκαιρία σε ηλικία 30 ετών να παίξω «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου όταν η Πάτρα ήταν πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης.

Πολλή μεγάλη εμπειρία, αισθάνομαι τυχερός και ευλογημένος γιατί στην Ελλάδα είναι αρκετά δύσκολο να σου εμπιστευθούν ρόλο αρχαίας τραγωδίας σε νεαρή σχετικά ηλικία. Και προκειμένου να ολοκληρώσω τον κύκλο των σπουδών μου έχοντας μια σημαντική εμπειρία, έκρινα ότι έπρεπε να παρακολουθήσω μαθήματα και σε μια θεατρική σχολή της Αθήνας. Βλέπετε λοιπόν ότι έκανα λίγο ανάποδα πράγματα!!

Σε σενάριο του Χρήστου Στρέπκου ανεβάσαμε φέτος το έργο «Ο παρδαλός παπαγάλος», ένα έργο το οποίο ως αφορμή είχε τα γεγονότα με τους μετανάστες στην Πάτρα. Είναι το είδος του θεάτρου το οποίο μας δείχνει τη χειραγώγηση των λαών. Ναι, είναι ένα σκληρό έργο αλλά δυστυχώς και η ζωή είναι σκληρή. Πάντως μέσα από αυτή τη δουλειά έμαθα να αντιμετωπίζω διαφορετικά τους ανθρώπους. Στο μονόλογό του, ο Χρήστος υποδυόμενος έναν μετανάστη, έλεγε τη φράση: «ούτε καν με κοιτάνε» και συνειδητοποίησα ότι ούτε και εγώ κοίταζα έως τότε στα μάτια τους αλλοδαπούς συνανθρώπους. Στις πρόβες άρχισα να αλλάζω συμπεριφορά, δηλαδή συνδιαλέχθηκα με τους μετανάστες και παρατήρησα την ανθρώπινη πλευρά της κοινωνίας τους.

Ο ρόλος μου, ήταν ένας ρόλος με ένταση και το να μπαίνεις και να βγαίνεις κάθε φορά απ' αυτόν ήταν δύσκολο. Ωστόσο, πέρα από την τεχνική και τα υπόλοιπα εργαλεία τα οποία έχει ένας ηθοποιός όπως το σώμα του, η φωνή του κλπ. οφείλει να είναι πολύ συγκεντρωμένος ώστε να είναι συνεπής με το κοινό του. Η εμπειρία και κυρίως η αγάπη για τη δουλειά αυτή, απαλύνει τις δυσκολίες οι οποίες ευτυχώς και καλώς υπάρχουν, διότι διαφορετικά και η όλη προσπάθεια θα ήταν εφήμερη. Ο ρόλος τον οποίον κάθε φορά καλούμαι να υπηρετήσω νομίζω ότι ως ένα βαθμό με συνοδεύει στην καθημερινότητά μου και όταν τον ανακαλώ στη μνήμη μου ανακαλύπτω κάτι καινούργιο.

Επειδή, κατά τη γνώμη μου - η σχέση ηθοποιού/ρόλου είναι βιωματική, υπάρχει και συναισθηματική εμπλοκή, η διαχείρισή του εξαρτάται από την ιδιοσυγκρασία του ηθοποιού, από την προσέγγιση του καθενός σ' αυτόν και τους στόχους του ώστε να τον αναδείξει στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Τώρα σε ότι αφορά τη σχέση ηθοποιού/σκηνοθέτη, δηλώνω ότι είμαι λάτρης της πειθαρχίας. Είναι το Α και το Ω.

Η συμμετοχή μου στην κινηματογραφική ταινία μικρού μήκους «Απόσταση Επαφής», η οποία θα πάει και στο φεστιβάλ Δράμας, με οδηγεί στο συμπέρασμα να πω ότι οι συνθήκες δουλειάς καθώς και η σχέση ηθοποιού/σκηνοθέτη είναι τελείως διαφορετικές από αυτές στο θέατρο. Στο θέατρο έχεις το χρόνο να δουλέψεις με έναν σκηνοθέτη δύο-δυόμισι μήνες, ενώ στον κινηματογράφο επειδή υπάρχει και η τεχνολογία θα πρέπει να γίνουν συγκεκριμένα πράγματα βάσει συγκεκριμένου χρόνου και η σχέση του ηθοποιού με το σκηνοθέτη είναι πολύ ιδιαίτερη γιατί ακουμπάει και λίγο στη μυθοπλασία. Δηλαδή το πώς επικοινωνούν μεταξύ τους και πώς ο ηθοποιός μπορεί να μπει μέσα σ' αυτήν κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και μέσα σε συγκεκριμένο χρόνο.

Επανερχόμενοι στο θέατρο και σε ότι αφορά το λόγο της δημιουργίας της ομάδας μας, είναι γιατί δεν μας δόθηκε η ευκαιρία να υπάρχουμε σε σχήματα-θιάσους με έμπειρους ηθοποιούς. Είναι πολύ μεγάλος και ο αριθμός των ηθοποιών πλέον οι οποίοι δεν μπορούν να απορροφηθούν.

Βεβαίως, εάν κάποιος θέλει να ζήσει απ' αυτή και μόνο τη δουλειά, δυστυχώς είναι πολύ δύσκολο και το λέω με μεγάλη λύπη αυτό. Εκείνο το οποίο μας κινεί είναι ότι κάποια πράγματα δεν έχουν αγοραστική τιμή. Δεν μπορείς να τα βρεις στο ράφι του Σ/Μ και να τα αγοράσεις.

Έχω την εντύπωση ότι κάνω αυτή τη δουλειά γιατί δεν μπορώ να μιλήσω με άλλον τρόπο. Υπάρχει ένα κομμάτι του εαυτού μου το οποίο δεν μπορεί να εκφραστεί διαφορετικά. Δεν θέλω να κάνω μακροχρόνια σχέδια. Ωστόσο, το καλοκαίρι ελπίζω να συνεργασθώ με το Φεστιβάλ Πάτρας. Συζητώ και για μια καινούργια δουλειά για το χειμώνα στην Πάτρα ή στην Αθήνα με την ομάδα μας.

Παρακολουθώ το θέατρο γενικώς και το καλοκαίρι σκοπεύω να ταξιδέψω στην Αρμενία, δεδομένου ότι έχω ανάγκη να βρω τις ρίζες μου, να ανακαλύψω τους ιστορικούς εθισμούς βάσει των οποίων θα πρέπει να βρω έναν άξονα για να αντιμετωπίσω το σήμερα.

 

Γιώργος Τοσικιάν

 

Σε κάθε περίσταση πρέπει να είμαστε δημιουργικοί

 

Απόφοιτος τoυ Σύγχρονου Ωδείου Αθήνας (2004), με άριστα παμψηφεί. Σεμινάρια με τους καταξιωμένους κιθαρίστες Ευάγγελο Ασημακόπουλο, Λίζα Ζώη, Manuel Barrueco, Roland Dyens, Oscar Ghiglia. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από την εταιρεία ΜΟΤΙVΟ η πρώτη του δισκογραφική δουλειά, με τίτλο "Guitar Music by Greek Composers"- http://myspace.com/tosikian

 

Αφορμή για την ενασχόλησή μου με την κιθάρα στάθηκε ένας θείος μου, ο οποίος έπαιζε λαϊκή κιθάρα (ρεμπέτικα κλπ), κατασκεύαζε κιόλας κιθάρες, του ζήτησα να μου φτιάξει μία και άρχισα αμέσως μαθήματα. Στα 15 μου συνειδητοποίησα πλήρως ότι αυτό που ήθελα ήταν να ασχοληθώ με την κιθάρα και με τίποτα άλλο. Είχα την τύχη να σπουδάσω με τον Ιάκωβο Κολανιάν στο Σύγχρονο Ωδείο της Αθήνας, ο οποίος εκτός από εξαιρετικός σολίστας είναι και σπουδαίος δάσκαλος. Το 2005 έδωσα το πρώτο μου ρεσιτάλ στην αίθουσα Φίλιππος Νάκας στα πλαίσια της σειράς «Οι Νέοι για τους Νέους». Ακολούθησαν αρκετά συχνά και άλλα τόσο στην Αθήνα όσο και σε πόλεις της Ελλάδος. Στο εξωτερικό, έδωσα ρεσιτάλ στο Λονδίνο πριν από δυο χρόνια παίρνοντας μέρος στο «EKON FESTIVAL» 2009.

Μια ευτυχής επαγγελματική στιγμή για μένα ήταν η συνεργασία μου, το 2008, με τον Ισπανό ποιητή Αντόνιο Γκαμονέδα, ο οποίος είχε προσκληθεί από το Ινστιτούτο Θερβάντες της Αθήνας, κατά την οποία απήγγειλε ποιήματά του και τον συνόδευα παίζοντας. Επίσης, εδώ και τρία χρόνια συνεργάζομαι με έναν νέο Έλληνα συνθέτη, τον Γιώργο Βαλσαμάκη και σε επίπεδο συναυλιών και σε επίπεδο δισκογραφικό.

Μια σημαντική προσωπικότητα του χώρου, ο Νότης Μαυρουδής, ήταν μεταξύ των μελών της επιτροπής όταν έδινα εξετάσεις για να πάρω το δίπλωμά μου. Πήγαινα να τον ακούσω στις εμφανίσεις του και ο ίδιος ερχόταν όταν έπαιζα και σιγά-σιγά μια αρχικά τυπική σχέση εξελίχθηκε, ώσπου πριν από έξι μήνες μου πρότεινε να παίζουμε μαζί. Εννοείται ότι είναι εξαιρετικά τιμητικό αυτό για εμένα. Δίνουμε πολύ συχνά συναυλίες σε μουσικές σκηνές όλης της Ελλάδας, με δυο κιθάρες και τραγούδι.

Τα χαρακτηριστικά της κιθάρας σε σχέση με τα άλλα όργανα είναι ο χαμηλόφωνος ήχος της, η έντασή της και η χροιά της, τα οποία την κάνουν πολύ οικεία καθώς είναι παγκοσμίως παραδεκτό ότι βρίσκεται πολύ κοντά στην ανθρώπινη φωνή.

Η κιθάρα κατά κύριο λόγο είναι ένα σολιστικό όργανο. Δεν αποτελεί μέρος μιας ορχήστρας όπως είναι τα υπόλοιπα έγχορδα ή πνευστά. Βέβαια μπορεί -«να συνομιλεί»- να συνεργάζεται δηλαδή είτε με άλλες κιθάρες (ως ντούο-τρίο κλπ), είτε με μουσική δωματίου (με βιολί, με φλαούτο).

Παγκοσμίως είναι το ιδανικό όργανο το οποίο συνοδεύει ένα τραγούδι, με το πέρασμα των χρόνων όμως εξελίχθηκε ο σολιστικός του χαρακτήρας ώστε να μπορεί σήμερα να στέκει επάξια δίπλα σε ένα π.χ. ρεσιτάλ βιολιού. Σ' αυτό βέβαια συνετέλεσαν οι σπουδαίοι εκτελεστές και συνθέτες του παρελθόντος οι οποίοι έγραψαν έργα για κιθάρα. Ο Αντρέ Σεγκόβια, ήταν αυτός ο οποίος ουσιαστικά έβαλε την κιθάρα -ένα λαϊκό, περιφρονημένο όργανο- στα μεγαλύτερα σαλόνια και στις μεγαλύτερες αίθουσες συναυλιών του κόσμου και να δώσει το έναυσμα ώστε να γραφούν έργα γι' αυτήν από διεθνώς αναγνωρισμένους σήμερα συνθέτες.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια σπουδαία σχολή κιθάρας τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα, η οποία ξεκίνησε με τον Δημήτρη Φιάμπα και τον Γεράσιμο Μηλιαρέση, αναπτύχθηκε και σήμερα είναι ζηλευτή από τις χώρες της Ευρώπης. Στην Ελλάδα έχουμε πλήθος καλών κιθαριστών σε σχέση με τον πληθυσμό της.

Επίσης, είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι στην Ελλάδα υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον από τα παιδιά να μαθαίνουν μουσική και να παίζουν όργανα τα δημοφιλέστερα των οποίων είναι το πιάνο και η κιθάρα. Αυτό είναι πολύ παρήγορο και για εμάς τους δασκάλους ως παιδαγωγούς, αλλά αποτελεί και το σταθερό βιοποριστικό μας μέσο. Γιατί κακά τα ψέματα, μόνο το εκτελεστικό μέρος δεν σε βοηθά να ζήσεις αξιοπρεπώς.

Ένα άλλο σημαντικό μέσο για την ανάπτυξη της κιθάρας και για την προβολή της δουλειάς ενός κιθαριστή είναι η τεχνολογία, μέσω της οποίας δίνεται η δυνατότητα να επικοινωνήσει με το κοινό όχι μόνο της Ελλάδας αλλά όλου του κόσμου. Δηλαδή είναι πολύ εύκολο να φτιάξεις ένα βίντεο, να το ανεβάσεις και να το δουν σε όλο τον κόσμο. Είναι εξαιρετικό να αισθάνεσαι την άμβλυνση της μοναξιάς σου ως καλλιτέχνη, την ανταλλαγή απόψεων και σχολίων με καλλιτέχνες τους οποίους πιθανόν να μην γνωρίσεις ποτέ από κοντά.

Η δισκογραφία είναι ένα άλλο πεδίο στο οποίο η τεχνολογία έχει αποδειχθεί λυτρωτική, επειδή η δισκογραφία παγκοσμίως βρίσκεται σε πολύ-πολύ δύσκολο σημείο. Σήμερα μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας οι τρόποι εγγραφής, οι τρόποι μείξης, τα στούντιο κοστίζουν φθηνότερα σε σχέση με την αναλογική (μπομπίνες-ταινίες κλπ). Το πρόβλημα υπάρχει στις πωλήσεις των δίσκων οι οποίες παρουσιάζουν συνεχώς πτώση.

Για τη δημιουργία του πρώτου μου δίσκου επέλεξα να παίξω έργα για κιθάρα Ελλήνων συνθετών, τα περισσότερα από τα οποία βρίσκονται εδώ σε πρώτη δισκογράφηση. Ήθελα να κάνω ένα δίσκο με μουσική η οποία να είναι οικεία, να αντιπροσωπεύει το σήμερα, δηλαδή είναι μουσική η οποία έχει γραφεί τα τελευταία 30 χρόνια από συνθέτες οι οποίοι βρίσκονται εν ζωή -(εκτός από τον Κυριάκο Τζωρτζινάκη)- εργάζονται και παράγουν μουσική. Αναζητώντας το υλικό του περιεχομένου του δίσκου, δεν μπορούσα να φαντασθώ ότι υπάρχει μια τόσο πλούσια καλλιτεχνική δημιουργία. Συχνά εγκλωβιζόμαστε σε αρχαιτυπικά έργα του παρελθόντος και ξεχνάμε ότι κάποιοι καλλιτέχνες γράφουν τώρα μουσική και είναι άδικο, αυτή να μην ακούγεται. Η παραγωγή του δίσκου είναι δική μου και αποφάσισα να προχωρήσω μέσα από τις υπάρχουσες δυσκολίες διότι πιστεύω ότι σε νέους ανθρώπους σαν εμένα, επιβάλλεται να βρουν τρόπους επικοινωνίας. Είναι πολύ επικίνδυνο να μας πάρει από κάτω, να περιμένουμε να συμβεί κάτι το οποίο ποτέ να μην συμβαίνει και να μην κάνουμε κάτι για να συμβεί. Σε κάθε περίπτωση και κάθε περίσταση πρέπει να είμαστε δημιουργικοί.

Εξ' άλλου με αυτόν τον τρόπο είχα την ευκαιρία να συνεργασθώ με ανθρώπους που εγώ ήθελα σε όλους τους τομείς της παραγωγής του δίσκου (συνθέτες, στούντιο, μείξη, εικαστικά) και για το λόγο αυτό μια από τις αγαπημένες μου σελίδες στο ένθετο βιβλιαράκι, είναι αυτή στην οποία αναγράφονται όλοι οι συντελεστές, όλοι τους εξαίρετοι φίλοι τους οποίους σέβομαι και αγαπώ.

Η μουσική αποτελεί τον συνδετικό κρίκο των δυο πολιτισμών της καταγωγής μου, του αρμενικού και του ποντιακού. Μέσω αυτής, μου ήταν πολύ εύκολο να αποκτήσω γνώση και να ευαισθητοποιηθώ και για τους δυο τόπους. Η πλούσια αρμενική και ποντιακή μουσική υπήρχε πάντα στην οικογένεια και ερέθιζαν τα συναισθήματά μου, χωρίς όμως να μπορώ να προσδιορίσω τι ακριβώς ήταν αυτό. Δηλαδή και μόνο οι ήχοι των παραδοσιακών οργάνων κάτι μου έλεγαν, σκεπτόμουν ότι «κάτι υπάρχει εδώ», «κάτι συμβαίνει».

Ο Ιάκωβος Κολανιάν είναι γνώστης της αρμενικής παραδοσιακής μουσικής και μην ξεχνάμε ότι έχει μεταγράψει αρμενική παραδοσιακή μουσική για κιθάρα με υπέροχο τρόπο. Μου έχει μιλήσει γι' αυτήν και έχω μάθει πολλά πράγματα τα οποία δεν γνώριζα.

Πιστεύω ότι σύντομα θα επισκεφθώ την Αρμενία για να γνωρίσω τη χώρα και τη μουσική της. Νομίζω ότι έχω ήδη αργήσει όμως νοιώθω ότι θα γίνει σύντομα. Πάντως, εκτιμώ και σέβομαι όλα σχεδόν τα είδη της μουσικής. Προσπαθώ να ενημερώνομαι για τα νέα συγκροτήματα, για τα νέα ρεύματα.

Νομίζω ότι οποιαδήποτε μουσική γράφεται για να εκπληρώσει την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων σίγουρα θα έχει μέσα της καλά στοιχεία. Αντιθέτως οποιαδήποτε μουσική γράφεται για εμπορικούς και μόνο σκοπούς είναι καταδικασμένη. Και αυτό το έχει δείξει ο χρόνος.

 

 

Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...

ΟΙ ΑΡΜΕΝΙΟΙ στην ιστορία της τέχνης

Οι ρίζες της αρμενικής τέχνης χάνονται στα βάθη της αρχαιότητας,

γεγονός που επιβεβαιώνεται και από μοναδικές τοιχογραφίες,

οι οποίες χρονολογούνται την 6η χιλιετηρίδα π.Χ.


Η παρακάτω λίστα, εύλογα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ελλιπής. Σίγουρα, θα έπρεπε να συμπεριληφθούν σ' αυτή πολλοί ακόμη δημιουργοί, όπως οι Μομίκ (13ος αιώνας), Σαρκίς Πιτσάκ (1301- άγνωστο), Αγκόπ Κοτζογιάν (1883-1959), Γκιόργκι Γιακούλοβ καθώς και Ρέιμπεν Νακιάν (1897-1986)… Ο κατάλογος των αρμενίων δημιουργών είναι μακρύς και περιλαμβάνει πληθώρα καλλιτεχνών και από τις δύο πλευρές του Ωκεανού.

 

Τορός Ροσλίν (13ος αιώνας)

Μπορεί η αρμενική σχολή της τέχνης της μικρογραφίας να είναι γνωστή από τον 9ο αιώνα, ωστόσο έφτασε στο απόγειό της στην Κιλικία το 12ο αιώνα.

Η σχολή μικρογραφίας της Κιλικίας- κορυφαίος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο Ροσλίν- έδωσε νέα «πνοή» στη μεσαιωνική εικονογράφηση χειρογράφων. Αξίζει δε να σημειωθεί, πως οι Πίνακες του Κανόνα από το Ευαγγέλιο του Ζεϊτούν (1256 μ.Χ), με μικρογραφίες του Ροσλίν, εκτίθενται στο μουσείο Ζ. Πολ Γκετί, στο Λος Αντζελες της Καλιφόρνια.

 

Αγκόπ Χοβνατανιάν (1806-1881)

Η αρμενική καλλιτεχνική δυναστεία των Χοβνατανιάν από την Τιφλίδα της Γεωργίας αποτέλεσε φυτώριο πολλών αξιόλογων καλλιτεχνών. Ωστόσο, ο πλέον αναγνωρισμένος εκπρόσωπος της ταλαντούχας οικογένειας δεν είναι άλλος από τον Αγκόπ Χοβνατανιάν- ευρύτερα γνωστός ως «Ραφαήλ της Τιφλίδας».

Ο ίδιος μάλιστα- δικαίως- θεωρείται ως ο θεμελιωτής της αρμενικής τέχνης της προσωπογραφίας.

 

Ζακαριά Ζακαριάν (1849-1923)

Καλλιτέχνης με πλούσιο βιογραφικό, ο Ζακαρία Ζακαριάν γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη αλλά έμεινε αρκετά χρόνια στο Παρίσι, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ιατρική. Έπειτα από πολυετή θητεία σε διάφορα νοσοκομεία, αποφάσισε να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην τέχνη. Αξίζει να σημειωθεί, πως είναι ο μοναδικός αρμένιος καλλιτέχνης, έργα του οποίου εκτίθενται στομουσείο Ντ' Ορσέ, στο Παρίσι.

 

Χοβανές Αϊβαζόφσκυ (1817-1900)

Κορυφαίος θαλασσογράφος ο Αϊβαζόφσκυ, θεωρείται ένας από τους καλλιτέχνες- σύμβολα για το ρωσικό πολιτισμό του 19ου αιώνα. Οι τεχνικές του είναι πρωτοποριακές, οι πινελιές του αριστοτεχνικές, ενώ οι συνθέσεις του μοναδικές και τολμηρές.

Οι Ιστορικοί Τέχνης θεωρούν πως μονάχα αυτός κατάφερε να απεικονίσει την «εξωπραγματική ομορφιά της θάλασσας» σε όλες τις εκφάνσεις της, την ισχυρή και θανατηφόρα δύναμη της καταιγίδας, την ήρεμη ακινησία μιας γαλήνιας ημέρας, τους εντυπωσιακούς χρωματισμούς της δύσης του ηλίου στη θάλασσα.

 

Βαρτκές Σουρενιάντς (1860-1921)

Πρόκειται για τον πρώτο καλλιτέχνη στην ιστορία των αρμενικών εικαστικών τεχνών που αποτύπωσε στους πίνακές του ιστορικά θέματα. Μάλιστα, τα έργα του «Η Σεμίραμις στο Πτώμα του Αρά του Όμορφου» και «Σαλώμη» θεωρούνται πολύτιμη παρακαταθήκη του αρμενικού πολιτισμού, ενώ ο πίνακας «Ποδοπατημένο Καταφύγιο» θα αποτελεί για πάντα τεκμήριο της βάρβαρης γενοκτονίας που υπέστη ο λαός μας.

 

Έντγκαρ Τσαχίν (1874-1947)

Γεννημένος στη Βιέννη, ο Αρμένιος Έντγκαρ Τσαχίν έγινε δεκτός στην Ακαδημία Ζηλιέν στο Παρίσι, όπου γρήγορα εξελίχθηκε σε σπουδαίο ζωγράφο και χαράκτη. Από νεαρή ακόμη ηλικία, ο καλλιτέχνης απέσπασε αρκετές διακρίσεις, ανάμεσα στις οποίες χρυσά μετάλλια σε διεθνείς εκθέσεις, τόσο στο Παρίσι (1900), όσο και στη Βιέννη (1903).

 

Γερβάντ Κοτσάρ (1899-1979)

Πενήντα χρόνια και πλέον, η πρωτεύουσα της Αρμενίας ταυτίζεται με το - φιλοτεχνημένο από τον Γερβάντ Κοτσάρ - μνημείο του ήρωα της μυθολογίας, Ταβίτ του Σασούν. Άφησε την Τιφλίδα σε ηλικία 22 ετών και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου και συντάραξε τους γάλλους κριτικούς τέχνης με τα μοναδικά σχέδια του. Ο Κοτσάρ μάλιστα, επινόησε και ανέπτυξε το προσωπικό του καλλιτεχνικό ρεύμα, γνωστό ως «Ζωγραφική στο Χώρο». Έπειτα από δεκαπέντε έτη παραμονής στη Γαλλία, ο καλλιτέχνης επέστρεψε στην Αρμενία. Έπειτα, συνέχισε την καλλιτεχνική του πορεία φιλοτεχνώντας έργα που τον κατέταξαν στη «λίστα» με τους πλέον διαχρονικούς εκπροσώπους της αρμενικής τέχνης.

 

Χοβσέπ Πούσμαν (1877-1966)

Ανέλπιστη ήταν η έκπληξη των διοργανωτών της έκθεσης του Πούσμαν, που άνοιξε της πύλες της το 1932 στη Νέα Υόρκη, καθώς μόλις την ημέρα των εγκαινίων πουλήθηκαν και τα δεκαέξι εκθέματα του μέχρι τότε άσημου πενηνταπεντάχρονου καλλιτέχνη. Ο συνδυασμός ανατολίτικων στοιχείων και νεκρής φύσης στα έργα του είναι μοναδικός, ενώ οι πίνακές του εκτίθενται σε πολλά μουσεία της Αμερικής.

 

Αρσίλ Γκόρκι (1904-1948)

Το πραγματικό όνομα αυτού του μεγάλου ζωγράφου, με την τραγική μοίρα που συνήθως συνοδεύει τις διάνοιες, είναι Βοστανίκ Αντογιάν. Ο ίδιος -μαζί με τους Γουίλεμ Ντε Κούνιγκ και Τζάκσον Πόλοκ- θεωρείται ένας από τους στυλοβάτες της μοντέρνας αμερικανικής τέχνης. Αξίζει να σημειωθεί, πως ο Αρσίλ Γκόρκι είναι ο μοναδικός Αρμένιος το όνομα του οποίου βρίσκεται στο βιβλίο «1001 πρόσωπα που διαμόρφωσαν την Αμερική» από το Νάσιοναλ Τζεογκράφικ. Έργα του φιλοξενούνται σε μεγάλα μουσεία, ανάμεσα στα οποία το Μητροπολιτικό μουσείο Τέχνης, το μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.

 

Καρζού (1907-2000)

Ο Καρνίκ Ζουλουμιάν γεννήθηκε στη Συρία αλλά από τα δεκαοκτώ έζησε στο Παρίσι. Ο καλλιτέχνης έπρεπε να περιμένει πολύ μέχρι να αναγνωριστεί το ταλέντο του, καθώς το 1953 έγινε γνωστός χάρη στη σκηνική επιμέλεια της παράστασης «Ζιζέλ» του Τσαϊκόφσκι. Στις δημιουργίες του υπάρχει μια ποιητική διάσταση. Εικονογράφησε βιβλία του Αλμπέρ Καμύ.

 

Μαρντιρός Σαριάν (1880-1972)

Συχνά, όταν οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από την Αρμενία, αναπόφευκτα ανασύρονται από τη μνήμη μας οι ηλιόλουστοι πίνακες του Σαριάν. Γεννήθηκε στο Νέο Ναχιτσεβάν ή στο Ροστόβ Ον Ντον της Ρωσίας, σπούδασε στη Μόσχα, γοητεύτηκε από την Αίγυπτο και την Περσία, αλλά ποτέ δεν σταμάτησε να αναπαριστά στους πίνακές του τη γενέτειρα των προγόνων του, τη γη της Ναϊρί. Ακόμα και στην αριστουργηματική του «Χουρμαδιά»- έργο που εκτίθεται στη γκαλερί Τρετιάκοβ της Μόσχας- η αναπαράσταση της ζεστής ατμόσφαιρας του μεσημεριού καθώς και του φωτός του ήλιου που λούζει τα πάντα, θυμίζει έντονα τα ζεστά και φωτεινά καλοκαίρια του Ερεβάν.

 

Μινάς Αβετισιάν (1928-1975)

Ο Μινάς, όπως αποκαλούσαν τον Αβετισιάν με θέρμη στην Αρμενία, αποτελεί μια ακόμη τραγική φιγούρα στην ιστορία της αρμενικής τέχνης. Το 1972 -χρονιά κατά την οποία χαρακτηρίστηκε ως ο πρωτοπόρος καλλιτέχνης της γενιάς του- το εργαστήριο του παραδόθηκε στις φλόγες και τα περισσότερα έργα του κάηκαν. Μετά την καταστροφή, ο Μινάς συνέχισε να ζωγραφίζει με σθένος, εκλαμβάνοντας την κακή του μοίρα ως πρόκληση. Ωστόσο, τρία χρόνια αργότερα, παρασύρθηκε από ένα αυτοκίνητο αφήνοντας την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο, λίγη ώρα αργότερα. Παρόλο που άφησε μεγάλο κενό, κατάφερε να μας αφήσει ως κληρονομιά σπουδαία έργα.

 

 

Πηγή: armenika.gr

 

Διαβάστε περισσότερα...

Ο μέσος μηνιαίος μισθός στην Αρμενία αυξήθηκε τον Iούλιο του 2011 κατά 6,7% και έφτασε τα 120,836 Dram

Ερεβάν. Ο μέσος μηνιαίος μισθός στην Αρμενία τον Ιούλιο 2011 αυξήθηκε κατά 6,7% από τον Ιούλιο του 2010 στα 120, 836 DRAM, σύμφωνα με τους αριθμούς που δημοσιεύονται σήμερα από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της χώρας.
Ο μέσος μισθός στον δημόσιο τομέα αναφέρθηκε ότι θα αυξήθηκαν κατά 6,2% κατα 98, 334 DRAM.
Τον Ιούλιο η αύξηση από τον Ιούνιο ανήλθε σε 7%. Ο μέσος μηνιαίος μισθός στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκε κατά 6,4% από το 2010 τον Ιούλιο στα 147.083 DRAM.
Σε σύγκριση με τον Ιούνιο η αύξηση ήταν 1,9%. Η μέση μηνιαία αμοιβή, τον Ιούλιο αυξήθηκε κατά 4,1% από τον Ιούνιο. ($ 1 - 366,38 DRAM).

 

Πηγή: armenians.gr

Διαβάστε περισσότερα...

O Talaat Pasha έδωσε το φιλί του θανάτου στον Zohrap

Ο Αρθρογράφος της τουρκικής εφημερίδας Radikal, κ. Oral Calislar έγραψε για τον εξέχοντα Αρμένιο συγγραφέα Grigor Zohrap και τον τραγικό θάνατό του στο άρθρο του με τίτλο "Το φιλί του θανάτου από τον Talaat Pasha."

Ο Zohrap ήταν μέλος του Οθωμανικού Κοινοβουλίου, εξαιρετική προσωπικότητα, εξειδικευμένος συγγραφέας και ένας ταλαντούχος δικηγόρος, ο αρθρογράφος γράφει αναφέροντας τον Zohrap να λέει : "Είμαι σοσιαλιστής, ένας πιστός σοσιαλιστή. Ένας σοσιαλιστής δεν είναι ούτε κομματικός , ούτε τρομοκράτης ... "
Περαιτέρω ο κ. Calislar λέει για το πώς οι Αρμένιοι διανοούμενοι συνελήφθησαν και σκοτώθηκαν μετά το διωγμό τους το βράδυ της 24ης Απριλίου του 1915 στην Κωνσταντινούπολη. Γράφει για το πώς ο Zohrap έκανε έκκληση σε πολλά από τα κορυφαία στελέχη ζητώντας για την απελευθέρωση των αθώων συμπατριωτών του. Ο Zohrap ήταν κοντά σε πολλούς από αυτούς τους κυβερνητικούς υπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένων τον Υπουργό Εσωτερικών Talaat Pasha, και τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου Said Halim Pasha, αλλά όλες οι προσπάθειές του αποδείχθηκαν μάταιες.
Στο άρθρο του, ο κ.Oral Calislar δίνει αποσπάσματα από το βιβλίο του Nesim Ovadya İzrail με τίτλο «1915. Ταξίδι Θανάτου. Grigor Zohrap». Στο βιβλίο περιγράφεται η νύχτα όταν Zohrap συνελήφθη: « Την νύχτα της 2ας Ιουνίου του 1915. Ο Zohrap καθόταν στη λέσχη Cercle d'Orient με τον Talaat Pasha και τον Halil Bey. Ήταν ήδη μεσάνυχτα όταν Zohrap σηκώθηκε για να φύγει από την λέσχη. Ο Talaat Pasha, επίσης, σηκώθηκε, ήρθε κατά πάνω του και τον φίλησε στο μάγουλο ... "
Αναφερόμενος σε αυτό το απόσπασμα, ο συγγραφέας λέει ότι αποδείχθηκε να είναι ένα φιλί του θανάτου, με τον Talaat Pasha να έχει υπογράψει το ένταλμα της σύλληψης για τον Grigor Zohrap και άλλο Αρμένιο MP (Μέλος της Βουλής ) τον Vardges Sarengyulian πριν δύο ημέρες από εκείνη τη νύχτα. Σε εκείνο το βράδυ, ο Zohrap συνελήφθη στο σπίτι του και μαζί με τον Sarengyulian αναγκάστηκε να φύγει και να μην επιστρέψει ποτέ ξανά.
Ο αρθρογράφος αναφέρεται σε αυτό το βιβλίο και λέει πώς ο Zohrap βασανίστηκε και σκοτώθηκε βάναυσα. Το ρολόι και το δαχτυλίδι του κατασχέθηκαν και πωλήθηκαν στην αγορά της Urfa. Ο γιατρός του Δήμου της Urfa έκανε μια έκθεση υποστηρίζοντας ότι δήθεν ο Zohrap είχε πεθάνει από καρδιακή ανεπάρκεια.
Ο συγγραφέας καταδικάζει αυτά τα φρικτά εγκλήματα και τονίζει ότι υπάρχουν 22 όγκοι έργων του Zohrap που δημοσιεύονται και έχουν μεταφραστεί σε 26 γλώσσες, ενώ δεν υπάρχει επαρκής συνειδητοποίηση για τον Zohrap στην Τουρκία.
"Αυτή η 520-σελίδων πολύτιμη μελέτη είναι πολύ σημαντική για εμάς να αντιμετωπίσουμε την πίκρα της ιστορίας μας», κατέληξε ο αρθρογράφος.

 

 

Πηγή: armenians.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Η VivaCell-MTS διάθεσε 20 εκατομμύρια AMD στους 5ους Παναρμενικούς Αγώνες

Εκπληρώνοντας την επιθυμία να ενώσουν τους Αρμένιους με το πνεύμα του αθλητισμού, η κορυφαία εταιρεία κινητής τηλεφωνίας στην Αρμενία χορήγησε 20 000 000 (περί τα 55000 δολλαρια) AMD. Η επιθυμία να συμπράξει στους 5ους Παναρμενικούς Αγώνες, πηγάζει από την αποκάλυψη ότι είναι το επίκεντρο της στρατηγικής της VivaCell-MTS της αθλητικής δραστηριοποίησης και για την ενοποίηση των Αρμενίων αθλητών . Η εταιρεία πιστεύει ότι η εκλαΐκευση του αθλητισμού είναι μια από τις σημαντικές προϋποθέσεις για να εξασφαλίσουν νέες υγιείς γενιές .
Φέτος, στους Παναρμενικούς Αγώνες διεξήχθησαν σε 10 αθλήματα: ποδόσφαιρο, μπάσκετ, βόλεϊ, τένις, συμπεριλαμβανομένου του πινγκ-πονγκ, κολύμβηση, σκάκι, κ.ά. Μαζί με τις ομάδες από διάφορες πόλεις του κόσμου, στους Παναρμενικούς Αγώνες φιλοξενούνται επίσης 100 συμμετέχοντες από Αρτσάχ.
Η φλόγα των αγώνων μεταφέρθηκε στο Ερεβάν πρωτεύουσα όλων των Αρμενίων από το Gandzasar συμβόλιζε τη δύναμη και τη σημασία της εθνικής ενότητας.

 

Πηγή: armenians.gr

Διαβάστε περισσότερα...
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

Δέχομαι

Newsletter