Menu

Μονοπάτια της Ιστορίας Αρτσάχ: Αυτονομία ή Σοβιετοποίηση;

Η ιστορική περιοχή του Αρτσάχ για περισσότερο από έναν αιώνα (από τα τέλη του 18ου έως τις αρχές του 20ου αι.)  ταλανίστηκε με συνεχείς διενέξεις και αιματηρούς πολέμους. Οι παράλογες και άνομες απαιτήσεις των κατακτητών (Τατάρων-Τούρκων), η εσκεμμένη αδιαφορία των διεθνών δυνάμεων και η κωλλυσιεργία τους για ξεκάθαρες αποφάσεις, είχαν ως αποτέλεσμα το Αρτσάχ να αποκοπεί από την Αρμενία και παράλληλα επέβαλλε απαράδεκτες συνθήκες σε πολιτικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό επίπεδο. Περίπου εβδομήντα χρόνια παρέμεινε κάτω από ένα ιδιότυπο καθεστώς «αυτονομίας». (Στην περίοδο την οποία αναφερόμαστε το αρμενικό Αρτσάχ είναι ευρύτερα γνωστό με το όνομα Ναγκόρνο Καραμπάχ. Με την ανεξαρτητοποίηση της Αρμενίας και την απελευθέρωση της περιοχής Λατσίν, αφ’ ενός το Αρτσάχ επανέκτησε την εδαφική της συνέχεια με την Αρμενία, αφ’ ετέρου επισήμως επανέκτησε την αρμενική ονομασία Αρτσάχ. Στο κείμενο που ακολουθεί χρησιμοποιούμε τη σημερινή αρμενική ονομασία.
Απαιτήσεις επί των αρμενικών εδαφών

Η Ρωσική επανάσταση του 1917 έθεσε τέλος στην τσαρική διοίκηση και τη διχοτόμηση του Καυκάσου. Το Μάρτιο του 1917 η Αρμενία, η Γεωργία και οι ηγέτες των μουσουλμάνων του Καυκάσου συμφώνησαν να ιδρύσουν την Ανεξάρτητη Πολυεθνική Υπερκαυκασιανή Συνομοσπονδία, η οποία δεν είχε μεγάλη διάρκεια λόγω των ισχυρών πολιτισμικών -και όχι μόνο- αποκλίσεων μεταξύ των λαών. Παράλληλα η πλήρης αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων είχε ως αποτέλεσμα ολόκληρη η περιοχή να είναι ανυπεράσπιστη στην τουρκική επιθετικότητα.
Στις 27 Μαΐου, οι μουσουλμάνοι εκπρόσωποι υπό την ηγεσία των Musavatist1 , ανακήρυξαν τη Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν. Το νέο τουρκικό κράτος προέβαλε αμέσως αξιώσεις στην Guberniya2  επί του συνόλου των εδαφών της επαρχίας του Ελιζαβετοπόλ3 . Ο πασάς Νουν, διοικητής των οθωμανικών δυνάμεων απαίτησε τελεσιγραφικά από τους Αρμενίους του Αρτσάχ να υποταγούν στο Αζερμπαϊτζάν. Τον Αύγουστο, το συνέδριο Αρμενίων του Αρτσάχ απέρριψε ομόφωνα το τελεσίγραφο.

Τουρκική εισβολή στο Μπακού και το Σουσί

Το Σεπτέμβριο του 1918, οι τουρκικές δυνάμεις εισέβαλαν στο Μπακού από όπου εξαπέλυσαν ανελέητες σφαγές κατά του ειρηνικού αρμενικού πληθυσμού. Έτσι δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες ώστε ο τουρκικός στρατός να προελάσει στην περιοχή της ανατολικής Αρμενίας και να εισέλθει στο Σουσί. Ο επικείμενος πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. Αρωγός στο δοκιμαζόμενο αρμενικό πληθυσμό στάθηκε ο στρατός των αρμενικών εθελοντών ο οποίος οδηγήθηκε υπό τον στρατηγό Αντρανίκ4  και πλησίασε την περιοχή του Αρτσάχ. Ο βρετανός διοικητής Καύκασου στρατηγός Tόμσον, σταμάτησε τον Aντρανίκ, υποσχόμενος να λύσει το πρόβλημα στη διάρκεια της Διάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού. Το καλοκαίρι του 1919 η Βρετανία προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο ώστε να αποτρέψει τις σφαγές. Με αυτήν την κωλυσιεργία χάθηκε πολύτιμος χρόνος με αρνητικά αποτελέσματα για τους Αρμένιους. Το 7ο Συνέδριο Αρμενίων του Αρτσάχ αναγκάστηκε να αναγνωρίσει προσωρινά  την εξουσία του Αζερμπαϊτζάν, αναμένοντας την τελική απόφαση της Διασκέψεως του Παρισιού.

Η καταστροφή του Σουσί
Η Μεγάλη Βρετανία παρά τις υποσχέσεις της, σύντομα άρχισε να αποσύρει τις δυνάμεις της από τον Καύκασο. Η Διάσκεψη του Παρισιού  δεν είχε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα για την αρμενική πλευρά, ενώ η ασάφεια της διατύπωσης των αποφάσεων έδινε στην Τουρκία «λευκή επιταγή», η οποία προχώρησε στην κατάληψη του Αρτσάχ. Κυβερνήτης του Αρτσάχ διορίστηκε ο στρατηγός Σουλτάνωφ, ο οποίος με ένα νέο τελεσίγραφο απαιτούσε από την ηγεσία του Αρτσάχ την άμεση υποταγή και την ένωσή του με το Αζερμπαϊτζάν. Οι Αρμένιοι όπως ήταν φυσικό απέρριψαν το τελεσίγραφο.
Το Μάρτιο του 1920, μετά από σκληρές μάχες και παρά τη σθεναρή αντίσταση των αρμενικών δυνάμεων στο Σουσί, οι τουρκικές δυνάμεις επιβλήθηκαν στην περιοχή. Οι απώλειες των Αρμενίων ανέρχονταν περίπου τις 20.000, ενώ η πόλη είχε παραδοθεί στις φλόγες. Η άφιξη των αρμενικών δυνάμεων διέσωσε τον δοκιμαζόμενο πληθυσμό του Σουσί από την ολοκληρωτική  καταστροφή.
Στις 23 Απριλίου 1920 το 9ο Συνέδριο Αρμενίων του Αρτσάχ διακήρυξε την ένωσή του με την Αρμενία ως αναπόσπαστο τμήμα της.

Η Σοβιετοποίηση της Αρμενίας
Η κατάσταση στην περιοχή άλλαξε καθώς ο ρωσικός Κόκκινος Στρατός προσάρτησε το Αζερμπαϊτζάν στο σοβιετικό πολιτικο-κοινωνικό σύστημα στις 28 Απριλίου 1920.
Η Δημοκρατία της Αρμενίας άρχισε να λαμβάνει τελεσίγραφα και από το σοβιετικό Αζερμπαϊτζάν και από τη Ρωσία για να αποσύρει τα αρμενικά στρατεύματα από το Αρτσάχ και το Ζανκεζούρ. Το Μάιο του 1920 το 11ο τάγμα του Κόκκινου Στρατού προσάρτησε το Αρτσάχ στη Σοβιετική Ένωση. Παρά ταύτα, η περιοχή παρέμεινε ανεξάρτητη ντε φάκτο και το Σοβιέτ κήρυξε την περιοχή «αμφισβητήσιμη».
Εν τω μεταξύ, η Δημοκρατία της Αρμενίας είχε να αντιμετωπίσει αφ’ ενός τα τουρκικά στρατεύματα και αφ’ ετέρου τις μπολσεβικικές επιθέσεις. Έτσι οδηγήθηκε στα πρόθυρα ολοκληρωτικής καταστροφής. Παρά τα πολυάριθμα ψηφίσματα και τις διεθνείς συμφωνίες, όπως η Συνθήκη των Σεβρών, η οποία οριοθετούσε τα σύνορα με την Τουρκία και επέτασσε να επιστραφούν τα αρμενικά εδάφη, η αρμενική κυβέρνηση ήταν εγκλωβισμένη στις δυσμενείς συγκυρίες και δεν μπορούσε να ελπίζει για οποιαδήποτε βοήθεια.
Στις 29 Νοεμβρίου του 1920 η Αρμενία προσχώρησε στην πλευρά των Μπολσεβίκων και ανακηρύχθηκε Αρμενική Σοβιετική Δημοκρατία.
Αναπάντεχα, την επόμενη μέρα η νέα αρμενική κυβέρνηση έλαβε ένα τηλεγράφημα με τις υπογραφές των Narimanov και Guseinov, τους μπολσεβικικούς ηγέτες του Σοβιετικού Αζερμπαϊτζάν, με την επισήμανση «να διαβιβαστεί η απόφαση του Αζερμπαϊτζάν στον αδελφό αρμενικό λαό» και τη δήλωση ότι οι περιοχές Αρτσάχ, Ναχιτσεβάν και Ζανκεζούρ ενσωματώνονται στη νεοσύστατη Αρμενική Σοβιετική Δημοκρατία.

Απόσχιση των περιοχών  Αρτσάχ και Ναχιτσεβάν
Η συνέχεια ήταν τραγική. Η τουρκική και η ρωσική ηγεσία, για δικούς της λόγους η κάθε μια και κάτω από τις γεωπολιτικές συγκυρίες της εποχής, κατακερμάτισαν την Αρμενία.
Το 1921 η Αρμενία είχε βαρύτατες εδαφικές απώλειες. Η Συνθήκη της Μόσχας (Μάρτιος 1921), η Συνθήκη Καρς (Οκτώβριος 1921) και η απόφαση της ολομέλειας του Καυκασιανού Γραφείου του ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος (Ιούλιος-Ιούνιος 1921), απέσχισαν τα ιστορικά εδάφη της Αρμενίας, με αποτέλεσμα να διασπαστεί η εδαφική της ακεραιότητα. Με μια απλή απόφαση το Ναχιτσεβάν και το Αρτσάχ παραχωρήθηκαν αβίαστα ως αυτόνομες περιοχές στη διοίκηση του Σοβιετικού Αζερμπαϊτζάν.

Το καθεστώς της Αυτονομίας
Στις 7 Ιουλίου 1923 το αρμενικό Αρτσάχ έλαβε υπόσταση ως Αυτόνομη Περιοχή Ναγκόρνο-Γαραμπάγ. Ο χάρτης του ιστορικού Αρτσάχ τεμαχίστηκε μεθοδικά. Τα αποκομμένα τμήματα τα οποία προσαρτήθηκαν διοικητικά στη γειτονική δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν, άλλαξαν ονομασία και ορισμένες από αυτές δεν είχαν καμία εδαφική επαφή με την Αρμενική Δημοκρατία. Παραδείγματος χάριν, το Γκιουλιστάν μετονομάστηκε σε περιοχή Σαουμιάν, το Γκετασέν και το Μαρτουνασέν προσαρτήθηκαν στην περιοχή Χανλάρ, ακόμα και το ιστορικό μοναστήρι του Τατεβάνκ επισήμως βρέθηκε εκτός των συνόρων του Αρτσάχ. Επιπροσθέτως, η σοβιετική εξουσία σκόπιμα προσάρτησε και συνέδεσε στο Αζερμπαϊτζάν τις περιοχές Κελμπατζάρ και Λατσίν  και έτσι το Αρτσάχ αποκόπηκε εξ ολοκλήρου από την Αρμενία. Έμοιαζε με ένα “νησί” το οποίο περιβαλλόταν από “ξηρά”.

Η δημιουργία της «Ιστορίας του Αζερμπαϊτζάν»
Στη διάρκεια της σοβιετικής κυριαρχίας επίδεκαετίες, οι Αρμένιοι του Αρτσάχ επανειλημμένα διαμαρτύρονταν κατά της άνανδρης πολιτικής, των διακρίσεων και των διώξεων οι οποίες επιβλήθηκαν κατά των αρμενικών περιοχών.
Ο προγραμματισμένος στόχος της αζερικής κυβέρνησης ήταν να αλλάξει την εθνική δομή του πληθυσμού. Για να επιτύχει το σκοπό της δοκίμασε όλους τους τρόπους και κυρίως εμπόδισε την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής. Σε πολιτισμικό πεδίο ακολούθησε μια επιμελημένη τακτική. Θέσπισε νόμους με τους οποίους εμπόδιζε οποιαδήποτε αρμενική πολιτιστική ή παραδοσιακή έκφραση. Πολλά αρμενικά σχολεία και ιδρύματα έπαψαν να λειτουργούν, ο αρμενικός τύπος (εφημερίδες και περιοδικά) έπαψαν να εκδίδονται. Καμία από τις 200 και πλέον ενεργές αρμενικές εκκλησίες δεν είχε άδεια να λειτουργήσει, ενώ την ίδια στιγμή και τα δύο μουσουλμανικά τεμένη του Σουσί λειτουργούσαν ελεύθερα.
Από το 1936 εμφανίστηκε μια νέα εθνικιστική αντίληψη των Τούρκων ή αλλιώς των Καυκάσιων Τατάρων, όπως ήταν γνωστοί εκείνη την εποχή. Η ιδέα της νέας μετονομασίας τους σε «Αζέρους» και της περιοχής τους συμπεριλαμβανομένης και του παράνομα κατακτημένου Αρτσάχ, σε «Αζερμπαϊτζάν». Η απόφαση αυτή δυστυχώς έγινε αποδεκτή από όλη την Σοβιετική Ένωση. Με εντολή του Στάλιν σοβιετικοί ιστορικοί δημιούργησαν τη «ιστορία του Αζερμπαϊτζάν». Με τον τρόπο αυτό πολλά από τα αρμενικά πολιτιστικά-ιστορικά μνημεία στο Αρτσάχ καταστράφηκαν ή δηλώνονταν, ξεδιάντροπα, ότι ανήκουν στην πολιτιστική κληρονομιά του Αζερμπαϊτζάν.

Διαμαρτυρίες των Αρμενίων
Ο Αγασί Χαντζιάν, ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος Αρμενίας διαμαρτυρόταν επανειλημμένα στον Στάλιν, με αποτέλεσμα  να πέσει νεκρός από το όπλο του Beria. Ακολούθησε εκστρατεία εκκαθαρίσεων με εντολή του Στάλιν, με την οποία καθαιρέθηκαν όλοι οι τοπικοί ηγέτες και τα ενεργά στελέχη του Αρτσάχ. Το 1945, ο Αρουτιούνοφ, γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Αρμενίας με επιστολή του προς τον Στάλιν, ζητούσε την επανένωση του Αρτσάχ με την Αρμενία αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Το επόμενο κύμα των μαζικών διαμαρτυριών ήταν την περίοδο 1965-1967, οι οποίες κατεστάλησαν βίαια από την κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν. Εκατοντάδες ενεργών Αρμενίων συνελήφθησαν ως κήρυκες του Εθνικισμού, μερικοί από τους οποίους φυλακίστηκαν και καταδικάστηκαν εις θάνατον. Παρά τις υποσχέσεις και τις διαβεβαιώσεις εκ μέρους της κυβερνήσεως της Σοβιετικής Ένωσης προς τους Αρμενίους, για δίκαιη διευθέτηση των πεπραγμένων από το Ανώτατο Σοβιέτ, η εξέταση των περιστατικών αναβαλλόταν συνεχώς και επ’ αόριστον.
Το 1975, ο Κοτσινιάν ηγέτης της Σοβιετικής Αρμενίας, καθαιρέθηκε από τη θέση του για τις επίμονες διαμαρτυρίες του, με εντολή του Ανώτατου Σοβιέτ. Παρά ταύτα οι διαμαρτυρίες συνεχίστηκαν και από τον επόμενο αρμένιο ηγέτη Καρίν Ντεμιρτζιάν.

Βιβλιογραφία:Vahan M. Kurkjian, «History of Armenia», Armenian General Benevolent Union of America 1958.
Ιωσήφ Γ. Κασεσιάν «Το Ζήτημα του Καραμπάχ», Αρμενικό Λαϊκό Κίνημα, Αθήνα 1990.

1 To Φεβρουάριο του 1917 η προσωρινή ρωσική κυβέρνηση, όρισε την Επιτροπή της Υπερκαυκασίας, πέντε μέλη της οποίας εκπροσωπούσαν την επιτροπή στη Δούμα. Τον Οκτώβριο η επιτροπή αναδιοργανώθηκε, συγκρότησε αστυνομική υπηρεσία για την περιοχή, στην οποία ενσωμάτωσε αντιπροσώπους των τριών επικρατέστερων πολιτικών κόμματων των χωρών της Υπερκαυκασίας (Tashnak από την Αρμενία, Mensheviks από τη Γεωργία, και Musavatist από το Αζερμπαϊτζάν).
2 Ήταν μια σημαντική διοικητική υποδιαίρεση της αυτοκρατορικής Ρωσίας, η οποία ισοδυναμούσε με μια «ενισχυμένη» επαρχιακή διοίκηση. Η λέξη προέρχεται από την ελληνική «κυβέρνηση».
3 Η περιοχή της Γεωργίας και της Αρμενίας ονομάστηκε Ελιζαβετοπόλ, όταν επιβλήθηκε η ρωσική κυριαρχία με τη συνθήκη Γκιουλιστάν το 1813. Ο βασιλιάς της Περσίας εις ένδειξη των φιλικών αισθημάτων του προς τον αυτοκράτορα της Ρωσίας αναγνώρισε επ’ ονόματι του και επ’ ονόματι των διαδόχων του την κυριαρχία του αυτοκράτορα της Ρωσίας στην περιοχή.
4 Ο Αντρανίκ Οζανιάν (1865-1927) γεννήθηκε στη σημερινή Κερασούντα συνέδεσε το όνομά του με τους αγώνες για την ελευθερία της Αρμενίας από τον οθωμανικό ζυγό. Υπήρξε μέλος του κόμματος της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας Τασνάκ. Συνδέθηκε με το στρατιωτικό διοικητή Σερόπ Αγπιούρ (επιφανής αρμένιος στρατιωτικός οργάνωσε ένα σώμα ανταρτών οι οποίοι αγωνίστηκαν κατά των τούρκων της οθωμανικής αυτοκρατορίας στα τέλη του 1800). Μετά από το θάνατο του Σερόπ (1899) ο Αντρανίκ έγινε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης των αρμενικών δυνάμεων Φενταΐ, των περιοχών Βασπουραγκάν και Σασούν στη δυτική Αρμενία. Όλοι αποδέχθηκαν την ανωτερότητά του σε θέματα στρατηγικής. Ήταν τέτοια η δημοτικότητα του Αντρανίκ ώστε όλοι αναφέρονταν πάντα με το μικρό όνομά του, ακόμα και όταν αργότερα με το βαθμό του στρατηγού υπηρέτησε τον αυτοκρατορικό στρατό της Ρωσίας. Ο Αντρανίκ μετά τις νικηφόρες μάχες στο Μους (1901) και τη δεύτερη αντίσταση του Σασούν (1904), πήγε στην Ευρώπη και δημοσίευσε το βιβλίο «στρατιωτικών οδηγιών του» στη Γενεύη το 1906. Στη Σόφια, ο Αντρανίκ σε συνεννόηση με τους επαναστάτες του Boris Sarafov δεσμεύθηκαν και εργαστήκαν από κοινού για την απελευθέρωση των λαών της Αρμενίας και της Μακεδονίας. Ο Αντρανίκ συμμετείχε στους βαλκανικούς πόλεμους του 1912-1913, ως διοικητής των αρμενικών στρατευμάτων στο εθελοντικό σώμα της Ανδριανουπόλεως.
Στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, συμμετείχε στην εκστρατεία του Καυκάσου ως γενικός διοικητής των αρμενικών εθελοντικών μονάδων του ρωσικού στρατού. Συμμετείχε σε 20 μάχες και διακρίθηκε για το θάρρος και τη στρατηγική την οποία υιοθέτησε κατά των εχθρικών δυνάμεων. Οι ρωσικές αρχές το 1918 διόρισαν τον Αντρανίκ Γενικό Στρατηγό και τον παρασημοφόρησαν έξι φορές για την ανδρεία του.
Υπήρξε αξιωματικός και διοικητής των αρμενικών εθελοντικών μονάδων στην αντίσταση του Βαν (6 Μαΐου 1915). Ανακατέλαβε την πόλη από τις οθωμανικές δυνάμεις και ως διοικητής του τάγματος κατέλαβε την πόλη Μπιτλίς (μάχη Μπιτλίς) η οποία βρισκόταν υπό τον έλεγχο του πασά Χαλίλ. Από το Μάρτιο 1918 έως τον Απρίλιο 1918, ήταν ο κυβερνήτης της δυτικής Αρμενίας (αυτόνομη αρμενική προσωρινή κυβέρνηση των περιοχών γύρω από τη λίμνη Βαν).

 

 

Πηγή: armenika.gr

 


Διαβάστε περισσότερα...

Μονοπάτια της Ιστορίας: Αρτσάχ 1985-1989

Τα κοσμοϊστορικά γεγονότα της πτώσης του υπαρκτού σοσιαλισμού, απασχόλησαν την ανθρωπότητα και επί σειρά ετών πρωταγωνίστησαν στην καθημερινή ειδησιογραφία κατά τη διάρκεια των ετών 1980-1990. Είναι αυτονόητο, ότι οι ανά τον κόσμον Αρμένιοι παρακολουθούσαν με ιδιαίτερη σοβαρότητα και αγωνία την πορεία των εξελίξεων.

Η ανακήρυξη της δεύτερης Αρμενικής Δημοκρατίας (21/09/1991) -η πρώτη ήταν το 1918-1921, αμέσως μετά τη Γενοκτονία του 1915 και τις μάχες οι οποίες ακολούθησαν- αναπτέρωσε το ηθικό των απανταχού Αρμενίων.
Αλλά για μια ακόμα φορά το τίμημα ήταν βαρύ. Ο πόλεμος ο οποίος ξεκίνησε το 1988 στο Ναγκόρνο Καραμπάχ (αρμενικό Αρτσάχ), πέραν του πρόσφατου κύματος πογκρόμ, το οποίο εξαπολύθηκε επί των Αρμενίων εκ μέρους των Αζέρων, κουβαλούσε σωρεία αδικημάτων και προδοσιών του παρελθόντος για τη δικαίωση των οποίων, οι Αρμένιοι αυτή τη φορά ήταν απολύτως αποφασισμένοι.
Αυτό το άρθρο ολοκληρώνει τη σειρά των αφιερωμάτων μας στο Αρτσάχ, μέσα από τα οποία σταθήκαμε στα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα τα οποία καθόρισαν τη σημερινή γεωπολιτική κατάσταση στην Καυκασιανή περιοχή της Αρμενίας και γύρω από αυτήν.

Σημ. Στην περίοδο την οποία αναφερόμαστε το αρμενικό Αρτσάχ είναι ευρύτερα γνωστό με το όνομα Ναγκόρνο Καραμπάχ. Με την ανεξαρτητοποίηση της Αρμενίας η περιοχή επανέκτησε την αρμενική ονομασία Αρτσάχ. Στο κείμενο που ακολουθεί χρησιμοποιούμε την σημερινή αρμενική ονομασία.

Περεστρόικα
Η οικονομική και πολιτιστική δράση των Αζέρων κατά των Αρμενίων του Αρτσάχ κλιμακώθηκε την περίοδο 1986-1987 κάνοντας τη ζωή των κατοίκων αφόρητη.
Οι δηλώσεις του Γκορμπατσόφ για Δημοκρατία στη Σοβιετική επικράτεια εμψύχωσε τους Αρμενίους. Ήδη από τα τέλη του 1987, διοργανώνονταν μαζικές συγκεντρώσεις και συλλαλητήρια εντός και εκτός του Αρτσάχ. Πάνω από 80.000 κάτοικοι του Αρτσάχ  καθημερινά διακήρυσσαν την αντίθεσή τους προς το καθεστώς και απαιτούσαν επανένωση με την Αρμενία. Το Φεβρουάριο του 1988, οι αντιπρόσωποι του Αρτσάχ υπέβαλαν εγγράφως τα αιτήματά τους στη Βουλή του Αζερμπαϊτζάν και της Αρμενίας ταυτόχρονα. Ένα αναπάντεχο κίνημα στήριξης για τα δίκαια αιτήματα των κατοίκων του Αρτσάχ ξέσπασε ταυτόχρονα στην Αρμενία και το Αρτσάχ. Εκδηλώθηκε με γενική απεργία, διαδηλώσεις και πορείες οι οποίες παρέλυσαν  αμφότερες τις περιοχές.
Η Αρμενική Διασπορά σε όλο τον κόσμο ενθουσιωδώς στήριξε με όλες της τις δυνάμεις τις απαιτήσεις του λαού του Αρτσάχ.

Τα Γεγονότα
Παρ’ όλα αυτά ούτε η κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν, αλλά ούτε και η ΕΣΣΔ επί της ουσίας αποδέχονταν την Επανένωση. Η σοβιετική ηγεσία ξεκάθαρα εξεβίαζε την επίσημη αρμενική ηγεσία, λέγοντας ότι το σύνολο του αρμενικού πληθυσμού στο Αζερμπαϊτζάν θα στοχοποιηθεί και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί για το μέλλον τους.
Στις 12 Φεβρουαρίου οργανώθηκε στο Στεπανακέρτ (πρωτεύουσα του Αρτσάχ) μεγάλη διαδήλωση. Την ίδια στιγμή οι 110 αρμένιοι εκπρόσωποι του σοβιετοποιημένου Αρτσάχ συνεδρίασαν, ενώ οι 30 αζέροι εκπρόσωποι απείχαν από τη συνεδρίαση. Το ψήφισμα το οποίο απευθυνόταν στο Ανώτατο Σοβιέτ ενεκρίθη ομόφωνα και ζητούσε την Ένωση της Αυτόνομης Περιοχής του Αρτσάχ με την Αρμενία.
Στο μεταξύ, στο Αρτσάχ άρχισαν να σημειώνονται συγκρούσεις μεταξύ Αρμενίων και Αζέρων, οι οποίες κορυφώθηκαν στις 22 Φεβρουαρίου. Παράλληλα και στην Αρμενία γιγαντωνόταν το κίνημα συμπαράστασης.
Έξι μέρες αργότερα ταραχές ξέσπασαν στην πόλη Σουμγκάιτ -τη βιομηχανική πόλη κοντά στο Μπακού-, στην οποία ζούσαν ειρηνικά μερικές χιλιάδες Αρμενίων.
Οι Αζέροι εξαπόλυσαν άγριες σφαγές κατά των Αρμενίων της περιοχής. Από τις 26-28 Φεβρουαρίου Αζέροι του Σουμγκάιτ μεταμορφωμένοι σε όχλο, με την ανοχή και την αρωγή των ηγετών τους1 , επιχειρούσαν κατά των Αρμενίων πυρπολώντας τα σπίτια τους και εξαναγκάζοντάς τους σε εξοντωτικούς διωγμούς. Οι σοβιετικές δυνάμεις καταστολής έφθασαν την τέταρτη μέρα.
Η σφαγή του Σουμγκάιτ δεν ανέκοψε την αγωνιστική διάθεση των Αρμενίων. Στις 8 Μαρτίου, ημέρα της γυναίκας, σχεδόν 1.000.000 Αρμένιοι τίμησαν τα θύματα του Σουμγκάιτ στο Τζιτζερναγκαπέρτ (το μνημείο της Γενοκτονίας στο Ερεβάν) και ταυτόχρονα η Αρμενία δεχόταν τα κύματα των προσφύγων του Σουμγκάιτ. Οι Αζέροι από την πλευρά τους δεν δέχονταν επ’ ουδενί, να επιστρέψουν οι αρμένιοι πρόσφυγες στις εστίες τους.
Ακολούθησαν εκκλήσεις και διαμαρτυρίες εκ μέρους των Αρμενίων προς το Ανώτατο Σοβιέτ, για να τηρηθεί η «Γκλάσνοστ και η Περεστρόικα», την οποία είχε διακηρύξει ο Γκορμπατσόφ. Αρωγοί στην προσπάθεια αυτή στάθηκαν η θρησκευτική και η πνευματική ηγεσία της Αρμενίας. Ο Καθολικός Πασών των Αρμενίων Βασκέν Α’ με επιστολή του προς το Ανώτατο Σοβιέτ και η ποιήτρια Σύλβα Γκαμπουντικιάν με ένα μανιφέστο «Ανοικτή Επιστολή» απευθύνονταν σε τρεις σοβιετικούς διανοούμενους, οι οποίοι είχαν εκφράσει την ανησυχία τους για τα γεγονότα2 , διαμαρτυρόμενοι για τα τεκταινόμενα.
Στις 24 Απριλίου 1988 μια πρωτοφανής πορεία πλέον των 800.000 ατόμων στο Ερεβάν όδευε προς το μνημείο της Γενοκτονίας με πανώ, τα οποία έφεραν τις χρονολογίες «1915-1937-1988», συνδέοντας τις χρονολογίες των Σφαγών του 1915, των Σταλινικών εκκαθαρίσεων και τη Σφαγή του Σουμγκάιτ.
Την ίδια μέρα για πρώτη φορά μετά το 1921 η επέτειος της Γενοκτονίας των Αρμε-νίων του 1915, τιμήθηκε και στο Αρτσάχ.

Μονομερής απόφαση του Σοβιετικού Αρτσάχ
Ο Ιούλιος ήταν μήνας εξελίξεων για το Αρτσάχ. Στις 5 Ιουλίου (ημέρα παρέμβασης του Στάλιν υπέρ των Αζέρων το 1921), αρμένιοι διαδηλωτές κατέλαβαν το αεροδρόμιο του Ερεβάν. Οι σοβιετικές δυνάμεις παρενέβησαν με ιδιαίτερη σκληρότητα και απαγόρευσαν τις ανοικτές συγκεντρώσεις στο Ερεβάν. Η πλατεία μπροστά στην Όπερα, η οποία σε όλη την προηγούμενη περίοδο ήταν ο χώρος στον οποίο εκφραζόταν και διαδήλωνε ο αρμενικός λαός, κατελήφθη από στρατεύματα.
Οι σοβιετικές αρχές για να κατευνάσουν τα πνεύματα ανήγγειλαν, ότι την τήρηση της τάξεως θα αναλάμβανε η τοπική εθνοφυλακή και ότι οι υπεύθυνοι της σφαγής του Σουμγκάιτ, θα μεταφέρονταν στη Μόσχα για να δικαστούν.
Εν τω μεταξύ οι κινητοποιήσεις των Αρμένιων της διασποράς είχαν ευτυχή κατάληξη. Στις 7 Ιουλίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε παμψηφεί, με δύο αποχές, ψήφισμα με το οποίο:     
- Καταδίκαζε τις βιαιότητες και τις πιέσεις των Αζέρων εις βάρος των Αρμενίων.
- Εξέφραζε την συμπαράστασή του ως προς την επιθυμία των Αρμενίων του Αρτσάχ να επιστρέψουν στους κόλπους της Σοβιετικής Αρμενίας.
- Εξέφραζε την επιθυμία, το Ανώτατο Σοβιέτ να μελετήσει της συμβιβαστικές προτάσεις της αρμενικής πλευράς, ώστε το Αρτσάχ υπό την διακυβέρνηση της Μόσχας να ενταχθεί προσωρινά στην Ομόσπονδη Δημοκρατία της Ρωσίας ή να τεθεί προσωρινά υπό τη διακυβέρνηση μιας Περιφερειακής Επαρχιακής Διοίκησης.
- Εξέφραζε την ελπίδα οι Σοβιετικές Αρχές να διασφαλίσουν τους χιλιάδες των Αρμενίων του Αζερμπαϊτζάν και τέλος
- Εξουσιοδοτούσε τον Πρόεδρο του Ε.Κ. να διαβιβάσει το ψήφισμα στο Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών της Κοινότητας και στη Σοβιετική Κυβέρνηση.

Οι εξελίξεις
Στις 12 Ιουνίου το Σοβιέτ των αντιπροσώπων της Αυτόνομης Περιοχής του Αρτσάχ συνεδρίασε και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, το πρόβλημα μπορεί να λυθεί μόνο με την  απόσχιση του Ορεινού Αρτσάχ από την ΕΣΣΔ του Αζερμπαϊτζάν.
Έτσι, αποφάσισε μονομερώς την Ένωση του Αρτσάχ με την Αρμενία, καταγγέλλοντας την αυθαιρεσία του Στάλιν το 1921 και την «ενσυνείδητη και μελετημένη» αντιαρμενική πολιτική του Αζερμπαϊτζάν στο Αρτσάχ.
Η ενέργεια αυτή ήταν πρωτοφανής για τα δεδομένα της πρακτικής της ΕΣΣΔ. Ο ηγέτης της Ουκρανίας εξέφρασε την απορία του και ήταν αδύνατον να κατανοήσει πως ήταν δυνατόν οι μηχανισμοί του συστήματος να δικαιολογούσαν μια τέτοια πράξη. Η καταδίκη του εγχειρήματος υπήρξε ακαριαία τόσο από την πλευρά των Αζέρων, όσο και από τις αρχές της ΕΣΣΔ της Μόσχας.    
Στις 18 Ιουλίου στη σύνοδο του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, ο πρώτος γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος του Αρτσάχ ανέπτυξε τις θέσεις των Αρμενίων του Αρτσάχ.
Στην ομιλία του ο Μ. Γκορμπατσόφ υπέδειξε τους εχθρούς της περεστρόικα, ως υπεύθυνους για την ένταση στην περιοχή και απέφυγε να τοποθετηθεί ξεκάθαρα. Κάλεσε την πλευρά της Αρμενίας και του Αρτσάχ να καταθέσουν τις θέσεις τους, οι οποίοι δυστυχώς δεν τήρησαν την ίδια στάση απέναντι στο πρόβλημα.
Το Αζερμπαϊτζάν από την πλευρά του, απέρριψε την επανένταξη της αυτόνομης περιοχής στην Αρμενία, θέτοντας ζήτημα συνόρων. Το προεδρείο του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, επικαλούμενη το άρθρο 78 του Συντάγματος, αποφάνθηκε ότι η έκταση μιας δημοκρατίας δεν μπορεί να αλλάξει χωρίς τη συγκατάθεση και των δύο μερών.
Η απόφαση απογοήτευσε την αρμενική πλευρά, οι οποίοι όμως ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν να επιζητούν ριζική αλλαγή του καθεστώτος στο Αρτσάχ. Οι διαδηλώσεις στο Ερεβάν γιγαντώνονταν καθημερινά και απαιτούσαν να γίνει δημοψήφισμα, ώστε να αποφασίσει ο ίδιος ο λαός του Αρτσάχ για την τύχη του.
Στις 28 Ιουλίου η Γερουσία των Η.Π.Α. ενέκρινε ψήφισμα του Γερουσιαστή της Αριζόνα Τζων Μακ Κέιν, με το οποίο εξέφραζε την υποστήριξη της Γερουσίας προς τα ανθρώπινα δικαιώματα του λαού της Σοβιετικής Αρμενίας και του Αρτσάχ.
Το Νοέμβριο η κρίση κορυφώθηκε. Στο Στεπανακέρτ εγκαταστάθηκε μια ειδική επιτροπή για να κατευνάσει τα πνεύματα. Παρά ταύτα η κατάσταση δεν ηρεμούσε.
Η αναποτελεσματική στάση της Μόσχας αφ’ ενός και η δίκη των υπευθύνων της σφαγής του Σουμγκάιτ αφ’ ετέρου, πυροδότησαν έκρυθμες καταστάσεις. Οι Αζέροι διαδήλωναν ηρωοποιώντας τους υπόδικους και εξαπέλυσαν κύμα επιθέσεων κατά των Αρμενίων στο Μπακού, στο Κιροβαμπάτ και το Ναχιτσεβάν. Απομόνωσαν το Αρτσάχ από την Αρμενία και επέβαλαν εμπάργκο. Έτσι όλη η περιοχή αποκόπηκε από τον υπόλοιπο κόσμο και ο αρμενικός πληθυσμός ήταν στα όρια της λιμοκτονίας.
Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν βρίσκονταν στα πρόθυρα του πολέμου, όταν το Δεκέμβριο του 1988 ισχυρότατος σεισμός έπληξε τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Αρμενίας, Λενιναγκάν, σημερινό Γκιουμρί. Τρεις μέρες μετά το σεισμό η αστυνομία εισέβαλε στα γραφεία της Ένωσης Συγγραφέων και συνέλαβε 6 από τα 11 μέλη της επιτροπής Αρτσάχ, τα οποία μεταφέρθηκαν στη Μόσχα, διότι (όπως ανέφερε η Γαλλική Λιμπερασιόν), δεν βρέθηκε αρμένιος εισαγγελέας να απαγγείλει κατηγορία.

Η Ειδική Επιτροπή του Αρτσάχ
Την σύλληψη των μελών ακολούθησε ο διορισμός εκ μέρους του Ανώτατου Σοβιέτ, μιας Επιτροπής Ειδικής Διακυβέρνησης στην Αυτόνομη Περιοχή του Αρτσάχ, ελπίζοντας ότι θα γίνουν παραχωρήσεις από την αρμενική πλευρά. Η επιτροπή θα υπαγόταν άμεσα στα ανώτατα κρατικά και κυβερνητικά όργανα της ΕΣΣΔ. Παράλληλα το ραδιόφωνο, η τηλεόραση τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και ο τύπος θα εξακολουθούσαν να λειτουργούν υπό την άμεση επίβλεψη της Επιτροπής.
Κύριο μέλημα της Επιτροπής έπρεπε να είναι ο συμβιβασμός των δύο μερών. Όμως αυτό το εγχείρημα συνάντησε τη σθεναρή αντίσταση του Αζερμπαϊτζάν το οποίο δεν εννοούσε να αποποιηθεί των κεκτημένων της επί του Αρτσάχ και οι Αρμένιοι δεν ανέχονταν την αζερική «κατοχή». Την άνοιξη του 1989 κηρύχθηκε γενική απεργία στο Αρτσάχ με αίτημα τη διάλυση της Επιτροπής και την επαναφορά του προηγούμενου καθεστώτος του Τοπικού Σοβιέτ, διότι οι Αρμένιοι διαπίστωσαν ότι η επιτροπή ενίσχυε τα αζερικά χωριά με το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού της προϋπολογισμού.
Τότε ο Γκορμπατόφ έκανε κάποιες αόριστες νύξεις περί Αυτόνομης ΣΣΔ του Αρτσάχ και υιοθέτησε νόμο βάσει του οποίου, όσοι προκαλούν ταραχές θα τι-μωρούνται με 10ετή φυλάκιση. Το Μάρτιο του 1989, ανακοινώθηκε ότι 40.000 αρμένιοι πρόσφυγες είχαν επιστρέψει στο Αζερμπαϊτζάν, αλλά η κατάσταση επανήλθε στη γνώριμη οξύτητα.  
Το εθνικό κίνημα των Αρμενίων και των Αζέρων άρχισε να παίρνει σαφή και συγκεκριμένη μορφή, η οποία καθόρισε τις μετέπειτα γνωστές εξελίξεις.

Σήμερα, το Αρτσάχ είναι de facto ανεξάρτητο κράτος, στενά συνδεδεμένη με τη Δημοκρατία της Αρμενίας με την οποία χρησιμοποιεί το ίδιο νόμισμα, το ντραμ. Η γενικότερη πολιτική κατάσταση είναι συγκεχυμένη -δεν είναι ειρηνική, αλλά ούτε πολεμική-, παρά το γεγονός ότι κατά καιρούς υπάρχουν προκλήσεις από την αζερική πλευρά. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται σε διπλωματικό επίπεδο με την πλευρά του Αζερμπαϊτζάν να επιμένει στην αρχή της «εδαφικής ακεραιότητας» και την αρμενική να διεκδικεί την αυτοδιάθεση του αρμενικού πληθυσμού της περιοχής, η οποία νόμιμα βρίσκεται στα πατρογονικά του εδάφη.

 

Βιβλιογραφία
Vahan M. Kurkjian, «History of Armenia», Armenian General Benevolent Union of America 1958.
Ιωσήφ Γ. Κασεσιάν «Το Ζήτημα του Καραμπάχ», Αρμενικό Λαϊκό Κίνημα, Αθήνα 1990.

1 Η συνενοχή των αρχών του Αζερμπαϊτζάν αποδείχθηκε στη δίκη των τριών υπευθύνων αξιωματούχων, η οποία διεξήχθη στο Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της ΕΣΣΔ στη Μόσχα τον Οκτώβριο του 1988.
2 Βλ. μέρος της επιστολής στο περιοδικό Αρμενικά τεύχος 48.

 

 

Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Αύρα του 19ου αιώνα στο Γκιουμρί

Οι επισκέπτες της αρμενικής πόλεως Γκιουμρί την πλουσιότερη και την ομορφότερη της Υπερκαυκασίας μετά την Τιφλίδα, με την προγενέστερη ονομασία του 19ου αι. Αλεξανδροπόλ, ταξιδεύουν πίσω στον χρόνο στην εποχή των Τσάρων, καθώς απαραιτήτως θα επισπευθούν τα δύο σημαντικά μουσεία της, Τζιτογτσιάν και Μερκούρωφ. Πληροφορίες για τα μουσεία αυτά τα αντλήσαμε από την εφημερίδα “Armenian Reporter” και συγκεκριμένα από το άρθρο του δημοσιογράφου Τατούλ Αγκοπιάν, ο οποίος συνομίλησε στο μουσείο Τζιτογτσιάν με την Καρίν Μκρντιτσιάν και στο μουσείο Μερκούρωφ με το διευθυντή Αρσάκ Μανουκιάν.
Βρίσκεται στην επαρχία του Σιράκ της Αρμενίας. Οι σεισμοί  της 22ας  Οκτωβρίου του 1926 και της 7ης Δεκεμβρίου του 1988 κατέστρεψαν τα περισσότερα κτήρια της πόλης με αποτέλεσμα να χαθούν περίπου 750 και 17.500 ζωές αντίστοιχα. Όμως ως εκ θαύματος γλύτωσαν τα κτήρια της τσαρικής περιόδου, από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα  και  τη δεκαετία του 1920, λες και ο ίδιος ο Θεός θέλησε να μείνουν ανέγγιχτα ώστε να θυμίζουν την παλιά μεγαλοπρέπεια και τη δόξα της πόλης, να ομορφαίνουν το πρόσφατο παρελθόν της, τη στιγμή κατά την οποία το σύνολο του Γκιουμρί ήταν εντελώς κατεστραμμένο και οι κάτοικοί του μετρούσαν τις πληγές τους.
Ένας περίπατος στους κεντρικούς δρόμους του Γκιουμρί, πραγματικά μαγεύει τον επισκέπτη με την αρχιτεκτονική της, νοιώθει την αύρα του 19ου αιώνα την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα και υπογραμμίζει την αίγλη του λαμπρού παρελθόντος της.
Στις αρχές του 19ου αιώνα, ήταν ένα απλό χωριό ονομαζόταν Κουμαϊρί και σχεδόν μέσα σε μια δεκαετία, αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους σιδηροδρομικούς κόμβους ολόκληρου του Καύκασου. Γνωστή με το όνομα Αλεξαντροπόλ, ήταν η δεύτερη πλουσιότερη, ομορφότερη και ελκυστικότερη πόλη μετά την Τιφλίδα.
Το 1837 ο ρώσος τσάρος Νικόλαος όταν επεσκέφθη το Κουμαϊρί την μετονόμασε «Αλεξαντροπόλ» προς τιμήν της συζύγου του, Αλεξάνδρα Φιοντόροβνα. Τρία χρόνια αργότερα το 1840 η Αλεξανδρούπολη  δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τις σύγχρονες πόλεις της εποχής της.
Όμως είναι αδύνατον να γνωρίσουμε τη ιστορία του σημερινού Γκιουμρί και να αφουγκραστούμε την ανάσα της παλαιάς Αλεξαντροπόλ, καθώς οι διαθέσιμοι τόμοι των ιστορικών και εθνογραφικών βιβλίων δεν είναι επαρκείς να μας κατατοπίσουν. Αυτό θα το επιτύχουμε με μια επίσκεψη στο μουσείο των Τζιτογτσιάν, το όποιο βρίσκεται στο κέντρο της πόλης του παλαιού Κουμαϊρί.
Ο δημοσιογράφος των Αrmenian Reporters Τατούλ Αγκοπιάν αναφέρει: «Η πόλη Γκιουμρί έχει από μόνη της πλούσιο μουσειακό χαρακτήρα. Αν και προσπαθώ να αποφύγω τη φιλόδοξη έκφραση «ανοιχτό μουσείο», για οποιοδήποτε αξιοθέατο ανεξάρτητα σε ποια χώρα βρίσκεται η πόλη, παρά ταύτα δεν μπορώ να την αποφύγω όταν αναφέρομαι στην κεντρική περιοχή του Γκιουμρί».
Απαρτίζεται από αξιοθαύμαστες κατοικίες κλασικιστικής αρχιτεκτονικής 100 έως 150 ετών και διάφορα άλλα κτήρια κατασκευασμένα από μαύρη πέτρα και σε πολλές περιπτώσεις στις αποχρώσεις μαύρου και κίτρινου, επίσης υπάρχουν πολλές εκκλησίες με τη χαρακτηριστική αρμενική αρχιτεκτονική και αρκετά μουσεία.
Στο κέντρο της πόλης, στην οδό Βαρ-μπετάτζ σώζονται  τα  σπίτια των  αρμενίων συγγραφέων Αβεντίκ Ισαακιάν και Οβαννές Σιράζ, καθώς και του αγαπημένου των απανταχού της γης Αρμενίων ηθοποιού Μχερ Μκρντιτσιάν. Αυτά τα τρία σπίτια έχουν μετατραπεί σε μουσεία με την προσφιλή στους Αρμενίους ονομασία «ντουν τανκαράν δηλ. σπίτι μουσείο». Αξιοσημείωτο είναι το Μουσείο Τέχνης των αδελφών Ασλαμαζιάν  το οποίο βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τα προηγούμενα τρία.
Ωστόσο το δημοφιλέστερο όλων, το οποίο επισκέπτονται ανελλιπώς όλοι οι ομογενείς και οι τουρίστες που καταφθάνουν στο  Γκιουμρί, είναι τα μουσεία των Τζιτογτσιάν και του γλύπτη Μερκούρωφ.

Το μουσείο των Τζιτογτσιάν


Ή αλλιώς Μουσείο Εθνικής Αρχιτεκτονικής και Αστικής Ζωής του Γκιουμρί, κατασκευάστηκε το 1872. Το οίκημα στο οποίο στεγάζεται σήμερα το μουσείο, ανήκε σ’ έναν από τους επιφανέστερους ανθρώπους του Γκιουμρί, τον Μπεντρός Τζιτογτσιάν.
Καλύπτει αρκετούς τομείς του ιδιωτικού βίου της εποχής και ο επισκέπτης μπορεί να σχηματίσει μια ξεκάθαρη εικόνα του τρόπου διαβίωσης των επιφανών αστών Αρμενίων της πόλης πριν από 150 χρόνια. Στα καλοδιατηρημένα δωμάτια η οικοσκευή των ιδιοκτητών, η οποία αποτελεί μέρος των εκθεμάτων του μουσείου, συντηρείται σε άψογη κατάσταση και αποτυπώνει τη χάρη, την καλαισθησία, τις προτιμήσεις και τα ενδιαφέροντα των ιδιοκτητών. Μεταξύ άλλων διακρίνουμε το πιάνο και ένα ρολόι τα οποία είχαν παραγγελθεί στην Αυστρία πριν από 130 χρόνια, πίνακες διάσημων ιταλών ζωγράφων, αλλά και έπιπλα από τη Ρωσία και την υπόλοιπη Ευρώπη.
Η Αλεξανδρούπολη ήταν πράγματι η πόλη των τεχνών και της καλλιτεχνίας. Η διάσημη όπερα «Ανούς» του Αρμέν Τικρανιάν, ανέβηκε για πρώτη φορά στη θεατρική σκηνή της Αλεξαντροπόλ. Τα μουσικά όργανα τα οποία συνόδευσαν την παράσταση η γκάιντα, το κεμαντσά, το σβι (είδος φλογέρας), το ντουντούκ και το ταρ βρίσκονται στο μουσείο σε άψογη κατάσταση. Οι διάσημοι Αρμένιοι ασούγ (τροβαδούροι) της εποχής Τζιβανί και Σεράμ, τραγουδούσαν στην Αλεξανδρούπολη.
Στην πόλη άκμασαν όλες οι τέχνες, διέπρεψαν κοσμηματοποιοί και αργυροχόοι αλλά και σιδηρουργοί, υποδηματοποιοί και πολλές άλλες τέχνες γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση στην πόλη αυτή.
Στην Αλεξαντροπόλ υπήρχαν δυο εργοστάσια μπύρας, το ένα άνηκε στην οικογένεια Τζατζικιάν και είχε ιδρυθεί το 1881 και το δεύτερο, το οποίο δραστηριοποιήθηκε λίγο αργότερα, άνηκε στον Μκρντίτς Τζιτογτσιάν αδελφό του Μπεντρός Τζιτογτσιάν, ο οποίος έστειλε το γιο του στο Μόναχο για να εντρυφήσει στα μυστικά της  ζυθοποιΐας.
Η παραγωγή της μπύρας της Αλεξαντροπόλ, είχε ζήτηση όχι μόνο στο εσωτερικό της αρμενικής επικράτειας αλλά και εκτός συνόρων στην ευρύτερη περιοχή του Καύκασου.
Μέσα στο μουσείο ο επισκέπτης πράγματι έχει την αίσθηση του 19ου αιώνα, εποχή κατά την οποία η Ανατολική Αρμενία αποτελούσε τμήμα της Τσαρικής Ρωσίας και η Αλεξαντροπόλ ήταν η πλουσιότερη και σημαντικότερη αρμενική πόλη. Ακολουθούσαν το Ερεβάν, το Νέο Μπαγιαζίτ (η σημερινή Γκαβάρ), το Γκορίς, το Σουσί και τέλος το Καρς.
Τη δεκαετία του 1920 οι Τζιτογτσιάν εγκατέλειψαν το σπίτι και την πόλη τους και μετακόμισαν στην Κριμαία και από εκεί στη Γαλλία. Δεν υπάρχουν περισσότερες λεπτομέρειες για την οικογένεια και τους απογόνους της. Το 1984 το σπίτι μετετράπη σε μουσείο.

Το μουσείο του Σεργκέι Μερκούρωφ


Βρίσκεται δίπλα  στο μουσείο Τζιτογτσιάν. Ο  διευθυντής Αρσάκ  Μανουκιάν ομολογεί ότι οι δημιουργίες του Σεργκέι Μερκούρωφ είναι πρωτοφανείς και συνέβαλλαν στην εξέλιξη του ύφους της αρμενικής γλυπτικής. Ο γλύπτης σύνδεσε το όνομά του με τις  μνημειακές μαρμάρινες απεικονίσεις των προσωπικοτήτων της προ-επαναστατικής Ρωσίας.
Ο ελληνικής καταγωγής Σεργκέι Μερκούρωφ συνήθιζε να λέει: «Είμαι Ελληνο-Γκιουμρετσί (δηλ. κάτοικος του Γκιουμρί ελληνικής καταγωγής) ή «Είμαι Ελληνο-αρμένιος Γκιουμρετσί». Μετά από αρκετές δεκαετίες, αφού είχε μετοικήσει πλέον από την Αλεξαντροπόλ, όχι μόνο δεν ξέχασε την αρμενική γλώσσα η οποία γι’ αυτόν ήταν μητρική γλώσσα, αντιθέτως μιλούσε και αστειευόταν στην ιδιόμορφη διάλεκτο του Γκιουμρί ως γνήσιος Γιουμρετσί.
Το πραγματικό όνομα της οικογένειας Μερκούρωφ ήταν Μερκουρίδης. Μετακόμισαν στην Αλεξαντροπόλ στα μέσα του 19ου αιώνα, μαζί με άλλες 100 οικογένειες Ελλήνων και ήταν μια από τις πλουσιότερες οικογένειες της πόλης. Ο παππούς του ήταν έμπορος και διατηρούσε καταστήματα στις πόλεις Καρς, Τιφλίδα και Μπακού, ενώ στην Αλεξαντροπόλ είχε ιδιόκτητα λουτρά.
Ο γλύπτης Σεργκέι Μερκούρωφ έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην Αλεξαντροπόλ και έζησε εκεί μέχρι την ηλικία των 15 ετών. Μετακόμισε στην Τιφλίδα όπου έλαβε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και στη συνέχεια γράφτηκε στην πολυτεχνική σχολή του Κιέβου, την οποία εγκατέλειψε μετά από ένα πολιτικό σκάνδαλο. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ελβετία, υπήρξε μαθητής του Άντολφ Μάγιερ. Από το 1902-1905 συνέχισε τις σπουδές του στο ινστιτούτο τέχνης της Γερμανίας και από εκεί εισήχθη στο στούντιο Auguste Rodin στο Παρίσι. Παράλληλα σπούδασε φιλοσοφία και εκτός της Αρμενικής  μιλούσε άπταιστα αγγλικά, ρωσικά, γερμανικά και γαλλικά.
Ο Μερκούρωφ διέπρεψε ως γλυπτής και κατασκευαστής μνημείων. Τα μνημειώδη γλυπτά του διακοσμούσαν δημόσιους χώρους και πλατείες. Όταν ανοίξαμε αυτό το μουσείο είχαμε προβληματιστεί αν πρέπει να μετακινήσουμε μερικά από τα γλυπτά του στον κλειστό χώρο του μουσείου, λέει ο Αρσάκ Μανουκιάν.
Ο επιφανής καλλιτέχνης είναι επίσης διάσημος για τις επιθανάτιες μάσκες, τις οποίες άρχισε να κατασκεύαζει στην προ-σοβιετική αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου.
Την πρώτη του επιθανάτια μάσκα την κατασκεύασε το 1907 όταν εκοιμήθη ο Καθολικός πασών των Αρμενίων Χριμιάν Χαϊρίγκ. Οι πρεσβύτεροι κληρικοί προσκάλεσαν τον Μερκούρωφ από την Ευρώπη και του εμπιστεύτηκαν την κατασκευή της επιθανάτιας μάσκας του Προκαθημένου της Αρμενικής Εκκλησίας.
Στη συνέχεια ο γλυπτής και παγκοσμίου φήμης κατασκευαστής μνημείων, άρχισε να ασχολείται με αυτό το είδος. Είχε λάβει προσκλήσεις  για να απαθανατίσει τις πρώτες στιγμές του θανάτου πολλών διασήμων προσωπικοτήτων, μεταξύ των οποίων ήταν οι συγγραφείς Λέων Τολστόι, Οβαννές Τουμανιάν, ο μουσικοσυνθέτης Νικολάι Σκιαρίμπιν, πολιτικές προσωπικότητες όπως ο Βλαντιμίρ  Λένιν και ο Γκεόργκι  Πλεκάνοφ κλπ. Συνολικά κατασκεύασε 70 επιθανάτιες μάσκες, από τις οποίες οι 56 εκτίθενται στο μουσείο Μερκούρωφ. Το μεγαλύτερο παγκόσμιο μουσείο με παρεμφερές περιεχόμενο είναι  το μουσείο Γκαίτε στο Ντίσελντορφ το οποίο εκθέτει περίπου 300 επιθανάτιες  μάσκες.
Ο Μερκούρωφ ήταν προσωπικός φίλος του Λένιν και μετά το θάνατό του κατασκεύασε περίπου δώδεκα τεράστια αγάλματα του σοβιετικού ηγεμόνα, τα οποία τοποθετήθηκαν σε πολλές πόλεις, σε όλη την επικράτεια της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης. Υπήρξε  δημιουργός των αγαλμάτων και πολλών άλλων επιφανών προσωπικοτήτων της πολιτικής και των τεχνών παγκοσμίως όπως οι Τολστόι, Πούσκιν, Ντοστογιέφσκι, Μαρξ , καθώς και των Ένγκελς, Σαχουμιάν και Στάλιν, συνολικά κατασκεύασε 190 αγάλματα. Στη διάρκεια των ετών κατά την οποία έζησε και δημιούργησε στη Μόσχα, συντήρησε το άγαλμα της βασίλισσας Αικατερίνης Β΄ το οποίο έστειλε στο Ερεβάν. Το 2006, το άγαλμα επέστρεψε στη Ρωσία μετά από αίτημα του δημάρχου της Μόσχας, Γιούρι Λουτζκόφ.
Πριν από το θάνατό του ο Σεργκέι Μερκούρωφ κληροδότησε το σπίτι του στην πόλη του Γκιουμρί, με την προϋπόθεση να υπηρετήσει τις τέχνες.
Συμφώνα με την επιθυμία του, το σπίτι στο οποίο έζησε για δεκαπέντε χρόνια, σήμερα στεγάζει το ομώνυμο μουσείο του Γκιουμρί. Ο γιος του διάσημου καλλιτέχνη Γκεόργκι Μερκούρωφ δώρισε όλα τα γλυπτά και τα εργαλεία του εργαστηρίου του, το οποίο διατηρούσε στη Μόσχα, στο μουσείο, μας αποκαλύπτει ο Αρσάκ Μανουκιάν. Όμως αντιμετωπίσαμε αρκετά προβλήματα ώσπου να εκπληρώσουμε την επιθυμία του δωρητή, συνεχίζει ο διευθυντής του μουσείου, καθώς την περίοδο της σοβιετικής επιρροής το οίκημα στέγαζε 25 οικογένειες και μόλις το 1978 κατορθώσαμε να το απελευθερώσουμε και να αρχίσουμε τις απαραίτητες εργασίες ώστε να λειτουργήσει ως μουσείο, τα επίσημα  εγκαίνια του οποίου έγιναν το 1984.

Μετά το σεισμό του 1988, στο μουσείο στεγάστηκαν άστεγοι και το 2003 επαναλειτούργησε ως μουσείο αφού ανακαινίστηκε με χρηματοδότηση του Ιδρύματος  Λίνσυ.
Πηγή: armenika.gr

 

Διαβάστε περισσότερα...

«Ιστορία των Αρμενο-Ελληνικών Στρατιωτικών Σχέσεων και Συνεργασίας»

«Ελληνοαρμενική Φιλία», «Αδελφικοί Δεσμοί», «Λαοί με κοινή ιστορική πορεία», «Βίοι παράλληλοι», είναι κάποιες φράσεις οι οποίες χρησιμοποιούνται αναλόγως, τόσο από απλούς-καθημερινούς ανθρώπους όσο και από πνευματικούς, καλλιτεχνικούς, πολιτικούς, επιστημονικούς εκπροσώπους όταν αναφέρονται στις σχέσεις των Αρμενίων και των Ελλήνων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν σε όλα τα επίπεδα στο διάβα των αιώνων και εξακολουθούν να υφίστανται.

Δύο δημοκρατικά έθνη τα οποία συναντήθηκαν, γνωρίσθηκαν, συμπορεύθηκαν, συμφώνησαν ή διαφώνησαν, κάποιες φορές βρέθηκαν αντιμέτωπα εξ΄ετείας τρίτων, όλα αυτά όμως με σεβασμό στις αρχές της ιστορίας και των παραδόσεών τους.

Θέλοντας να τονίσει αυτές τις αξίες των δύο λαών ο Συνταγματάρχης Σαμβέλ Ραμαζιάν(*) παραδίδει στους έλληνες και αρμενίους αναγνώστες ένα ιδιαίτερο βιβλίο με τίτλο:

«Ιστορία των Αρμενο-Ελληνικών Στρατιωτικών Σχέσεων και Συνεργασίας», προϊόν πενταετούς έρευνας και μελέτης ιστορικών και στρατιωτικών αρχείων, αρμενικών, ελληνικών, αγγλικών, ρωσικών, γερμανικών και γαλλικών ιστορικών πηγών, συγγραμμάτων και βιβλίων.

Το βιβλίο είναι δίγλωσσο (αρμενικά και ελληνικά) και καλύπτει την χρονική περίοδο από τους αρχαϊκούς χρόνους έως τις ημέρες μας. Είναι γραμμένο απλά και κατανοητά και ταυτόχρονα αναπτύσσει με εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο γνωστές και κυρίως πολλές άγνωστες πτυχές της ιστορίας των στρατιωτικών σχέσεων και της αγαστής συνεργασίας των δύο λαών. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην εξιστόριση της συνεργασίας των Ελληνικών και των Αρμενικών στρατιωτικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα - την τόσο τραγικά συνυφασμένη με την μοίρα των δύο λαών - στην περίοδο της μικρασιατικής εκστρατείας των Ελλήνων και στην μετέπειτα υποχώρησή τους.

Κάθε σελίδα του βιβλίου διανθίζεται με φωτογραφίες (χαρτών, νομισμάτων, εγγράφων, εικόνων και γλυπτών, μνημείων κ.λ.π.) προερχόμενες από πολλές πηγές όπως μουσεία, βιβλία, προσωπικά αρχεία αρμενίων συμπατριωτών, αρχεία των αρμενικών κοινοτήτων της Ελλάδος κ.λ.π..

Δεν παραλείπουμε βεβαίως να πούμε ότι για την υλοποίηση του βιβλίου βοήθησε μια πλειάδα προσώπων τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στην σελίδα των «Ευχαριστιών». Σημειώνουμε μόνον τα ονόματα των προλογισάντων:

Ιωάννη Χασιώτη: (Ομότιμου καθηγητή Νεότερης Ιστορίας του Α.Π.Θ.)

Νικόλαου Μαστραντώνη: (Αντιστράτηγου - Προέδρου Ελληνικής Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας) και

Νικόλαου Δελαγραμμάτικα: (φιλολόγου - αποφοίτου του Κέντρου Στρατηγικών και Διπλωματικών Σπουδών - Διδάκτορα Σύγχρονης Ιστορίας).

Σε ερώτηση του περιοδικού μας ο συνταγματάρχης Σαμβέλ Ραμαζιάν απάντησε ότι, σκοπός της συγγραφής του βιβλίου ήταν η προσπάθεια διάσωσης από τη λήθη των ιστορικο-στρατιωτικών γεγονότων τα οποία διαδραματίστηκαν διαχρονικά και έφεραν πολύ κοντά τους Αρμενίους και τους Έλληνες, οι οποίοι συνεργάσθηκαν με πνεύμα πραγματικής αδελφοσύνης και αλληλοκατανόησης.

Ακόμη, αφορμή στάθηκε το γεγονός της εκ μέρους του διαπίστωσης, ότι δεν βρήκε πουθενά ένα, έστω, συνοπτικό σύγγραμμα με θέμα τη στρατιωτική συνεργασία των δύο λαών.

Σχολίασε δε ότι το βιβλίο είναι μεν γραμμένο σε ακαδημαϊκό ύφος, σε καμία όμως περίπτωση δεν θεωρεί ότι είναι μια ακαδημαϊκή εργασία.

Επιθυμία και ευχή του είναι να αποτελέσει ένα μέσο το οποίο θα δώσει τη δυνατότητα στις μέλλουσες γενεές αμφοτέρων των εθνών και ειδικότερα στα μελλοντικά στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεών τους, να γνωρίσουν την παράλληλη ιστορική πορεία των χωρών τους.

Για τους ενδιαφερομένους το βιβλίο διατίθεται από τα γραφεία της ημερήσιας αρμενικής εφημερίδας «Αζάτ Ορ» στην τιμή των 45 ευρώ τηλ. επικοινωνίας  210 9575302 ,210 9575011

(*) Συνταγματάρχης Σαμβέλ Ραμαζιάν - Ακόλουθος Άμυνας της Δημοκρατίας της Αρμενίας στην Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία.…

 

 

Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Το Κεσάμπ της Συρίας. Ένα κομμάτι Αρμενίας...

Το Κεσάμπ βρίσκεται στα βορειοδυτικά σύνορα της Συρίας με την Τουρκία. Από μακριά μοιάζει με ένα νησί γεμάτο βουνά, αφού η μια του πλευρά βρέχεται από τη Μεσόγειο θάλασσα. Η υψηλότερη κορυφογραμμή είναι το όρος Γκασιός με υψόμετρο 1.750 μ. Στην νοτιοανατολική πλευρά του Γκασιός και στα 800 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας βρίσκεται το Κεσάμπ.

Η εγκατάσταση

Σύμφωνα με την παράδοση, μετά τη διάλυση του αρμενικού βασιλείου της Κιλικίας το 1375 μ.Χ., Αρμένιοι εγκαταστάθηκαν στα περίχωρα της Αντιόχειας. Οι πρόγονοι των κατοίκων του Κεσάμπ ήταν Αρμένιοι από την Κιλικία, οι οποίοι, αφού για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κατοίκησαν γύρω από το βουνό Γκασιός, τελικά επέλεξαν και εγκαταστάθηκαν μόνιμα πλέον στην περιοχή Κεσάμπ. Το χωριό χρονολογείται πως ιδρύθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα.

 

 

Νεότερη ιστορία

Το 1909 τη σφαγή των Αδάνων ακολούθησε η σφαγή των κατοίκων του Κεσάμπ. Οι Τούρκοι κατέστρεψαν το χωριό απ’ άκρου σ’ άκρη, λεηλατώντας και καίγοντας κάθε τι που υπήρχε στο δρόμο τους, εκκλησίες, σχολεία, σπίτια, και πετώντας στο δρόμο τα γυναικόπαιδα και τους γέροντες. Οι άνδρες του χωριού, που βρίσκονταν στα βουνά για να μπορούν να οργανώνουν επιθέσεις κατά των Τούρκων, μετά την ολοσχερή καταστροφή του χωριού έπεσαν κι αυτοί στα χέρια του εχθρού. Όσοι τελικά κατάφεραν να φτάσουν στη θάλασσα ζωντανοί, διέφυγαν με πλοία στην περιοχή της Λατάκια (παραθαλάσσια περιοχή της Συρίας).

Μετά την καταστροφή και το διωγμό η περιοχή Κεσάμπ κέντρισε το ενδιαφέρον ξένων αλλά και αρμενικών φιλανθρωπικών οργανώσεων. Όσοι από τους κατοίκους επέστρεψαν συνέβαλαν στην ανοικοδόμηση της περιοχής. Όμως, δυστυχώς, ακολούθησε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι Νεότουρκοι, που είχαν ως στόχο τον αφανισμό των αρμενικών πληθυσμών της περιοχής. Στα τέλη του Αυγούστου του 1915, για δεύτερη φορά έδιωξαν τους κατοίκους του Κεσάμπ προς άλλες περιοχές της Συρίας, όπως το Χόμμς, το Χαλέπι και την έρημο του Ντερ Ζορ. Σύμφωνα με την απογραφή, το 1915 από τους 8.000 κατοίκους του Κεσάμπ σφαγιάσθηκαν οι 5.000. Μετά και τη δεύτερη καταστροφή οι επιζώντες επέστρεψαν πάλι στο χωριό τους. Μέσα στα επόμενα ένα-δύο χρόνια η ζωή ξαναπήρε τους κανονικούς της ρυθμούς.

Το 1946 ήταν μια καθοριστική ημερομηνία για τους τότε κατοίκους της περιοχής. Το χαρμόσυνο νέο του επαναπατρισμού των Αρμενίων στην τότε Σοβιετική Αρμενία είχε ξεσηκώσει θύελλα ενθουσιασμού. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι της περιοχής ήταν έτοιμοι να εγκαταλείψουν το Κεσάμπ και να πάνε στην Αρμενία. Στις 25 Ιουλίου 1947, το πλοίο Πομποντάν μετέφερε τα 2/3 των κατοίκων του Κεσάμπ προς την Αρμενία.

Η απότομη αλλαγή στον πληθυσμό της περιοχής δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στα σχολεία, αφού ο αριθμός των μαθητών μειώθηκε δραματικά. Έτσι, τελικά, η εκπαίδευση περιορίστηκε προσωρινά στην πρώτη βαθμίδα. Λόγω έλλειψης μαθητών αλλά και προσωπικού, οικογένειες με παιδιά στη δευτεροβάθμια αλλά και τριτοβάθμια εκπαίδευση αναγκάστηκαν να μετοικήσουν στις πλησιέστερες πόλεις, όπου υπήρχαν αρμενικά σχολεία.

Με προσπάθειες των τοπικών παραγόντων της περιοχής άλλαξαν τα δεδομένα, ώστε να μην εκλείψει το αρμενικό στοιχείο. Το Κεσάμπ μετατράπηκε στην πιο φημισμένη περιοχή αρμενικών κατασκηνώσεων, οι οποίες λειτουργούν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και παράλληλα έγινε η έδρα των καλοκαιρινών δραστηριοτήτων των αρμενικών συλλόγων που εδρεύουν σε άλλες πόλεις της Συρίας.

Η γεωργική παραγωγή της περιοχής άλλαξε ριζικά και από καπνοπαραγωγική μετατράπηκε και οπωροπαραγωγική για τις ανάγκες των παραθεριστών. Φημισμένα είναι τα μήλα της περιοχής για τη γεύση αλλά και το μέγεθός τους.

 

Σήμερα

Στις μέρες μας η οικονομία της περιοχής στηρίζεται στη γεωργική παραγωγή, η οποία βασίζεται στην καλλιέργεια μήλων και στην παραγωγή πράσινου σαπουνιού με βάση το δαφνέλαιο, η φήμη του οποίου έχει ξεπεράσει τις ευρωπαϊκές χώρες.

Ως παραθεριστικό θέρετρο κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο φιλοξενεί περίπου 50-60 χιλιάδες επισκέπτες, οι οποίοι κατά τα τρία τέταρτα είναι Αρμένιοι από άλλες περιοχές της Συρίας ή από άλλες χώρες.

Η αρμενική κοινότητα του Κεσάμπ αριθμεί περί τα 2.000 άτομα. Οι Αρμένιοι της περιοχής μιλούν τη δική τους ξεχωριστή αρμενική διάλεκτο, διατηρούν τα αρμενικά ήθη και έθιμα τα οποία μεταλαμπαδεύουν και στις επόμενες γενεές.

Δεκαπενταύγουστος

Χαρακτηριστικός είναι ο εορτασμός της Κοίμησης της Θεοτόκου τον δεκαπενταύγουστο στο Κεσάμπ. Αρμένιοι της περιοχής αλλά και από άλλες επαρχίες της Συρίας και από τον Λίβανο έρχονται για να προσκυνήσουν.

Συγκεντρώνονται μεγάλες ποσότητες σταφυλιών από τα γύρω χωριά. Αφού ευλογηθούν τα σταφύλια στην κυριακάτικη λειτουργία, στήνονται κάτω από τα δέντρα τα καζάνια με το κρέας ώστε να ξεκινήσει η προετοιμασία του πατροπαράδοτου εδέσματος «χερισά». Ταυτόχρονα ξεκινούν και τα μουσικά συγκροτήματα με τα νταούλια και τους ζουρνάδες, που δίνουν τον ρυθμό στους παρευρισκόμενους. Έτσι, χορεύοντας και τραγουδώντας έως τις πρωινές ώρες μαγειρεύεται το «χερισά». Το πρωί της Δευτέρας και κατά τη διάρκεια της επίσημης λειτουργίας στην εκκλησία, ευλογείται το πατροπαράδοτο «χερισά» και μοιράζεται στους πιστούς. Οι χοροί και τα τραγούδια δεν σταματούν, συνεχίζονται μέχρι το βράδυ.

Για όσους κατάγονται από το Κεσάμπ αυτή η γιορτή είναι τόσο σημαντική, ώστε όπου κι αν βρίσκονται το δεκαπενταύγουστο επιστρέφουν στον τόπο τους.

 

Η αρμενική κοινότητα σήμερα

Η αρμενική κοινότητα πλαισιώνεται από τις χριστιανικές εκκλησίες: την ορθόδοξη, την καθολική και την ευαγγελική. Κάθε ενορία έχει το δικό της σχολείο.

Τα αρμενόπουλα έχουν τη δυνατότητα να φοιτούν στα αρμενικά σχολεία της περιοχής, ολοκληρώνοντας και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Στο Κεσάμπ δραστηριοποιούνται δύο πολιτιστικοί σύλλογοι. Ο εκπολιτιστικός σύλλογος Χαμασκαΐν «Χαμό Οχαντσανιάν» υπό τη σκέπη του οποίου λειτουργούν μια παιδική χορωδία, ένα παιδικό - εφηβικό χορευτικό συγκρότημα και μια θεατρική ομάδα.

Παράλληλα με το «Χαμασκαΐν» δραστηριοποιείται και το πολιτιστικό κέντρο «Μισακιάν», το οποίο ανήκει στην αρμενική ευαγγελική εκκλησία και υπό την αιγίδα του λειτουργεί αρμενικό ωδείο με 60 μαθητές. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες στους χώρους του ωδείου παραδίδονται μαθήματα γλώσσας, ζωγραφικής, ηλεκτρονικών υπολογιστών και διοργανώνονται καλλιτεχνικές εκδηλώσεις.

Πριν από 25 χρόνια ο γαλλοαρμενικός σύλλογος «Γη και πολιτισμός» ανέλαβε και δημιούργησε αρμενικό λαογραφικό μουσείο, το οποίο έχει ανοιχτές τις πύλες του σε όσους θέλουν να γνωρίσουν από κοντά την ιστορία μας.

Τέλος, λειτουργούν και προσκοπικές ομάδες. Για μας που έχουμε γεννηθεί και ζούμε στο Κεσάμπ, η γενέτειρά μας δεν είναι μια απλή κοινότητα. Είναι ένα ατόφιο κομμάτι αρμενικής γης, έξω από τα σύνορα της Αρμενίας, που παρ’ όλες τις δυσκολίες έχει καταφέρει να διατηρήσει αναλλοίωτη την αρμενική κουλτούρα, τα ήθη και τα έθιμα.

 

 

Πηγή: armenika.gr

 

Διαβάστε περισσότερα...

Το σκέφτεται η Ρωσία για την επέκταση της βάσης της Αρμενίας

Το ρωσικό κοινοβούλιο θα εξετάσει, την Παρασκευή, το πρωτόκολλο που επεκτείνει τη χρήση της στρατιωτικής βάσης στην Αρμενία.

Ρωσία και Αρμενία υπέγραψαν τροποποιήσεις της διμερούς συνθήκης, του 1995, επεκτείνοντας τη χρήση, της στρατιωτικής βάσης "102", στο Γκιουμρί, κοντά στα σύνορα της Αρμενίας με την Τουρκία, έως το 2044.

Οι τροποποιήσεις προβλέπουν ότι η παράταση θα γίνεται -αυτόματα- κάθε 5 χρόνια, εκτός εάν ένα από τα εμπλεκόμενα μέρη, γνωστοποιήσει στο άλλο την ακύρωση της, 6 μήνες πριν.

Η βάση αποτελεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα αεράμυνας, φιλοξενώντας, περίπου, 5.000 άτομα προσωπικό, καθώς και πυραύλους S-300 και αεροσκάφη MiG-29.
Πηγή: liako.gr
Διαβάστε περισσότερα...
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Στον διαδικτυακό τόπο μας χρησιμοποιούμε Cookies με σκοπό τη βελτίωση της online εμπειρίας σας. Επιλέγοντας να συνεχίσετε την περιήγησή σας σε αυτόν, αποδέχεστε αυτομάτως τη χρήση των cookies. Περισσότερα...

Πολιτική Απορρήτου - Όροι Χρήσης - Περιορισμός Ευθύνης - Επικοινωνία Σχετικά με Προσωπικά Δεδομένα
Αποδέχομαι

Newsletter