Menu

Έρευνα αγοράς κλωστοϋφαντουργίας και συναφών προϊόντων στην Αρμενία

Η βιομηχανία ένδυσης και τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα είναι από τις πιο σημαντικές βιομηχανίες εντάσεως εργασίας στην Αρμενία. Απασχολεί περίπου 90% γυναίκες υπαλλήλους.

Η βιομηχανία λειτουργεί σήμερα στο περίπου 38% της παραγωγικής ικανότητας της σε σχέση με τα πάγια που διέθετε το 1999 και για τις επιχειρήσεις που έχουν παραμείνει ακόμα στον κλάδο (ιδιωτικοποιημένες) και οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 14,3% του ΑΕΠ του 2011. Η ελαφρά βιομηχανία (μικρομεσαίες μονάδες) του κλάδου περιελάμβανε 154 εγγεγραμμένες επιχειρήσεις το 2000 και 30 μεγαλύτερες. Η ιδιωτικοποίηση των κλωστοϋφαντουργικών επιχειρήσεων είναι ακόμη σε διαδικασία εξλέλιξης, αν και περισσότερες από το 75% των εταιρειών έχουν ολοκληρώσει αυτή τη διαδικασία. Οι ΜΜΕ του κλάδου (με μέσο όρο 20 υπαλλήλους) αποτελούν πλέον μικρό κομμάτι του κλάδου, ενώ η πλειοψηφία των παραγωγικών μονάδων απασχολούν σήμερα περισσότερους από 300 εργαζόμενους κατά μέσο όρο. Ωστόσο, ορισμένες από αυτές τις μεγάλες επιχειρήσεις συχνά εργάζονται με αποδοτικότητα 25-35%, υποαπασχολώντας τόσο τον εξοπλισμό όσο και το χώρο τους.

Οι συνθήκες που δημιουργούνται για την παραγωγή βαμβακιού και την ανάπτυξη της βιομηχανίας μεταποίησης ενδύματος και υποδημάτων στην Αρμενία εμφανίζουν επίσης μια σημαντική αναβάθμιση και κινητικότητα. Οι επενδυτές την τελευταία διετία και μετά την οικονομική κρίση που έπληξε παραδοσιακούς κλάδους που συνέβαλαν στην ανάπτυξη της αρμενικής οικονομίας (κατασκευαστικό, υπηρεσίες), εκδηλώνουν ενδιαφέρον για την παραγωγή βαμβακιού, τόσο για τη πρωτογενή διαδικασία σποράς όσο και για την επεξεργασία και κατασκευή προϊόντων του κλάδου στην τελική τους μορφή. Τα κύρια πλεονεκτήματα της αρμενικής βιομηχανίας ένδυσης είναι: άφθονο, φθηνό και έμπειρο εργατικό δυναμικό, απόσβεση εξοπλισμού και των περιουσιακών στοιχεία των παραγωγικών μονάδων στο 10% του χρόνου των χωρών που παρακολουθεί η Παγκόσμια Τράπεζα. Δεν υπάρχουν δασμολογικές επιβαρύνσεις για εισαγωγές και εξαγωγές στην μεγάλη αγορά των χωρών ΚΑΚ, ούτε και για τις ΗΠΑ και την Κίνα και Ινδία. Η βιομηχανία βέβαια πρέπει να προσαρμοστεί γρήγορα σε ένα γρήγορο ρυθμό παγκοσμίων εξελίξεων στον ανταγωνισμό, με γνώμονα τους καταναλωτές και να υιοθετήσει ανταγωνιστικό μάρκετινγκ και τεχνικές πωλήσεων για να επωφεληθεί στο μέγιστο από τις τρέχουσες ευκαιρίες, που πλέον αφορούν ολοένα και περισσότερα προϊόντα που παράγονται.

Τέτοιο εργοστάσιο επεξεργασίας βάμβακος είναι η βιομηχανική επιχείρηση Arakne που ιδρύθηκε (με τη σημερινή της μορφή) πριν τρία έτη. Λόγω των υψηλών τιμών της πρώτης ύλης, που σε ποσοστό 80% εισάγοντο στην Αρμενία, αυτός ο κλάδος της πρωτογενούς επεξεργασίας βάμβακος δεν ευδοκιμούσε. Η συγκεκριμένη επιχείρηση απεφάσισε να αναβαθμίσει και δημιουργήσει νεα παραγωγική βάση στην Αρμενία με εγχώριες πρώτες ύλες, διασφαλίζοντας συμβόλαια συνεργασίας κτηνοτροφικών μονάδων με χαμηλές τιμές και με τη χρηματοδότηση της ''Parvana Finance Group''. Το συγκεκριμένο έργο ξεκίνησε το 2007 σε πιλοτική φάση. Το προηγούμενο έτος 18 στρέμματα βαμβάκι σπάρθηκαν στο χωριό Mrgashat της επαρχίας Armavir από κοινού με τους αγρότες. Η απόδοση ήταν 2.3 τόνοι βαμβάκι ανά στρέμμα, προσδίδοντας στην προσπάθεια εξαιρετική επιτυχία και προοπτικές. Ήδη η συνέχεια του συγκεκριμένου ιδιωτικού προγράμματος έχει τεθεί σε ευρύτερη βάση καθώς επίκειται και η συνδρομή της κυβέρνησης, η οποία με παρέμβαση του Υπ. Γεωργίας ανακοίνωσε ότι θα χρηματοδοτήσει καταρχήν τον εξοπλισμό για μονάδες επεξεργασίες βάμβακος, δίχως ωστόσο να υπάρξει μέριμνα και για την στήριξη της γεωργικής παραγωγής βάμβακος.

Στα χρόνια σοβιετικής οργάνωσης της οικονομίας η Αρμενία παρήγαγε σημαντική ποσότητα βάμβακος, η οποία χρησιμοποιείτο στην τοπική παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων που εξάγονταν και τότε σε χώρες της Κεντρικής Ασίας, καθώς μάλιστα οι πρώτες ύλες προωθούντο από τις λοιπές περιοχές της τότε Σοβιετικής Ένωσης. Μάλιστα η ισχυρή και τότε χημική βιομηχανία της Αρμενίας, είχε τη δυνατότητα να επεξεργάζεται ακόμα και τα απόβλητα από την επεξεργασία βάμβακος, τα οποία χρησιμοποιούντο στην παραγωγή κυτταρίνης, ενώ οι πυρήνες (ο καρπός του βαμβακόφυτου) μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και για την παραγωγή φυτικού ελαίου. Επίσης τα παράγωγα από την επεξεργασία βάμβακος ήδη χρησιμοποιούνται και ως χορτονομή (αποψηραμένες ζωοτροφές). Ουσιαστικά οι προϋποθέσεις για διαμόρφωση αξιόλογης παραγωγής προϊόντων με πρώτη ύλη το βαμβάκι και το μαλλί από εκτροφή ζώων, αποφέρωντας και δέρμα υψηλής ποιότητας άρχισε να διαμορφώνεται στην Αρμενία το 2006, με την είσοδο στον κλάδο γερμανικών εταιρειών (π.χ. η εταιρεία Haniel με εργοστάσια στο Ερεβάν, Βαζναντόρ και Αμάσια). Η παραγωγική βάση περιλαμβάνει πλέον και την πλήρη επεξεργασία βαμβακιού και παραγωγή πλήρους ποικιλίας προϊόντων (μάλλινων νημάτων, βαμβακερών και μάλλινων υφασμάτων, είδη ταπήτων, χαλιών, καλτσών ανδρικών & γυναικείων και εν γένει ευρύτατη ποικιλία προϊόντων ένδυσης). Εκτός από τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, και τα δερμάτινα υποδήματα, τα δερμάτινα είδη και εκείνα που προέρχονται από την επεξεργασία γούνας, αποτέλεσαν επίσης αντικείμενο παραγωγής, ακόμα και κατά τη διάρκεια του "σοβιετικού" οικονομικού καταμερισμού, συναρτώμενα μάλιστα με την παραγωγή και επεξεργασία των πολυτίμων λίθων. Βέβαια η εμπορία τους γινόταν από τη κεντρική οικονομικής διοίκηση, με αποτέλεσμα η Αρμενία να μην μπορεί αυτόνομα να διαμορφώσει προϋποθέσεις για ανάπτυξη του κλάδου σε κάθε έκφανσή του. Η ελαφρά βιομηχανία, την περίοδο εκείνη, ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη με δεδομένο ότι απέβλεπε αφενός ώστε η χώρα να έχει αυτάρκεια σε υφάσματα από βαμβάκι και κάλτσες, καθώς επίσης και στα υποδήματα και αφετέρου να συμβάλλει στην ικανοποίηση και κάλυψη σημαντικών αναγκών στις λοιπές επαρχίες της σοβιετικής επικράτειας.

Η Αρμενική βιομηχανία ένδυσης και κλωστοϋφαντουργίας στη Σοβιετική οικονομία ήταν βασικός προμηθευτής ενδυμάτων και υφασμάτων. Ο κλάδος έφτασε να απασχολεί ακόμα και 115.000 άτομα, το 25-30% του εργατικού δυναμικού της χώρας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980. Η βιομηχανία ουσιαστικά λειτούργησε στη βάση της μαζικής τυποποιημένης παραγωγής σε παραγωγικές μονάδες που ήταν συγκεντρωμένες σε συγκεκριμένες περιοχές και κυρίως πέριξ του Ερεβάν. Ως αποτέλεσμα ενός σκληρού και άγονου οικονομικού περιβάλλοντος, που στηριζόταν κυρίως στην υπεραπασχόληση του εργατικού δυναμικού σχηματίζεται μια σημαντική παραγωγική βάση στη δεκαετία του 1990. Το χρονικό διάστημα αυτό γίνονται και οι πρώτες ιδιωτικοποιήσεις, που περιορίζονται σε εγχώριους νέους αρμένιους επιχειρηματίες (προνομιακή πρόσβαση στην νέα εκτελεστική εξουσία, εικονικές μετοχοποιήσεις και εξαγορές με ελάχιστο αντίτιμο) και ορισμένους ρώσους επενδυτές, που ήδη είχαν δραστηριοποιηθεί στον κλάδο. Οι διαρθρωτικές αλλαγές δεν ήρθαν παρά το τέλος του 2010 και αφού μεσολάβησε η ραγδαία μείωση της παραγωγής, ακόμα και κατά 20 φορές σε σχέση με το 1995.

Σήμερα ο μηχανολογικός εξοπλισμός των εταιρειών είναι κυρίως γερμανικός αλλά και ιαπωνικός, ιταλικός και ορισμένοι τύποι της πρώην ανατολικής Ευρώπης (ρωσικές και πολωνικές μηχανές ηλεκτρονικής πλέξης). Γρήγορα μετά την ιδιωτικοποίηση της AMEREX, μιας αμερικανικής εταιρείας από τη Νέα Υόρκη, αναπτύχθηκαν υπεργολαβίες και συμφωνία με δεκαπέντε εταιρείες από τα μέσα του 1998 συμβάλλοντας στην άνθηση των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ. Η Yves Martin, μια καναδική εταιρεία, έχει επίσης αναπτύξει υπεργολαβίες ανάθεσης στον τομέα των εσωρούχων με 3-4 εταιρείες. Η Benetton είχε τρία χρόνια κοινοπραξία με μία εταιρεία για παραγωγή των προϊόντων με σχεδόν αποκλειστικό σκοπό την εξαγωγή τους. Μια άλλη εταιρεία με έδρα τις ΗΠΑ, η Cherokee, είχε μια σύμβαση για την παραγωγή ιατρικών ρούχων. Επίσης ιταλικά εσώρουχα της εταιρείας Lovable παράγονται στην Αρμενία για έβδομη συνεχή χρόνια. Από το 2008 και η ιταλική εταιρεία υποδημάτων Perla έχει συνάψει σημαντικές συμφωνίες και προϊόντα της παράγονται από αρμενικές παραγωγικές μονάδες.

Σήμερα τον κλάδο συναπαρτίζουν μικρές και μεσαίου μεγέθους ιδιωτικές επιχειρήσεις που κατασκευάζουν κάλτσες, εσώρουχα, υποδήματα, ενδύματα, χαλιά κ.α. Η κλωστοϋφαντουργία σήμερα απασχολεί το 25% του εργατικού δυναμικού της Αρμενίας και βρίσκεται πλέον σε ανάκαμψη και ο όγκος παραγωγής. Σημαντικές παραγωγικές μονάδες απασχολούν πλέον μεγάλο αριθμό εργαζομένων (300 άτομα κατά μέσο όρο), που αυξάνεται διαρκώς κάθε έτος. Επίσης εξακολουθούν να στηρίζουν την παραγωγή με σε πρώτες ύλες εγχώριες, αποφεύγοντας κατά το δυνατόν την επιβάρυνση στο κόστος παραγωγής με εισαγωγή πρώτων υλών, παρά μόνον για εκείνες τις αλλοδαπές εταιρείες που έχουν εγκαταστήσει παραγωγικές μονάδες στην Αρμενία ή έχουν συνάψει συμβάσεις για outsourcing. Ο αριθμός εργαζομένων εκτιμάται ότι μπορεί να τριπλασιαστεί στο προσεχές μέλλον, όταν οι εταιρείες επιτύχουν την μεγέθυνση των πωλήσεων τους στις αγορές που ήδη κατακτούν και έχουν οικοδομήσει αξόπιστες σχέσεις εμπορίου.

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2006 οι 23, από το συνολικό αριθμό των 32 επιχειρήσεων που λειτουργούσαν στον κλάδο, παρήγαγαν προϊόντων αξίας 4,0 δις. AMD (1 USD = 305 δράμια Αρμενίων). Η συγκέντρωση του κλάδου ήταν τότε κάτω από 14%, καθώς καμιά επιχείρηση δεν είχε αποκτήσει συγκριτικό πλεονέκτημα και κανένας επιχειρηματίας-επενδυτής δεν διέβλεπε σημαντική υπεραξία από ενδεχόμενη διαδικασία εξαγορών. Η ανάπτυξη του κλάδου έγινε με ρυθμούς 5%-8% ετησίως, σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2005 και δεν είχε σημαντική απόκλιση τα επόμενα έτη μέχρι και το 2008 οπόταν παρά την ύφεση σε όλο το εύρος των οικονομικών δραστηριοτήτων, καταγράφηκε αύξηση. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι ορισμένες επιχειρήσεις είχαν αυξημένο όγκο παραγωγής λόγω της εισόδου τους σε νέες αγορές, αρχίζοντας να εξάγουν σε χώρες της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ) καταρχήν και κατόπιν σε χώρες της Ε.Ε., οπότε και απέκτησαν τη δυνατότητα να προβούν σε αναβάθμιση του εξοπλισμού τους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το γνωστό στο Ερεβάν βυρσοδεψείο «Maud» επαναλειτούργησε ως σημαντική μονάδα υποδηματοποιίας μόλις το 2007. Οι κύριες επιχειρήσεις του κλάδου είναι οι εξής: "Armen-Carpet" JSC, "Itar" Ε.Π.Ε., "Nyad" Ε.Π.Ε., "Kanaker Factory" JSC, "Gevorg & Βαχάν Ltd, Vanadzor" Β. Darbinyan-Stylissa "Ltd, η οποία είναι κατά κύριο εξαγωγική. Στο Ερεβάν η "Armen-Carpet" JSC ειδικεύεται στην παραγωγή χειροποίητων και μηχανή πλεκτά χαλιά με ιδιαίτερη έφεση πλέον στην υιοθέτηση καθαυτό στοιχείων παραγωγής που προσιδιάζουν στα κλασικά στοιχεία των προϊόντων που προέρχονται από Πακιστάν, Ιράν και Ινδία. Η επιχείρηση έχει τη δική της βάση προμήθειας πρώτων υλών και εξειδικευμένο προσωπικό με μακρόχρονη εμπειρία. Η Charentsavan "Golani" JSC από το 1997 έχει σημαντική παρουσία και συνεργασία με την ιταλική "Lovable", για την οποία παράγει ανδρικά ενδύματα. Το κύριο προϊόν της επιχείρησης ωστόσο είναι η ποικιλία γυναικείων εσωρούχων, τα οποία μάλιστα εξάγωνται εξ ολοκλήρου στην Ιταλία, με ετικέττες της ιταλικής εταιρείας.

Η πλειοψηφία των εταιρειών παραγωγής ενδυμάτων στην Αρμενία, λαμβάνοντας υπόψη την υπερβολική ζήτηση για την παραγωγή αθλητικών, έχουν διαθέσει μέρος της παραγωγικής διαδικασίας τους και σε αυτόν τον κλάδο ενδύματος. Στο Ερεβάν η εταιρεία "Α. Ed. Hayas "JSC είναι ένας από τους κορυφαίους κατασκευαστές της ελαφράς βιομηχανίας αθλητικών. Η συγκεκριμένη επιχείρηση παράγει αποκλειστικά ενδύματα, τα οποία εξάγωνται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη Γαλλία, με το όνομα της αρμενικής εταιρείας.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ένωσης Αρμενίων Επιχειρηματιών, η δομή της μεταποιητικής βιομηχανίας κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων μερίζεται σε ποσοστό 36,6% για ρούχα καθημερινής χρήσης (πουκάμισα, παντελόνια, φούστες κ.α.), 21% εσώρουχα, 11% αθλητικά ρούχα, 15% ενδύματα πολυτελείας και 18% παραγωγής δερμάτινων και μάλλινων επανοφορίων. Τα βασικά προϊόντα εξαγωγής μέχρι το 2005 ήταν εσώρουχα, ενδύματα πολυτελείας και υποδήματα. Μετά το 2005 κυρίως οι εξαγωγές έχουν περιλάβει όλους τους κλάδους, αλλά την μεγαλύτερη αύξηση έχει σημειώσει ο κλάδος των ταπήτων και κάθε είδους χαλιών καθώς η υπάρχουσα βιοτεχνία προσπαθεί να εκμεταλλευετεί από την μεγάλη παράδοση που έχει στη παραγωγή και τις υψηλότερες τιμές του ανταγωνισμού από το Πακιστάν και την Ινδία.

Το παράδοξο της μεγαλύτερης αύξησης του κλάδου παραγωγής ειδών ένδυσης, τα προϊόντα του οποίου αν αθροιστούν με εκείνα των ειδών δέρματος υπερβαίνουν κάθε μέγεθος της εγχώριας παραγωγής των πρώτων υλών της κλωστοϋφαντουργίας εξηγείται από την αύξηση των εισαγωγών, δίχως επιβαρύνσεις δασμολογικές, που πραγματοποιούν οι αλλοδαπές εταιρείες που έχουν συνάψει συμβόλαια συνεργασίας με τις αρμενικές επιχειρήσεις για την παραγωγή των προϊόντων τους και την επανεξαγωγή τους είτε απευθείας σε ξένες αγορές είτε στη χώρα προέλευσης.

Οι εξαγωγές έχουν αυξηθεί σημαντικά από το 2002 και στο επόμενο διάστημα, αλλά κυρίως κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ετών. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν αρχικά κατά 18%, στο σύνολο των περίπου 35,6 εκατ. δολ. το 2003, παρότι οι εισαγωγές είχαν μειωθεί κατά 1% σε 28,7 εκατ. δολ. το 2002. Παράλληλα η Αρμενία εισάγει κυρίως υφάσματα, νήματα και βαμβάκι, καθώς και κάποια έτοιμα ενδύματα. Οι δασμοί για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα και τα ενδύματα κυμαίνονται από 0 έως 10%, ανάλογα με το προϊόν εισαγωγής (πολυτελείας ή μη). Σημαντικές χώρες εξαγωγής ήταν οι ΗΠΑ και η Ρωσία. Τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα και στις δύο χώρες ήταν υφαντά με το 87% των εξαγωγών στις ΗΠΑ και 61% στη Ρωσία και τα πλεκτά με 7% και 22% αντίστοιχα. Το υπόλοιπο τμήμα είναι χωρισμένο μεταξύ πλεκτών υφασμάτων, βαμβακιού και άλλων έτοιμων προϊόντων κλωστοϋφαντουργίας.

Οι κυριότερες εισαγωγές ρουχισμού στην Αρμενία πραγματοποιούνται από την Τουρκία, το Ιράν και την Κίνα. Το κόστος της ένδυσης για καταναλωτές εξαρτάται από το αν πρόκειται για εισαγώμενα επώνυμα ή εγχώρια και κυμαίνεται από 5 δολ. ΗΠΑ για ένα πουκάμισο αρμενικής παραγωγής έως 200 δολ. ΗΠΑ για γυναικείο σακάκι γούνας επίσης εγχώριας επεξεργασίας. Η τιμή για τα πουκάμισα ανδρών έκανε στην Αρμενία κυμαίνεται γενικά μεταξύ 5-10 δολ. ενώ η τιμή για τα τουρκικά πουκάμισα είναι 7-20 δολ. Τα δερμάτινα υποδήματα (ανδρικά) εμφανίζουν στην αγορά της Αρμενίας κόστος 25-80 δολ., ενώ των γυναικών 30 - 150 δολ. ΗΠΑ καθώς πρόκειται κυρίως για ιταλικά προϊόντα που παρότι επεξεργάζονται από τοπικές επιχειρήσεις πωλούνται σε υψηλότερες τιμές συγκριτικά με το κόστος παραγωγής τους. Πάντως ο κύριος όγκος εισαγωγών υποδημάτων στην Αρμενία γίνονται κυρίως από την Κίνα και την Κορέα.

Η αγορά των υποδημάτων στην Αρμενία είναι ως επί το πλείστον προϊόντα παραεμπορίου, ακόμα και για τα εγχώρια προϊόντα. Η χώρα παράγει σημαντική ποσότητα υποδημάτων απομίμηση των γνωστώτερων ιταλικών οίκων παραγωγής, γεγονός που ήδη έχει αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεων με την ιταλική κυβέρνηση. Το μεγαλύτερο μέρος του κόστους παραγωγής των ενδυμάτων αφορά το κόστος του ύφασματος το οποίο είναι αρκετά φθηνή καθώς η λιανική τιμή για 1 μέτρο υφάσματος κυμαίνεται (σε δολ. ΗΠΑ) : μαλλί 2,7-7, βαμβάκι 1,8-2,5, λινάρι 3,4-4,4.

Ο ΦΠΑ για τα εισαγόμενα προϊόντα είναι 20% και ο εισαγωγικός δασμός των τελωνείων 10%. Όσον αφορά τις εισαγωγές από χώρες με τις οποίες η Αρμενία έχει συνάψει συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου δεν επιβάλλονται δασμοί (Κίνα, Ιράν κ.α.).

Αναφορικά με την πώληση των ενδυμάτων και υποδημάτων, ήδη στα μεγάλα αστικά κέντρα λειτουργούν εμπορικά καταστήματα, ενώ ένας αριθμός από τα υπάρχοντα εμπορικά κέντρα (παροχή χώρων σε ιδιωτικές εταιρείες και τους επιχειρηματίες για μίσθωση) και αλυσίδε από επώνυμα καταστήματα παρέχουν τη δυνατότητα στον καταναλωτή να κάνει τις επιλογές του με όρους ανταγωνισμού, καθώς η ποικιλία σε ποιότητα και τιμές είναι πλέον εμφανής. Κατά κανόνα τα καταστήματα είναι ιδιοκτησίας εγχωρίων συμφερόντων, εκτός από εκείνα που εισάγουν και πρωθούν την πώληση αλλοδαπών προϊόντων σε υψηλότερες τιμές, τα οποία είτε είναι συμπράξεις με ξένους επενδυτές είτε το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους περιλαμβάνει ιταλοαρμενίους, γαλλοαρμενίους και άλλα μέλη του επιχειρηματικού λόμπυ της αρμενικής διασποράς.

 

Πηγή: Γραφείο Ο.Ε.Υ. Ερεβάν

epixeiro.gr

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Στον διαδικτυακό τόπο μας χρησιμοποιούμε Cookies με σκοπό τη βελτίωση της online εμπειρίας σας. Επιλέγοντας να συνεχίσετε την περιήγησή σας σε αυτόν, αποδέχεστε αυτομάτως τη χρήση των cookies. Περισσότερα...

Πολιτική Απορρήτου - Όροι Χρήσης - Περιορισμός Ευθύνης - Επικοινωνία Σχετικά με Προσωπικά Δεδομένα
Αποδέχομαι

Newsletter