Menu

Γενοκτονία: Ιστορική τεκμηρίωση, άρνηση και διεκδίκηση αναγνώρισης

Έχει γίνει πολύς λόγος για το αν θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στην αξίωση μας για αναγνώριση ως Γενοκτονίας τα εγκλήματα που συνέβησαν στην Ανατολή και αυτά που συνέβησαν στην Ανατολική Θράκη και στην Μικρά Ασία ή μόνο αυτά που συνέβησαν στον Πόντο.

Το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται και αρκετοί προβάλουν την παρουσία του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη ως εμπόδιο. Όμως η απόφαση για την εξολόθρευση των μη τουρκικών στοιχείων είχε ληφθεί πολύ νωρίτερα, το 1911 στη Θεσσαλονίκη.
Εξάλλου και η πρόσφατη μελέτη του Τανέρ Ακτσάμ (Μια Επαίσχυντη Πράξη) που βασίστηκε κυρίως σε οθωμανικά αρχεία έχει δείξει πως το σχέδιο ήταν η εξαφάνιση όλων των χριστιανικών ομάδων της Ανατολίας και μάλιστα ξεκίνησε από την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία πριν την Αρμενική Γενοκτονία του 1915. Πολύ πριν δηλαδή εμφανιστεί εκεί ο ελληνικός στρατός. Το ίδιο συμπέρασμα φαίνεται να εξέρχεται και από τη μελέτη των Αρχείων του Βατικανού, όπου βλέπουμε την προσπάθεια του τουρκικού κράτους να απαλλαγεί από το χριστιανικό στοιχείο της Αυτοκρατορίας. Ο ίδιος ο Χένρυ Μόργκενταου, πρέσβης εκείνη την περίοδο στην Κωνσταντινούπολη, αναφέρει κατά τη διάρκεια της Γενοκτονίας των Αρμενίων ότι οι ίδιες ακριβώς μέθοδοι είχαν χρησιμοποιηθεί νωρίτερα στους Έλληνες. Μάλιστα η επιτυχία που είχε το σχέδιο στους Έλληνες οδήγησε τους νεότουρκους να χρησιμοποιήσουν τα ίδια πρόσωπα στις νευραλγικές θέσεις κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του σχεδίου εξόντωσης. Για παράδειγμα ο Şükrü Kaya, ο Dr. Nâzım, ο Dr. Reşit, και ο Pertev Pasha πριν αναλάβουν θέσεις κλειδιά στην αρμένικη γενοκτονία είχαν «διακριθεί» στις επιχειρήσεις εθνικής εκκαθάρισης των Ελλήνων.

Από την ιστορική τεκμηρίωση στη πολιτική διεκδίκηση της Αναγνώρισης.

Το ζητούμενο σε ζητήματα Γενοκτονίας δεν είναι μόνο η ιστορική τεκμηρίωση. Η μάλλον να το πούμε πιο σωστά. Ένα ζήτημα είναι αυτό της ιστορικής τεκμηρίωσης και ένα άλλο ζήτημα είναι αυτό της αναγνώρισης του εγκλήματος και της τιμωρίας του ενόχου. Το ζήτημα της αναγνώρισης της Γενοκτονίας είναι ένα πολύπλοκο ζήτημα και άπτεται σοβαρών γεωπολιτικών συμφερόντων. Ενώ δηλαδή γνωρίζουμε πλέον με λεπτομέρειες το τι συνέβη και κυρίως το ότι υπήρχε κεντρική οργάνωση και συγκεκριμένος στόχος εξαφάνισης των λαών αυτών, δεν έχουμε εύκολα την αναγνώριση του εγκλήματος από τις άλλες χώρες. Δεν αρκούν δηλαδή ούτε τα ίδια τα οθωμανικά έγγραφα που αποκαλύπτουν τη γενοκτονική πρόθεση, ούτε τα διπλωματικά αρχεία των Γερμανών και Αυστριακών -στενών συμμάχων των Τούρκων, αλλά ούτε και τα διπλωματικά έγγραφα των άλλων μεγάλων δυνάμεων ή οι μαρτυρίες των ιεραποστόλων και των φιλανθρωπικών οργανώσεων. Και αυτό όχι γιατί δεν πείθουν. Όλοι είναι πεπεισμένοι ότι το έγκλημα της Γενοκτονίας διαπράχτηκε. Μάλιστα οι ίδιοι οι Οθωμανοί έστησαν δικαστήρια μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου για να δικάσουν όσους διέπραξαν αυτές τις θηριωδίες. Ο λόγος που επιζητούνταν η δίκη των νεοτούρκων από τη νέα κυβέρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν για να δείξουν ότι αποστασιοποιούνται από τα εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί. Ήθελαν έτσι να μειώσουν τις εδαφικές και άλλες απαιτήσεις των Συμμάχων προς την ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δημιουργήθηκαν λοιπόν περιφερειακές επιτροπές σ’ όλες τις επαρχίες και συνέλεξαν πληροφορίες για πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στις σφαγές και τις εκτοπίσεις. Τα στοιχεία που παίρνουμε από τα πρακτικά αυτών των δικαστηρίων είναι εξαιρετικά σημαντικά διότι αποκαλύπτεται ο ρόλος της μυστικής οργάνωσης Teshkilat-i-Mahsusa κάτω από τις οδηγίες του Dr. Behaeddin Shakir. Τον Ιούλιο του 1919 το κυρίως δικαστήριο καταδίκασε σε θάνατο την τριανδρία, Enver, Talaat, Jemal, τον Dr. Ahmet Nazim και τον Shakir, που όμως είχαν προλάβει να διαφύγουν όλοι στο εξωτερικό. Λίγες μέρες μετά την άφιξη του Κεμάλ στην Σαμψούντα (19η Μαΐου, ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων), στις 22 Μαΐου 1919 εκδόθηκε η τελική απόφαση του δικαστηρίου της Τραπεζούντας στην οποία επιβεβαιώνεται το γεγονός πως με επίφαση τις εκτοπίσεις είχαν δοθεί κρυφές οδηγίες για σφαγές.

Ο ίδιος ο Κεμάλ Ατατούρκ άλλωστε κατηγορούσε τους πολιτικούς του αντίπαλους γι’ αυτήν την «επαίσχυντη πράξη» και σε μια συνέντευξη στην αμερικάνικη εφημερίδα Los Angeles Examiner, στο φύλλο της 1ης Αυγούστου του 1926 έλεγε ότι: «εκείνοι που παρέμειναν στο προηγούμενο κόμμα πρέπει να δώσουν λόγο στη δικαιοσύνη αφού ζουν από ληστείες και δωροδοκίες», ενώ  και ο βουλευτής της Σινώπης Χακκί Χαμή μπεής έλεγε πως θα είναι «αιώνια κηλιδωμένο το πρόσωπο της Τουρκίας» από αυτές τις εκτοπίσεις και τα εγκλήματα.  Το δίκαιο όμως και η αλήθεια δεν είναι αυτά που καθορίζουν τα πράγματα στη σκληρή αρένα της πολιτικής και των γεωστρατηγικών συμφερόντων. Πράγματι, η σημαντική γεωστρατηγική θέση της Τουρκίας, η ανάδειξη της σε «σταθεροποιητικό» παράγοντα αυτής της περιοχής, η σχέση στρατηγικού εταίρου ή «κράτους πελάτη» που διατηρεί με την Αμερική της δίνουν ένα σημαντικό προβάδισμα στο πολιτικό και διπλωματικό σκηνικό.

Αν λοιπόν η Αμερική δεν αποφασίσει να ανεξαρτητοποιήσει την αναγνώριση της Γενοκτονίας από την ισορροπία στις διπλωματικές της σχέσεις με την Τουρκία δεν πρόκειται να αναγνωρίσει το ζήτημα. Είναι γνωστό ότι οι πιέσεις που ασκούνται είναι αφόρητες και ξοδεύονται πολλά εκατομμύρια για αυτό το σκοπό από την πλευρά της Τουρκίας. Το ίδιο συνέβη και σε άλλες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία, αλλά και πρόσφατα στη Σουηδία. Το Σουηδικό Κοινοβούλιο όμως μόλις πρόσφατα αναγνώρισε τις Γενοκτονίες των Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων του Πόντου.

Η Άρνηση του εγκλήματος

Αντιθέτως στην Ελλάδα αρκετοί πολιτικοί ή και πολιτειακοί φορείς έχουν ασελγήσει στην ιστορική μνήμη των Μικρασιατών και των Ποντίων. Ο ελάχιστος αυτοσεβασμός και αξιοπρέπεια  θα απαιτούσε να μην συνυπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι, που αποδεδειγμένα τραυμάτισαν το περήφανο αυτό κομμάτι του ελληνισμού, στις ετήσιες συγκεντρώσεις τιμής της μνήμης των νεκρών μας. Αν εμείς έχουμε θάψει τον αυτοσεβασμό και την αξιοπρέπεια μας χάριν των ευκαιριακών πελατειακών σχέσεων που έχουμε αναπτύξει με τα κόμματα, τουλάχιστον ας σεβαστούμε τους νεκρούς. Η συνεχιζόμενη άρνηση του εγκλήματος της Γενοκτονίας από το σύγχρονο τουρκικό κράτος είναι προσβολή της ίδια της ανθρώπινης υπόστασης. Ο πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Ακαδημαϊκών για τις Γενοκτονίες (IAGS) Gregory Stanton το 2007 όταν εκδόθηκε το ψήφισμα δήλωσε: «Αυτό το ψήφισμα είναι μια ακόμη απόρριψη της ενενηντάχρονης άρνησης του τουρκικού κράτους για τις γενοκτονίες που διέπραξε ενάντια στους χριστιανικούς πληθυσμούς των Ασσυρίων, Ελλήνων και Αρμενίων. Η ιστορία αυτών των γενοκτονιών είναι ξεκάθαρη και δεν υπάρχει πλέον καμιά δικαιολογία για το σύγχρονο τουρκικό κράτος  να αρνείται την πραγματικότητα». Ο πρώην πρόεδρος της IAGS καθηγητής Israel Charny  έγραψε πως «το να αρνείσαι τους αμέτρητους θανάτους από μια γενοκτονία ισοδυναμεί με το να γιορτάζεις τους θανάτους αυτούς και να ανακοινώνεις κυνικά ότι το δόγμα της δύναμης που οδήγησε στην καταστροφή τους είναι σε ισχύ, έτοιμο να χρησιμοποιηθεί σε μια μελλοντική γενοκτονία όταν δοθεί η ευκαιρία». Το επίσημο τουρκικό κράτος αρνείται τα εγκλήματα που διέπραξε και μεταφέρει ακόμη τη ντροπή αυτού του εγκλήματος στις νέες γενιές. Οι νέες γενιές στην Τουρκία κουβαλούν ένα ιστορικό παρελθόν αισχύνης από το οποίο θα ελευθερωθούν μόνο όταν το τουρκικό κράτος παραδεχτεί τα εγκλήματα αυτά. Το χρωστάει αυτό η Τουρκία και στο μέλλον της και στις νέες γενιές. Το χρωστάει όμως πρωτίστως στους νεκρούς μας, για να βρουν ανάπαυση επιτέλους οι ψυχές τους.

Θεοδόσιος Α. Κυριακίδης, υπ Διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας

 

 

Πηγή: trikalanews.gr

 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

επιστροφή στην κορυφή

Στον διαδικτυακό τόπο μας χρησιμοποιούμε Cookies με σκοπό τη βελτίωση της online εμπειρίας σας. Επιλέγοντας να συνεχίσετε την περιήγησή σας σε αυτόν, αποδέχεστε αυτομάτως τη χρήση των cookies. Περισσότερα...

Πολιτική Απορρήτου - Όροι Χρήσης - Περιορισμός Ευθύνης - Επικοινωνία Σχετικά με Προσωπικά Δεδομένα
Αποδέχομαι