Menu

Οι εθνότητες στη Βουλγαρία: Αρμένιοι

Οι Αρμένιοι αποτελούν μια από τις μικρότερες, αλλά με έντονη παρουσία, εθνικές μειονότητες στη Βουλγαρία.


Δεν υπάρχουν εξακριβωμένα στοιχεία για την αρμενική διασπορά στη βουλγαρική επικράτεια για την περίοδο πριν την κατάκτησή της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο παλαιότερος διατηρημένος αρμενικός ναός βρίσκεται στην παραδουνάβια πόλη Σιλίστρα στη ΒΑ Βουλγαρία και μεταξύ των θησαυρών του βρίσκεται μια Βίβλος, η οποία χρονολογείται στο 1686, καθώς και πάρα πολλά σπάνια βιβλία και χειρόγραφα.

Ο ναός, σύμφωνα με πινακίδα που ανακαλύφθηκε κατά τη διάρκεια επισκευαστικών εργασιών, χτίστηκε το έτος 1620 (1069 σύμφωνα με το αρμενικό ημερολόγιο). Στα τέλη του 17ου αιώνα χρονολογούνται και οι πρώτες επιτάφιες πλάκες. Στην περίοδο της οθωμανικής σκλαβιάς αρμενικές κοινότητες υπάρχουν κυρίως στις μεγάλες πόλεις: Πλόβντιφ, Σιλίστρα, Ρούσε, Βάρνα, Σούμεν.

Οι Αρμένιοι βουλγαρικής καταγωγής δεν κατατάσσονται μεταξύ των μεγάλων ομάδων της αρμενικής διασποράς. Ο αριθμός τους αυξάνεται σημαντικά κατά την τραγική περίοδο των κατατρεγμών τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η τραγική αυτή περίοδος άρχισε στην περίοδο της δεκαετίας του ’90 του 19ου αιώνα, επί της βασιλείας του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίντ του Β’ και συνεχίστηκε μέχρι τα τέλη του πολέμου μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας το 1922. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, στη Βουλγαρία βρήκαν καταφύγιο τουλάχιστον 25 χιλιάδες άτομα.

Ο αριθμός των νέων Αρμένιων προσφύγων ξεπερνά σημαντικά τον αριθμό των ήδη ζώντων στη Βουλγαρία, ενώ πολλοί απ’ αυτούς έχουν χάσει τις οικογένειές τους. Οι προσπάθειες που έπρεπε να γίνουν για την εγκατάσταση και ενσωμάτωσή τους ήταν τεράστιες. Ιδρύθηκαν αρμενικά σχολεία σε 13 πόλεις, ενώ στη Σόφια και στο Πλόβντιφ τα σχολεία ήταν δυο, λόγω του μεγάλου αριθμού τους.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα ερευνών που πραγματοποιήθηκαν σχετικά πρόσφατα, ο αριθμός των Αρμενίων στη Βουλγαρία δεν ξεπερνά τις επτά χιλιάδες άτομα. Τα μέλη της αρμενικής διασποράς έχουν, επί το πλείστον, ανώτατη μόρφωση και συμμετέχουν δραστήρια στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή της χώρας. Πληροφοριακά αναφέρουμε τα ονόματα των συγγραφέων Σεβντά Σεβάν και Αγκόπ Μελκονιάν, των μουσικοσυνθετών Βίλι Καζασιάν και Χαϊγκασόντ Αγκασιάν, το θεατρικό σκηνοθέτη Κρικόρ Αζαριάν, της τραγουδίστριας και μουσικού παιδαγωγού, Στέφκα Ονικιάν, του ζωγράφου Εντμόντ Ντεμιρτζιάν, των αθλητών Νουραΐρ Νουρικιάν και Ιούλια Μπερμπεριάν, οι οποίοι είναι πλατειά γνωστοί στη Βουλγαρία και ο εξωτερικό.

Τα πρώτα ιστορικά στοιχεία για την ύπαρξη αρμενικού κράτους τοποθετούνται στον 5ο με 6ο αιώνα π.Χ. και μας δείχνουν ότι, από τότε μέχρι και σήμερα, ο λαός των Αρμενίων έπρεπε πάντα να μάχεται για την ανεξαρτησία του, για το δικαίωμά του να έχει δική του κουλτούρα και πολιτισμό. Από το όρος Αραράτ μέχρι τις κοιλάδες που από τις οποίες πηγάζουν οι ποταμοί Τίγρης και Ευφράτης, το κράτος των Αρμενίων πότε μεγάλωνε, πότε μίκραινε και πότε σταματούσε να υπάρχει. Οι εχθροί με τους οποίους έπρεπε να μάχεται είναι γνωστοί σ’ εμάς τους Βούλγαρους: Βυζάντιο και Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο διάστημα των τελευταίων δυο αιώνων σημαντικό ρόλο για τον Αρμενικό λαό, όπως και για το Βουλγαρικό, διαδραμάτισε η Ρωσία.

Τα εδάφη των δυο λαών βρίσκονται σε σχετικά μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, αλλά, θα μπορούσαμε να πούμε, γίνονται σχεδόν γειτονικά στις περιόδους μετακινήσεων των σλάβων και πρωτοβούλγαρων στη Βαλκανική χερσόνησο. Η αιτία για τη γειτνίαση αυτή βρίσκεται στην πολιτική μεταφοράς πληθυσμών την οποία ακολουθούσε στα εδάφη της η Βυζαντινή αυτοκρατορία, αλλά και το γεγονός ότι πολλοί Αρμένιοι κατείχαν υψηλές θέσεις στη διοίκησή της, φτάνοντας ακόμα και στον αυτοκρατορικό θρόνο.

Απόδειξη για τους δεσμούς αυτούς αποτελεί ένα αρμενικό τετραευαγγέλιο του 966, το οποίο ανακαλύφθηκε στο μοναστήρι Μπάτσκοφσκι, στη Νότια Βουλγαρία και θεωρείται για ένα από τα παλαιότερα αρμενικά χειρόγραφα. Το Τετραευαγγέλιο φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη "Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος" στη Σόφια.

Στην ιστορία και την κουλτούρα των Αρμενίων υπάρχουν πολλά ακόμα στοιχεία και ιδιαιτερότητες οι οποίες δείχνουν τα κοινά σημεία των δυο λαών. Οι Αρμένιοι είναι περήφανοι για το γεγονός ότι το κράτος τους είναι το πρώτο που δέχεται το χριστιανισμό σαν επίσημη θρησκεία το έτος 301. Οι δεσμοί της εκκλησίας με το κράτος οδηγούν στην ανεξαρτητοποίηση της χώρας από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Αυτή η ανεξαρτησία της Αρμενικής Εκκλησίας ενισχύεται μετά την απόρριψη των αποφάσεων της συνόδου της Χαλκηδόνας το 451. Ο ασπασμός της χριστιανικής θρησκείας συνδέεται με τη δημιουργία της αρμενικής γραφής και λογοτεχνίας, της αρμενικής γλώσσας. Αυτό συμβαίνει και στη Βουλγαρία. Με τον εκχριστιανισμό της χώρας δημιουργείται η σλαβική γραφή, η λογοτεχνία και η παιδία.

Ανεξάρτητη από τη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή, η Αρμενική Εκκλησία αποτελεί ένα από τους αδιαμφισβήτητους παράγοντες οι οποίοι στηρίζουν την ταυτότητα των αρμενίων και τους μετατρέπει σε ένα από τους λαούς που η διασπορά τους ξεπερνά κατά πολύ τον πληθυσμό των κρατών τους.

Κείμενο: Μποζιντάρ Αλέξιεφ

Μετάφραση: Σταύρος Βανιώτης

 

Πηγή: bnr.bg

Διαβάστε περισσότερα...

Οι Νεότουρκοι τότε και σήμερα

Φάνη Μαλκίδη
Καθηγητού Κοινωνικών Επιστημών

Εκατόν τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τον Δεκέμβριο του 1908 όταν  οι Νεότουρκοι πήραν την εξουσία και έλαβαν την απόφαση για την μαζική δολοφονία των μη μουσουλμάνων που ζούσαν στο οθωμανικό κράτος. Η απόφαση για την εξόντωση των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ελλήνων  λήφθηκε από τους Νεότουρκους μετά την ανάληψη της εξουσίας από αυτούς, εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄  Παγκοσμίου Πολέμου και ολοκληρώθηκε από το Μουσταφά Κεμάλ ( 1919 - 1923 ). Οι διωγμοί εκδηλώθηκαν αρχικά με τη μορφή κρουσμάτων βίας, καταστροφών, απελάσεων και εκτοπισμών· πολύ γρήγορα όμως έγιναν πιο οργανωμένοι και εκτεταμένοι και στρέφονταν μαζικά πλέον κατά των Ελλήνων.    Δημιουργήθηκαν τα τάγματα εργασίας, τάγματα εξόντωσης ουσιαστικά από τα οποία γλίτωσαν ελάχιστοι.  Μετά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, άρχισε η εξόντωση των Αρμενίων και ακολούθησε αυτή των Ελλήνων. Το Μάιο του 1916 εισήχθη νομοθετικά η σωματική ποινή για να βελτιωθεί η πειθαρχία στο στράτευμα και κυρίως για να περιοριστούν οι λιποταξίες, οι οποίες προερχόταν κυρίως από τον ελληνικό πληθυσμό. Μέχρι το τέλος του 1917 επιστρατεύθηκαν περισσότεροι από 200.000 Έλληνες 15 έως 48 ετών και πολλοί από αυτούς πέθαναν από τις στερήσεις, το κρύο, τις αρρώστιες.
Τον Δεκέμβριο του 1916 εκπονήθηκε από τους ηγέτες των Νεότουρκων  Εμβέρ, Τζεμάλ και Ταλαάτ Πασά,  υπευθύνων υλοποίησης της  γενοκτονίας των Αρμενίων, σχέδιο εξόντωσης του άμαχου ελληνικού πληθυσμού  που προέβλεπε  «άμεση εξόντωση  των ανδρών των πόλεων από 16-60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και γυναικόπαιδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης».
Είναι γεγονός ότι οι τουρκικοί μηχανισμοί  και οι υποστηρικτές τους σε όλον τον κόσμο εφευρίσκουν διάφορα σενάρια προκειμένου να δικαιολογήσουν τις μαζικές εκτοπίσεις και τελικώς τις μαζικές δολοφονίες ενάντια στους Έλληνες. Προσπαθούν να δικαιολογήσουν τους Νεότουρκους, τους διδάξαντες το ρατσισμό και εθνικισμό    στους Ναζί.
Όμως οι Νεότουρκοι και ειδικότερα η κεντρική επιτροπή της «Ένωσης και Πρόοδος» κατέληξε το Μάρτιο του 1915  στην απόφαση να εκτοπίσει ολόκληρο τον ελληνικό  πληθυσμό. Οι εκτοπίσεις αυτές, είχαν ως αποτέλεσμα την εξόντωση τεράστιου αριθμού Ελλήνων, η οποία συνιστά ένα αναμφισβήτητο ιστορικό γεγονός, το οποίο επιβεβαιώνεται από πολλές μαρτυρίες. Άλλωστε το σχέδιο «απέλασης» περιλάμβανε την ολότητα σχεδόν των Ελλήνων, συμπεριλαμβανομένων και όσων κατοικούσαν παραπάνω από χίλια χιλιόμετρα μακριά από το μέτωπο δηλαδή περιοχές όπου καμία ελληνική δραστηριότητα δεν γινόταν αντιληπτή. Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός είναι ότι οι εκτοπίσεις δεν περιορίστηκαν μόνο στην εμπόλεμη ζώνη αλλά επεκτάθηκαν σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία και οπωσδήποτε συνεχίστηκαν και μετά το 1919.
Με βάση τις μαρτυρίες δημοσιογράφων,  ιεραποστόλων, αξιωματικών και διπλωματών, που ήταν σε συνεχή επαφή με τις οθωμανικές αρχές, με βάση τις αποδείξεις που προέκυψαν από τις μεταπολεμικές οθωμανικές δίκες που διερεύνησαν τις σφαγές, και ακόμη,  προκύπτει το συμπέρασμα πως μία ομάδα των Νεότουρκων υπό τον Ταλαάτ επιθυμούσε να εξαφανίσει κάθε μη μουσουλμανική μειονότητα και κυρίως τους Έλληνες και τους Αρμένιους.  Κρατικοί αξιωματούχοι συμμετείχαν σ' αυτήν την πολιτική εκκαθάρισης  και οργάνωσαν οι ίδιοι διώξεις σε μεγάλη έκταση, ενώ όσοι  αρνήθηκαν να συνεργαστούν, αυτοί αντικαταστάθηκαν. Έτσι τεκμηριώνεται η άποψη ότι  εφαρμόστηκε μια κεντρικά κατευθυνόμενη πολιτική εξολόθρευσης, η οποία προήλθε  από τους Νεότουρκους και στη συνέχεια από τους Κεμαλικούς, οι οποίοι επικαλέστηκαν τη «σωτηρία του έθνους» και τον «πόλεμο της ανεξαρτησίας» για να συνεχίσουν τα εγκλήματα.
Επίσης προβάλλεται η ασυνέχεια μεταξύ Νεότουρκων και Κεμαλικών, και τονίζεται ότι το σημερινό τουρκικό κράτος δεν έχει καμία σχέση με το οθωμανικό κράτος, ένα επιχείρημα όμως που είναι μετέωρο και αποτελεί  ένα τεράστιο ψεύδος.
Σε ουσιαστικό επίπεδο, οι διωγμοί που ξεκίνησαν από τους Νεότουρκους συνεχίστηκαν από τους Κεμαλικούς με την ίδια μεθοδικότητα και οργάνωση. Οι διωγμοί εναντίον των Ελλήνων, οι οποίοι καταγράφτηκαν από συμμάχους των Κεμαλικών και αναφέρονται και από Τούρκους συγγραφείς και προκάλεσαν αντιδράσεις αγανάκτησης ακόμα και στους κόλπους της Εθνοσυνέλευσης, εντάσσονταν στη συνέχεια μεταξύ Νεότουρκων και Κεμαλικών.
Είναι πλέον αναμφισβήτητο γεγονός ότι η οικειοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των Ελλήνων  σε διάφορες χρονικές φάσεις από τους Νεότουρκους και  οδήγησε την οθωμανική- τουρκική οικονομία σε άνοδο. Μάλιστα οι Νεότουρκοι προσπάθησαν να οικειοποιηθούν ακόμη και τις ασφάλειες ζωής που είχαν κάνει οι Αρμένιοι και οι Έλληνες, ζήτημα το οποίο ήλθε στην επιφάνεια πρόσφατα.
Όλες οι διαδοχικές κυβερνήσεις της Τουρκίας, αρνήθηκαν τη σχετική με τη γενοκτονία κατηγορία και δεν έπαψε να αναπτύσσει συντονισμένες προσπάθειες για να εμποδίσει κάθε αναγνώριση της γενοκτονίας,  και κάθε έρευνα πάνω στα περιστατικά αυτής της γενοκτονίας  Αυτά τα μέσα που αναπτύσσει για τη διάψευση της ιστορικής αλήθειας και για την εξυπηρέτηση της παραπληροφόρησης, η Τουρκία μπορεί σίγουρα να τα εντείνει στο μέλλον: στο εσωτερικό να συσπειρώσει το εθνικό συναίσθημα γύρω από γεγονότα, όπως τα μνημόσυνα των θυμάτων της Τουρκίας κατά την περίοδο των Νεότουρκων  ή ημέρες μνήμης και τιμής  υπευθύνων της γενοκτονίας μεταξύ των οποίων και οι ηγέτες των Νεότουρκων.
Είναι ξεκάθαρο πλέον ότι η Τουρκία εκτός από  την άρνηση τέλεσης  του εγκλήματος,  έχει επιδοθεί σε συστηματική προσπάθεια   για να εξηγηθεί, να δικαιολογηθεί και να στοιχειοθετηθεί το μαζικό έγκλημα, που κατέληξε στην ολοκληρωτική εκδίωξη των Ελλήνων. Ανάμεσα σ' αυτά κεντρική θέση κρατούν οι προσπάθειες για την αθώωση των Νεότουρκων, οι οποίοι ξεκίνησαν την εκδίωξη και εξόντωση των Ελλήνων, των Αρμενίων, και Ασσυρίων από το οθωμανικό κράτος. Ωστόσο η ιστορία και η αλήθεια  δείχνει το δρόμο για να φύγει το σκοτάδι και το ψεύδος.
Διαβάστε περισσότερα...
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Στον διαδικτυακό τόπο μας χρησιμοποιούμε Cookies με σκοπό τη βελτίωση της online εμπειρίας σας. Επιλέγοντας να συνεχίσετε την περιήγησή σας σε αυτόν, αποδέχεστε αυτομάτως τη χρήση των cookies. Περισσότερα...

Πολιτική Απορρήτου - Όροι Χρήσης - Περιορισμός Ευθύνης - Επικοινωνία Σχετικά με Προσωπικά Δεδομένα
Αποδέχομαι

Newsletter