Menu

«Αρμένιοι τρομοκράτες μεταμφιεσμένοι ως Τούρκοι στρατιώτες έκαψαν τη Σμύρνη!»

Γράφει ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας

Η «επίσημη Τουρκία» αντεπιτίθεται στα νέα ψηφίσματα που προτείνουν την αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας μέσω νέων εξωφρενικών θέσεων του «Ιδρύματος Τουρκικής Ιστορίας». Το εν λόγω ίδρυμα, που απηχεί τις επίσημες κρατικές θέσεις περί ιστορίας, αποφάσισε να δώσει τέλος στην παραδοσιακή απόδοση της φωτιάς στον ελληνικό στρατό. Σχεδιάζει νέο βιβλίο στα αγγλικά που θα αποδίδει την πυρκαϊά σε «Αρμένιους τρομοκράτες που είχαν φορέσει στολές Τούρκων στρατιωτών». Και η άρνηση της ιστορίας συνεχίζεται, προσλαμβάνοντας νέες διαστάσεις...

Σε εξαιρετικά δύσκολη θέση φαίνεται πως αισθάνεται ότι έχει περιέλθει η τουρκική διπλωματία και πολιτεία μετά τα αλλεπάλληλα κτυπήματα στην επίσημη πολιτική του κράτους να αρνείται την Αρμενική Γενοκτονία. Τα ψηφίσματα με τα οποία η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων και η Σουηδική Βουλή πρότειναν την αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας από το Κογκρέσσο και τη Σουηδική κυβέρνηση αντίστοιχα προκάλεσαν υστερικές αντιδράσεις της Άγκυρας, που απειλεί να προσφύγει στο  Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά των κρατών τα κοινοβούλια των οποίων περνούν ψηφίσματα αναγνώρισης της Γενοκτονίας. Ακόμη περισσότερο οργισμένες είναι οι αρχές με το γεγονός ότι μία πλειάδα Τούρκων ιστορικών και διανοουμένων καταφέρεται έντονα κατά της επίσημης πολιτικής άρνησης, επιδιώκοντας τη συγγνώμη της αρμενικής πλευράς για τις σφαγές.


Σε αυτό το πλαίσιο, η επίσημη πολιτεία βρίσκεται σε συντονισμένη προσπάθεια αντεπίθεσης και δημιουργίας εντυπώσεων σε διεθνές επίπεδο. Παραδοσιακά, κάθε προβολή της Αρμενικής Γενοκτονίας σε διεθνές επίπεδο συνοδευόταν με προπαγάνδα από το «Τουρκικό Ίδρυμα Ιστορίας». Οι κρατικοδίαιτοι ιστορικοί του εδώ και χρόνια ισχυρίζονται πως γενοκτονία υπήρξε μεν, αλλά πρόκειται για γενοκτονία Τούρκων και Κούρδων που κατέσφαξαν οι Αρμένιοι σε όλη τη Μικρά Ασία. Τις θέσεις αυτές απηχεί και η ιστοσελίδα του τουρκικού Υπεξ, την οποία φημολογείται ότι τις έχουν επιμεληθεί οι ιστορικοί του εν λόγω ιδρύματος.

Για δεκατέσσερα χρόνια διατέλεσε πρόεδρός του ο Γιουσούφ Χαλάτσογλου, πρόσωπο νοοτροπίας φασιστοειδούς, που χαίρει της απαξίας σύσσωμης της φιλελεύθερης διανόησης της Τουρκίας. Ο αγώνας της τελευταίας πέτυχε την απομάκρυνση του Χαλάτσογλου, ενώ η διεθνής κατακραυγή είχε επιτύχει και την κατάργηση διάταξης του Ποινικου Κώδικα που όριζε πως ο ισχυρισμός Τούρκου πως το 1915 τελέσθηκε γενοκτονία εις βάρος των Αρμενίων αποτελεί ποινικό αδίκημα.

Ωστόσο, η παρακαταθήκη του Χαλάτσογλου παραμένει στο Τουρκικό ίδρυμα Ιστορίας, όπως επίσης παραμένει στο κυβερνητικό επίπεδο ο επιθετικός εθνικισμός των πρότερων, κεμαλικών κυβερνήσεων, παρά τη «μεταπολίτευση» που έφερε το ΑΚΡ στην εξουσία. Η προβολή θέσεων για την Αρμενική Γενοκτονία που δεν πείθουν κανέναν στο εξωτερικό αλλά και προκαλούν την ειρωνεία των φιλελεύθερων Τούρκων, αποτελεί δυστυχώς εμμονή και της παρούσας κυβέρνησης. Εκατομμύρια δολλάρια δαπανούνται για την προβολή θέσεων που και δεν πείθουν, και συντείνουν μονάχα στο να αμαυρώνουν την εικόνα της Τουρκίας διεθνώς.


Η σχεδιαζόμενη αντεπίθεση στα δύο πρόσφατα ψηφίσματα για το Αρμενικό θα πραγματοποιηθεί, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τουρκικού τύπου, με αναφορά στην... πυρκαϊά της Σμύρνης. Το ζήτημα θεωρείται «λυμένο» στη διεθνή ιστοριογραφία, όπου η απολύτως κρατούσα άποψη αποδίδει την πυρκαϊά στον εισβάλλοντα τουρκικό στρατό, ενώ δεν παραλείπει τις εκτενείς αναφορές στις σφαγές των αμάχων. Στην Τουρκία, πάλι, οι μαθητές διδάσκονται στο σχολείο από τους καθηγητές τους ότι τη Σμύρνη την έκαψε ο ελληνικός στρατός κατά την αποχώρησή του. «Οι Έλληνες έκαψαν τα σπίτια τους και έφυγαν, για να μην πέσουν οι περιουσίες τους στα χέρια των Τούρκων» είναι η συχνά επαναλαμβανόμενη θέση της επίσημης ιστοριογραφίας. Το Τουρκικό Ίδρυμα Ιστορίας, ωστόσο, εμφανίζεται σήμερα αποφασισμένο να προπαγανδίσει μία θέση, που φαίνεται πιο «συμφέρουσα» στην παρούσα συγκυρία: σύμφωνα με αυτή, τη φωτιά της Σμύρνης έβαλαν το Σεπτέμβριο του 1922 «22 Αρμένιοι τρομοκράτες» που είχαν φορέσει στολές Τούρκων στρατιωτών!

Ο Γιασάρ Ακσόι  Τις προθέσεις του Τουρκικού Ιστορικού Ιδρύματος αποκάλυπτε σε άρθρο του στη Χουριέτ ο Γιασάρ Ακσόι, συγγραφέας και αρθρογράφος της εφημερίδας. Το άρθρο δημοσιεύθηκε πριν τη σχετική ανακοίνωση από το διευθυντή του τμήματος Αρμενικών Ερευνών του ιδρύματος Κεμάλ Τσιτσέκ, στην ίδια εφημερίδα, σχετικά με τη νέα τακτική του ιδρύματος και είναι βάσιμο να υποτεθεί πως ο Ακσόι σκιαγραφούσε την κρατική πολιτική «αντεπίθεσης» που εκλήθη το ίδρυμα να υιοθετήσει.


Δύο εξελίξεις υπαγόρευσαν, κατά τον Ακσόι, την επερχόμενη αντεπίθεση της «επίσημης» Τουρκίας, δια στόματος του Τουρκικού Ιδρύματος Ιστορίας. Η πρώτη ήταν ο συναγερμός που προκάλεσε το ψήφισμα της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Αμερικανικής Βουλής, το οποίο έκανε λόγο για γενοκτονία των Αρμενίων μεταξύ των ετών 1915 και 1923. Στα προηγούμενα ψηφίσματα, γινόταν πάντοτε αναφορά στις ημερομηνίες 1915 – 1919. Η αλλαγή των ημερομηνιών στο τελευταίο ψήφισμα καταδεικνύει πως οι «υποστηρικτές των αρμενικών θέσεων», κατά τον Ακσόι, επιχειρούν να επεκτείνουν τις χρονολογίες της γενοκτονίας, ώστε να συμπεριλάβει και την καταστροφή της Σμύρνης. Σε μία ξεχωριστή εξέλιξη που εξόργισε την Τουρκία, στη σειρά The Pacific του Steven Spielberg, όπου πρωταγωνιστθεί ο Tom Hanks, παρουσιάζονται οι Τούρκοι ως υπεύθυνοι της πυρκαϊάς της Σμύρνης, αλλά και εκτεταμένων σφαγών στην πόλη.

Οπλισμένοι Αρμένιοι  Ο Ακσόι μιλά για μία «διεθνή εκστρατεία εκδίκσης», που χρησιμοποιεί το ζήτημα της πυρκαϊάς προκειμένου να δυσφημίσει το Τουρκικό έθνος, αμαυρώνοντας την ιστορία και την ταυτότητά του. Αφού καταγγέλει ως «αντιτούρκους» την πληθώρα των μαρτύρων που καταγγέλουν τον τουρκικό στρατό ως υπεύθυνο για την πυρκαϊά, υιοθετεί τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς κάποιων ιεραποστόλων και ξένων γραφειοκρατών προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τη φωτιά έβαλαν Αρμένιοι τρομοκράτες που δραστηριοποιούνταν στην πόλη την περίοδο εκείνη. Κατονομάζει ως υπεύθυνη μία οργάνωση με το όνομα «Επαναστατικό Αρμενικό Κομιτάτο Σμύρνης», παράρτημα της επαναστατικής Αρμενικής οργάνωσης Τασνακσιουτούν («Τασνάκ»). Κίνητρό της για την πυρκαϊά, κατά τον Ακσόι, ήταν «να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων τα πλούτη των Χριστιανών της πόλης». Η εισαγωγή του άρθρου «απάντηση στους βρώμικους ισχυρισμούς της αμερικανικής σειράς» και φράσεις όπως «δόξα τω Θεώ που έχουμε στα χέρια μας ένα χείμαρρο εγγράφων που αποδεικνύουν τη δράση της οργάνωσης αυτής στη Σμύρνη κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών και του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου» προδίδουν και τις διαθέσεις και αντεπιστημονική στάση του γράφοντος. Ο Ακσόι μιλά για δηλώσεις της οργάνωσης στις αρχές του Σεπτεμβρίου πως θα έκαιγε τη Σμύρνη αν έπεφτε στα χέρια των Τούρκων, δηλώσεις που ισχυρίζεται πως καταγράφηκαν και σε διεθνή έγγαφα, τα οποία όμως παραλείπει να ονομάσει.


Ξεφεύγοντας από την παραδοσιακή θέση που προωθεί το επίσημο κράτος, ο Ακσόι τονίζει πως η φωτιά αποτέλεσε προϊόν οργανωμένου σχεδίου και σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί σε «ατύχημα». Καθώς όμως ο ελληνικός στρατός είχε αποχωρήσει από την πόλη «κακήν κακώς» στις 9 Σεπτεμβρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για το σχέδιο πυρπόλησής της: η πυρκαϊά ξεκίνησε μόλις το μεσημέρι της 13ης Σεπτεμβρίου. Ο αρθρογράφος αναφέρεται στο (αναμφισβήτητο γεγονός) της πυρπόλησης πολλών πόλεων της Μικράς Ασίας (Πάνορμος, Μαγνησία κ.ά) από τον ελληνικό στρατό, αλλά τονίζει πως η Σμύρνη αποτελεί εξαίρεση. Θεωρεί δε πως οι Τούρκοι, που μόλις είχαν ανακτήσει την πόλη, δεν είχαν κανένα λόγο να πυρπολήσουν τις πλουσιότερες συνοικίες της. Ήταν πλέον μία τουρκική πόλη, και δεν υπήρχε λόγος να εκτεθεί και να δυσφημισθεί με μία παρόμοια πράξη ο τουρκικός στρατός μπροστά στα σταθμευμένα στον κόλπο της Σμύρνης πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων. Αποκρούοντας την ελληνική ή τουρκική ευθύνη, αλλά και την πιθανότητα ατυχήματος, ο Ακσόι υποδεικνύει την ανωτέρω Αρμενική οργάνωση ως υπεύθυνη για την πυρπόληση της Σμύρνης. Καταγγέλει δε τους Τούρκους ιστορικούς που δέχονται την ευθύνη του τουρκικού στρατού για την πυρκαϊά ως πιόνια «σχεδίων για την πλύση εγκεφάλου του τουρκικού λαού. Μάλιστα. Δεν αναφέρεται βέβαια στο ζήτημα των σφαγών των αμάχων από τον τουρκικό στρατό σε όλη την πόλη, ωμότητες επαρκώς καταγεγραμμένες από πλήθος δυτικών παρατηρητών.

Ο Κεμάλ Τσιτσέκ  Λίγες ημέρες μετά το άρθρο του Ακσόι, ο Κεμάλ Τσιτσέκ, διευθυντής του τμήματος Αρμενικών Ερευνών του Τουρκικού Ιδρύματος Ιστορίας, αποκάλυπτε στη Χουριέτ πως το ίδρυμα ετοιμάζει την έκδοση ενός βιβλίου στην αγγλική, προς «διαφώτιση» της διεθνούς κοινής γνώμης σχετικά με τη φωτιά της Σμύρνης. Βασική θέση του νέου αγγλόφωνου πονήματος θα είναι πως τη φωτιά έβαλαν «22 Αρμένιοι που είχαν φορέσει στολές Τούρκων στρατιωτών», οι οποίοι μάλιστα και παραδέχθηκαν την πράξη τους ενώπιον των τότε αστυνομικών αρχών. Η ιστορία που θέλει να διαφημίσει το ίδρυμα στην παγκόσμια κοινή γνώμη προφανώς επιδιώκει να αποπροσανατολίσει από την τουρκική ευθύνη για τη γενοκτονία του 1915.


Κατά τον Τιτσέκ, η στρατονομία είχε τότε συλλάβει τους «Αρμενίους τρομοκράτες» τους ενδεδυμένους το τουρκικό χακί, ως υπεύθυνους για την πυρκαϊά. Οι δε συλληφθέντες «ομολόγησαν» την ενοχή τους. Στους γνώστες της τουρκικής ιστορίας το περιστατικό θυμίζει έντονα παλαιότερες πρακτικές του επίσημου κράτους, και συγκεκριμένα τις συλλήψεις την επαύριο των Σεπτεμβριανών, του πογκρόμ του 1955 κατά των Ελλήνων της Πόλης. Οι αστυνομικές αρχές της Πόλης τότε είχαν προβεί σε μαζικές προσαγωγές και ανακρίσεις αριστερών διανοουμένων, ισχυριζόμενες πως το πογκρόμ κατά των Ρωμηών και των άλλων μειονοτικών ήταν σχέδιο του «διεθνούς κομμουνισμού». Σήμερα βέβαια έχει αρκούντως αποδειχθεί ότι αποτέλεσε οργανωμένο σχέδιο του τουρκικού παρακράτους και των οργανώσεων που αυτό ήλεγχε, με στόχο την εθνική εκκαθάριση της Πόλης.  Ο Τσιτσέκ οικτίρει μάλιστα την «πλάνη» πολλών Τούρκων διανοουμένων, που υιοθετούν την άποψη πως οι Τούρκοι έκαψαν τη Σμύρνη. Η δική του πάντως συνέντευξη είναι μία παρέλαση από ανακολουθίες. Αφού σημειώνει πως «δεν υπάρχει στα έγγαφα και έργα που μελετήσαμε σαφής απόδειξη για το ποιος ξεκίνησε τη φωτιά». Ελλείψει σαφέστατων αποδείξεων, υποστηρίζει, «η θέση κάποιων συγγραφέων μας [Τούρκων συγγραφέων] ότι τη Σμύρνη έκαψαν οι Τούρκοι αντίκειται στην επιστημονική γνώση». Και καταλήγει πως «μετά από συλλογική μελέτη των αρχείων συμπεράναμε πάντως πως υφίσταται μία ομοφωνία πως τη φωτιά έβαλαν οι Αρμένιοι».

O μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος Ανάμεσα στα εξωφρενικά που ισχυρίζεται ο Τσιτσέκ είναι πως «ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρίστομος (sic, εννοεί το Χρυσόστομο) σε κηρύγματά του στις εκκλησίες ισχυρίσθηκε πως η πυρπόληση της πόλης αποτελεούσε θρησκευτικό καθήκον, ώστε να μην παραδοθούν τα πλούτη της στους Τούρκους», αλλά και ότι ο τότε πρέσβυς των ΗΠΑ στη Σμύρνη Horton έλαβε χρηματική αμοιβή από την αρμενική διασπορά για να γράψει βιβλίο προπαγανδίζοντας τις ελληνικές και αρμενικές θέσεις. Ο Τσιτσέκ ισχυρίζεται πως το γεγονός του χρηματισμού επιβεβαίωσαν και οι κληρονόμοι του Horton, αλλά βιάζεται να προσθέσει πως το ίδρυμα δε διαθέτει έγγραφη απόδειξη της «ομολογίας» αυτής. Φυσικά, ο Τσιτσέκ αποφεύγει να αναφερθεί στις σφαγές που ακολούθησαν την κατάληψη της πόλης από τον τουρκικό στρατό, ενώ δεν εξηγεί τι απέγιναν οι περίφημοι 22 Αρμένιοι συλληφθέντες και ομολογήσαντες. Πού βρήκαν τις στολές Τούρκων στρατιωτών, γιατί δεν έχει ακούσει κανείς μέχρι σήμερα γι’ αυτούς; Γιατί μέχρι σήμερα στα σχολεία και την επίσημη ιστοριογραφία η ευθύνη της φωτιάς αποδιδόταν στον ελληνικό στρατό, και μάλιστα παρά τη διεθνή παραδοχή της τουρκικής ευθύνης; Ο Τσιτσέκ παραδέχεται πάντως πως μόνο ένας ξένος εκπαιδευτικός, και κανείς άλλος αυτόπτης, δεν κάνει λόγο για «Αρμενίους που είχαν φορέσει τουρκικές στρατιωτικές στολές».  Εύλογη δε είναι και η απορία του πώς αυτός διέγνωσε πως οι στρατιώτες που έβαζαν τις φωτιές ήταν στην πραγματικότητα Αρμένιοι μεταμφιεσμένοι.


Το εύλογο ερώτημα βέβαια είναι εάν όντως η «επίσημη Τουρκία» πιστεύει πως οποιοδήποτε στο εξωτερικό πείθεται από τους σχετικούς ισχυρισμούς της άρνησης, είτε πρόκειται για τη Γενοκτονία των Αρμενίων και των άλλων χριστιανικών λαών της Μικράς Ασίας είτε για την τουρκική ευθύνη για την πυρπόληση της Σμύρνης. Πόσο μάλιστα που το κύμα δυσπιστίας έναντι των επίσημων τουρκικών θέσεων διογκώνεται στην ίδια τη χώρα, με τη φιλελεύθερη διανόηση να περιγελά τις θέσεις των αρχών. Μπορεί το Τουρκικό Ίδρυμα Ιστορίας να ισχυρίζεται πως ο Horton χρηματίσθηκε από την αρμενική διασπορά για να προπαγανδίσει «αντιτουρκικές θέσεις», αλλά θα πρέπει να το αποδείξει. Αντιθέτως, έχει επαρκώς αποδειχθεί το σκάνδαλο του χρηματισμού αμερικανών ιστορικών από την τουρκική κυβέρνηση για τον προπαγανδισμό των τουρκικών θέσεων άρνησης της γενοκτονίας. Σε μία μάλιστα περίπτωση, ο ιστορικός Heath Lowry απεδείχθη ότι όχι μόνο έπαιρνε χρήματα, αλλά και δρούσε ως εντολοδόχος της τουρκικής πρεσβείας στη Ουάσιγκτον. Ως αποτέλεσμα το όνομα του Lowry, που ως μαϊντανός εμφανίζεται σε κάθε ευκαιρία για να προπαγανδίσει τις τουρκικές θέσεις, κατέστη στις ΗΠΑ συνώνυμο της διαφθοράς και του χρηματισμού των πανεπιστημιακών.

Πηγή: Newstime.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Η αλήθεια για την Αρμενική Γενοκτονία

Γράφει ο Αλέξης Ηρακλείδης

Προσφάτως, γίνεται πολύ λόγος και πάλι για την αρμενική γενοκτονία, λόγω ψηφισμάτων σε εθνικά κοινοβούλια (ΗΠΑ, Σουηδία,κλπ.). Στους  Έλληνες το θέμα αυτό είναι ιδιαίτερα προσφιλές. Όχι επειδή υπάρχει καμιά ιδιαίτερη ευαισθησία για σφαγές και γενοκτονίες (άρα σιωπή για Σρεμπρένιτσα) αλλά για δύο άλλους λόγους. Πρώτον γιατί επιβεβαιώνει το γνωστό ελληνικό στερεότυπο περί «βαρβάρων Τούρκων» και δεύτερον επειδή ανοίγει την όρεξη σε πολλούς για ψηφίσματα περί «γενοκτονιών» σε βάρος των Ελλήνων στη Μικρά Ασία από τους Τούρκους (Μικρασιατική Καταστροφή, περίπτωση Ποντίων). Ας δούμε όμως τα πράγματα σε σχέση με την τραγική μοίρα των Αρμενίων, τότε, πως έλαβαν χώρα.

Η Αρμενική γενοκτονία του 1915-16 είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός. Βέβαια  την εποχή εκείνη δεν υπήρχε η έννοια της γενοκτονίας,  που πρωτοεμφανίστηκε  ως έννοια το 1944 (από τον Πολωνό-Εβραίο δικηγόρο  Λέμκιν), σε σχέση με το Εβραϊκό Ολοκαύτωμα σχεδόν 6 εκατομμυρίων Εβραίων από τους  Ναζί.  Στη συνέχεια η έννοια γενοκτονία απέκτησε και νομική διάσταση, με την περίφημη Σύμβαση του ΟΗΕ κατά τη Γενοκτονίας του 1948, που ορίζει τη γενοκτονία ως το υπ’ αριθμόν ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.


Όταν έλαβε χώρα η αρμενική γενοκτονία («αρμενικές σφαγές» ή «αρμενικές ωμότητες», όπως λεγόντουσαν τότε), η βίαιη καταστολή, ειδικά στην περίπτωση εξέγερσης, ήταν μεν κατακριτέα και υφίστατο διεθνή κατακραυγή, αλλά δεν ήταν απαγορευμένη νομικά, στη βάση του τότε ισχύοντος διεθνούς δικαίου. Στην βάση της αρχής της κυριαρχίας και της μη επέμβασης στα εσωτερικά των κρατών, οι περισσότερες χώρες, ειδικά αν ήταν ισχυρές, δεν υφίσταντο διεθνείς κυρώσεις (σε αντίθεση με την περίπτωση των σφαγών των Ελλήνων από τον Ιμπραήμ το 1825-27 ή των Βουλγαρικών ωμοτήτων το 1876), όπως η Βρετανικές σφαγές στη Τζαμάικα, οι σφαγές και εθνοκαθάρσεις στην Αυστραλία κα τις ΗΠΑ κατά των γηγενών κατοίκων ή τα πογκρόμ κατά των Εβραίων στην Τσαρική Ρωσία.

Στην  περίπτωση των Αρμενίων το 1915-16, τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως εξής: Όταν οι Αρμένιοι εξεγέρθηκαν και επιπλέον ζήτησαν βοήθεια  από τη Ρωσία (την οποία και έλαβαν, αφού οι Ρώσοι πολεμούσαν τότε κατά των Οθωμανών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο), ο Ενβέρ (υπουργός άμυνας) και κυρίως ο Ταλαάτ (υπουργός εσωτερικών), οι δύο από την τριανδρία που κυβερνούσε τότε την Οθωμανική Αυτοκρατορία, από τον Δεκέμβριο του 1912, μετά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, συνέλαβαν την ιδέα της μαζικής εκδίωξης και εξολόθρευσης των Αρμενίων. Δηλαδή, με σημερινούς όρους επρόκειτο για ένα συνδυασμό «εθνοκάθαρσης», υπό την έννοια της βίαιης ομαδικής εκδίωξης, με γενοκτονία.  Το αποτρόπαιο αυτό εγχείρημα το ανέλαβε κατ’ εντολή του Ταλαάτ, ο Μπαχεϊντίν Σακίρ, που προΐστατο της φονικής Ειδικής Οργάνωσης, που είχε προβεί σε επιθέσεις και κατά των Οθωμανών Ελλήνων κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο τελικός στόχος ήταν να εκδιωχθούν όλοι οι Αρμένιοι από την Ανατολία (Μικρά Ασία) στη συριακή έρημο Ζορ, εννοείται όσοι είχαν επιβιώσει από τις επιθέσεις που υφίσταντο κατά την εκδίωξη τους.  Όσον αφορά των αριθμό των νεκρών – που η συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν άμαχοι, δηλαδή όχι οι ένοπλοι εξεγερθέντες Αρμένιοι - κυμαίνονται μεταξύ 800 000 και 1.2 εκατομμύρια, αριθμός συγκλονιστικός.


Αξίζει να αναφερθούμε σε μία αποκαλυπτική στιχομυθία της εποχής. Όταν ο πρέσβης των  ΗΠΑ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, Χένρυ Μόργκενθαου (φίλος του Αμερικανού προέδρου Γούντροου Ουίλσον) πληροφορήθηκε τις πρώτες εκτοπίσεις και σφαγές, διαμαρτυρήθηκε έντονα στον Ταλαάτ. Ο Ταλαάτ, ατάραχος, δεν αρνήθηκε τις εκτοπίσεις και σφαγές, αλλά είπε ότι επρόκειτο για αναγκαίο μέτρο, γιατί (1) οι Αρμένιοι είχαν εξεγερθεί, και ενόπλως επιζητούσαν ανεξαρτησία, και η ένοπλη βία ανταρτών αντιμετωπίζεται με το ίδιο νόμισμα, (2) οι Αρμένιοι είναι «προδότες» γιατί είχαν ζητήσει (και λάβει) την αμέριστη συμπαράσταση της Τσαρικής Ρωσίας, δηλαδή της μίας από τις Μεγάλες Δυνάμεις, με την οποία οι Οθωμανοί βρισκόντουσαν σε πόλεμο τότε. Ο Ταλαάτ δεν του έκρυψε το μίσος του για τους Αρμένιους, που, κατ’ αυτόν χτύπησαν πισώπλατα τον «ευεργέτη» τους το Οθωμανικό κράτος, στο οποίο ευημερούσαν επί αιώνες, όσο καμία άλλη κοινότητα, με τις τεράστιες τους περιουσίες, επιχειρήσεις και κυρίως με τις μεγάλες τους τράπεζες, με τις οποίες (μαζί με τους Ρωμιούς και τις μεγάλες τράπεζες τους) κυριολεκτικά έλεγχαν οικονομικά την Οθωμανική Αυτοκρατορία.


Η αρμενική γενοκτονία ήταν έργο μίας  μικρής ομάδας και όχι του συνόλου της οθωμανικής κυβέρνησης. Αυτό βέβαια κάθε άλλο παρά «ξεπλένει» τους Οθωμανούς από αυτή την αποτρόπαιη πράξη, κατά τη δύση της αυτοκρατορίας τους.  Με το τέλος του Α ’Παγκοσμίου Πολέμου, οι πρωταίτιοι της γενοκτονίας διέφυγαν νύκτα από την Κωνσταντινούπολη, σ’ένα γερμανικό υποβρύχιο για να γλυτώσουν από τους Συμμάχους που φοβόντουσαν ότι θα τους καταδίκαζαν σε θάνατο για τη γενοκτονία (πάντως, λίγο μετά, ο Ταλαάτ και ο Σεκίρ δεν γλίτωσαν το αρμενικό βόλι). Η τελευταία οθωμανική Βουλή (το 1919-20) συζήτησε διεξοδικά τις σφαγές των Αρμενίων και καταδίκασε τις ειδεχθείς αυτές πράξεις.

Πηγή: Newstime.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Αρμενίων

Η Γενοκτονία ως όρος διαμορφώθηκε στη δίκη της Νυρεμβέργης, το 1945. Σημαίνει, δε, τη μεθοδική εξολόθρευση (συνολική ή μερική) μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας. Πρόκειται...για πρωτογενές έγκλημα που δεν έχει σχέση, με πολεμικές συγκρούσεις.


Την 24η Απριλίου του 1915, 300 άτομα της πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας των Αρμενίων συγκεντρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια οδηγήθηκαν στο θάνατο. Αυτό ήταν ο προπομπός όσων ακολούθησαν στα χρόνια μέχρι το 1923, όταν ο αριθμός των νεκρών της Γενοκτονίας έφτασε τους 1.500.000. Η Γενοκτονία των Αρμενίων, η πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα, ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεότουρκων έφερε σε πέρας με συστηματικότητα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ήταν ο ξεριζωμός, η εξάντληση στις κακουχίες, τα βασανιστήρια, η πείνα και η δίψα, και τα στρατόπεδα θανάτου στην έρημο. Καμία άλλη χώρα δεν ήταν τόσο κοντά στα γεγονότα, όσο το γερμανικό Αυτοκρατορικό Ράϊχ, ο σπουδαιότερος σύμμαχος της Τουρκίας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.

Οι ιεραπόστολοί του, οι δάσκαλοι, οι αξιωματικοί, οι πρόξενοι και πρεσβευτές αντέγραφαν τις λεπτομέρειες της γενοκτονίας και μερικοί από τους αξιωματικούς έλαβαν ενεργά μέρος στην εξόντωση των Αρμενίων. Ο Wolfgang Gust, σε δύο βιβλία του, 1993 και 2005 από τα συγκεντρωθέντα στοιχεία μας δίνει την πραγματική εικόνα των περιστατικών και τη γερμανική συν-ευθύνη. Δυστυχώς μέχρι σήμερα διαψεύδει η Τουρκία, η νομικά διάδοχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επίσημα τη γενοκτονία, ακόμα και σήμερα γνωρίζει η γερμανική κοινή γνώμη πολύ λίγα για αυτά τα τρομακτικά γεγονότα.

Διαβάστε περισσότερα...

Τα διδάγματα από το αρμενικό ζήτημα

Γράφει ο Μιχάλης Ιγνατίου

Η υπόθεση της αρμενικής γενοκτονίας και ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύεται η κυβέρνηση της Αρμενίας και η Αρμενική Διασπορά έναντι της Τουρκίας, έπρεπε να διδάσκεται στις σχολές διπλωματίας της Ελλάδας και της Κύπρου... Θα υποστηρίξω τη θέση μου παρακάτω:

Ο Ταγίπ Ερντογάν αυτοπαρουσιάζεται ως νέος αυτοκράτορας, ως ο ηγέτης μίας περιφερειακής δύναμης που δεν είναι, αφού στηρίζεται σε πήλινα πόδια, ως ο ατρόμητος προστάτης των φτωχών Αράβων. Εσχάτως η περίπτωση Ερντογάν, που εξελίσσεται σε προσωπική τραγωδία, αντιμετωπίζεται με μειδιάματα και αυστηρή κριτική. Πρόκειται για ένα ηγέτη-φούσκα, που αργά ή γρήγορα θα σκάσει όχι επειδή θα τον αντιμετωπίσουν οι στρατοκράτες της Αγκυρας. Οι υποσχέσεις που έδωσε στους Τούρκους και στους λαούς της περιοχής, είναι αδύνατον να υλοποιηθούν.

Αυτή είναι η πραγματική εικόνα του σημερινού πρωθυπουργού της χώρας του Αττίλα, η οποία είναι το μόνο κράτος που κινδυνεύει να απολέσει έδαφος τα επόμενα 25 χρόνια. (Η αναφορά απόρρητων αναλύσεων γίνεται για το ενδεχόμενο αυτοδυναμίας της κουρδικής μειονότητας και στη συνέχεια δημιουργίας κράτους στην νοτιοανατολική Τουρκία).

Ευρισκόμενος στο Λονδίνο ο κ. Ερντογάν απείλησε ότι θα διώξει 100 χιλιάδες Αρμενίους εργάτες. Ακουσε τα εξ αμάξης από φιλικά μέσα ενημέρωσης και δέχθηκε ισχυρές διαμαρτυρίες από φιλικούς πολιτικούς που ρώτησαν πώς θα αντιμετώπιζε ο ίδιος παρόμοια απειλή για τους Τούρκους εργάτες που εργάζονται σε χώρες της Ευρώπης. Ηταν μία αψυχολόγητη δήλωση από ένα ηγέτη που προφανώς του έχει πλημμυρίσει τη σκέψη η άνευ προηγουμένου αλαζονεία του.

Η εμμονή του εναντίον του Ισραήλ είναι ένα άλλο θέμα που χρειάζεται ψυχιατρικές γνώσεις για να αναλυθεί. Μετά την εισβολή στην Κύπρο το Ισραήλ ήταν η χώρα που έθεσε τους μηχανισμούς της στην υπηρεσία της Τουρκίας. Το εβραϊκό λόμπι στην Αμερική πάλεψε με πάθος όλες τις ελληνικές και αρμενικές προσπάθειες εναντίον της Αγκυρας. Ακόμα και τώρα, όταν ο κ. Ερντογάν καθυβρίζει το Ισραήλ, λίγοι Εβραιοαμερικανοί λομπίστες συνεχίζουν να στηρίζουν τη χώρα του ελπίζοντας ότι θα συνέλθει. Παρ’ όλα αυτά, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας εξαπολύει ύβρεις και τρομακτικούς χαρακτηρισμούς για το Ισραήλ, τη χώρα που τον βοήθησε να δικαιολογήσει το έγκλημα της εισβολής και της κατοχής.

Από την περασμένη εβδομάδα παίζεται ένα πολιτικό παιχνίδι για γερά νεύρα μεταξύ της Αγκυρας, του Ερεβάν, της Ουάσιγκτον και του Αγίου Φραγκίσκου, όπου ζουν χιλιάδες Αρμένιοι. Οι απειλές του Ερντογάν εναντίον των Αρμενίων εργαζομένων αφύπνισαν όχι μόνο τους συμπατριώτες τους, αλλά και τις δυνάμεις που ενδιαφέρονται για την ειρήνη. Ο Αμερικανός πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα συναντήθηκε χθες με τον ηγέτη της Αρμενίας Σερζ Σαρκισιάν. Καθορίστηκε επίσης 10λεπτη συνάντηση με τον κ. Ερντογάν.

Οι άνθρωποι του κ. Ομπάμα διέρρευσαν το μήνυμα ότι ο κ. Ομπάμα σκέφτεται από τώρα το περιεχόμενο του μηνύματός του για την 24η Απριλίου 2010, 95η επέτειο της αρμενικής γενοκτονίας. Αίφνης, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας έστειλε προσωπικό απεσταλμένο στο Ερεβάν και ζήτησε συνάντηση με τον κ. Σαρκισιάν στην Ουάσιγκτον, όπου θα βρίσκονται και οι δύο από σήμερα και για ένα τριήμερο. Επίσης, πρότεινε στον Λευκό Οίκο τριμερή συνάντηση με τη συμμετοχή και του κ. Ομπάμα, ενώ είναι έτοιμος να στείλει τη συμφωνία με την Αρμενία στην Εθνοσυνέλευση.

Η εμπειρία έδειξε ότι όταν ζορίζεται ο κ. Ερντογάν κάνει βήματα πίσω. Στην περίπτωση της Ελλάδας και της Κύπρου κάνει μόνο βήματα μπροστά, επειδή του το επιτρέπουν οι ηγεσίες των δύο χωρών... Πρόκειται για θλιβερή, αλλά πέρα για πέρα αληθινή διαπίστωση...

Πηγή: Ελλάδα Σήμερα

Διαβάστε περισσότερα...

Το παρελθόν τους στοιχειώνει

Την 24η Απριλίου συμπληρώνονται 95 χρόνια από την έναρξη της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Οι ηγεσίες της Τουρκίας και της Αρμενίας έχουν κάνει ένα βήμα προς τα εμπρός, με την υπογραφή πρωτοκόλλων πέρσι στην Ελβετία, που προβλέπουν αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων και άνοιγμα από την Τουρκία των συνόρων με την Αρμενία που παραμένουν κλειστά από το 1993. Ομως, ένα χρόνο μετά τη συμφωνία στη Γενεύη, δεν έχει σημειωθεί πρόοδος γύρω από το θέμα. Οι Τούρκοι ζητούν από τους Αρμένιους να πάψουν να επιδιώκουν διεθνή αναγνώριση της γενοκτονίας. Οι Αρμένιοι απορρίπτουν το αίτημα των Τούρκων, καθώς και την πρότασή τους να παίξουν διαμεσολαβητικό ρόλο στην αντιπαράθεση της Αρμενίας με το Αζερμπαϊτζάν, που θεωρείται παραδοσιακός σύμμαχος της Τουρκίας, γύρω από το Ναγκόρνο Καραμπάχ.

Μόλις πριν από μερικές ημέρες, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, προσπάθησε να πείσει τον Τούρκο πρωθυπουργό, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, και τον Αρμένιο πρόεδρο, Σερζ Σαρκισιάν, στη διάρκεια της επίσκεψής τους στην Ουάσινγκτον να επιταχύνουν τη διαδικασία εξομάλυνσης των διμερών σχέσεων, αλλά δεν πέτυχε τίποτα. Φως στο τούνελ δε διαφαίνεται, καθώς η Βουλή της Τουρκίας περιμένει από την Αρμενία να κάνει υποχωρήσεις απέναντι στο Αζερμπαϊτζάν γύρω από το Ναγκόρνο Καραμπάχ, που επισήμως είναι αζερικό έδαφος, αλλά βρίσκεται υπό τον έλεγχο της αρμενικής πλειονότητας του πληθυσμού του εδώ και 16 χρόνια. Τούρκοι βουλευτές προειδοποίησαν ότι, αν οι Αρμένιοι δεν υποχωρήσουν, δεν πρόκειται να εγκρίνουν τα πρωτόκολλα, τα οποία παραμένουν ανεφάρμοστα και στην Αρμενία. Οι Αρμένιοι περιμένουν από τους Τούρκους να ζητήσουν συγγνώμη για τη γενοκτονία.

Μαρτυρίες επιζώντων

Ελάχιστοι επιζώντες απομένουν για να διηγηθούν όσα πέρασαν από το 1915 μέχρι το 1918, όταν δολοφονήθηκαν περίπου ενάμισι εκατομμύριο Αρμένιοι. Σύμφωνα με το γερμανικό περιοδικό «Σπίγκελ», η Τιγρανούι Ασαρτιάν, η οποία είναι 100 ετών και ζει στην Ερεβάν, κρύφτηκε πριν από 92 χρόνια στο κελάρι ενός σπιτιού, απ' όπου μπορούσε να δει το πτώμα ενός αγοριού να κείτεται στο δρόμο και άκουγε τις κραυγές των γυναικών στη διπλανή κατοικία που έπεσαν θύματα βιασμού. Ο 97χρονος Αβαντίς Ντεμιρτσί είναι ίσως ο τελευταίος Αρμένιος στην Τουρκία που επέζησε από τη γενοκτονία. Η ιστορία που αφηγείται από το σπίτι του στο Βακιφλί αναφέρεται στην αντίσταση των Αρμενίων από το χωριό του και άλλα έξι χωριά, οι οποίοι πήραν τα όπλα και αντιστάθηκαν ενάντια στα οθωμανικά στρατεύματα στο βουνό Μουσά επί 40 ημέρες.

Εσωτερική αναζήτηση

Τα δειλά βήματα για διάλογο γύρω από το ζήτημα στην Τουρκία ξεκίνησαν με αφορμή το βιβλίο που έγραψε το 2004 η εισαγγελέας Φετχιγέ Τσετίν, για την ιστορία της γιαγιάς της, η οποία της αποκάλυψε ότι έχει αρμενικές ρίζες. Το βιβλίο βασίζεται σε όσα η Σεχέρ διηγήθηκε στην εγγονή της στις αρχές της δεκαετίας του '80, ότι το πραγματικό όνομά της ήταν Χερανούς και ότι το 1915 είδε να απαγχονίζονται οι άνδρες του χωριού της. Τη Σεχέρ λυπήθηκε ένας Τούρκος στρατιωτικός, που την υιοθέτησε, την ανέθρεψε σαν μουσουλμάνα και την πάντρεψε με άλλον Τούρκο. Ηταν μια από τις δεκάδες χιλιάδες Αρμένισσες που γλίτωσαν από τη γενοκτονία και εντάχθηκαν στην τουρκική κοινωνία.

Ωστόσο, η λέξη γενοκτονία εξακολουθεί να αποδοκιμάζεται από πολλούς Τούρκους. Ο Ντογάν Τιλίτς, αρθρογράφος στην εφημερίδα «Μπιργκιούν» και ανταποκριτής του Ισπανικού Πρακτορείου Ειδήσεων, δήλωσε σχετικά στον «ΑτΚ» ότι κατανοεί μεν τους λόγους για τους οποίους η αρμενική πλευρά επιμένει στη λέξη γενοκτονία, αλλά δεν είναι βέβαιος αν είναι σωστό να αποκαλούνται τα ιστορικά γεγονότα γενοκτονία ή όχι. Ο ίδιος εκτιμά ότι «η λέξη γενοκτονία οικοδομεί αμέσως ένα τείχος ανάμεσα σε ανθρώπους των δύο χωρών που επιθυμούν τη συνεργασία». Δήλωσε σχετικά ότι «όσοι εργάζονται προς την κατεύθυνση της προσέγγισης των δύο λαών και της αλληλοκατανόησης πρέπει να βρουν έναν τρόπο ώστε η λέξη γενοκτονία να μην είναι εμπόδιο στις επαφές τους». Ο ίδιος αναγνωρίζει, πάντως, ότι «οι Τούρκοι δε γνωρίζουν τίποτα για όσα συνέβησαν το 1915, δεν το έμαθαν στο σχολείο, και πρέπει να μάθουν για την τραγωδία ενός λαού με τον οποίο συνυπήρξαν, να μάθουν ότι υπήρχαν Αρμένιοι στις πόλεις όπου εκείνοι ζούνε τώρα».

Σε ό,τι αφορά τα πρωτόκολλα και τις επαφές μεταξύ των κυβερνήσεων, ο Τιλίτς φάνηκε απαισιόδοξος, καθώς δήλωσε ότι δεν περιμένει ουσιαστικό αποτέλεσμα στο εγγύς μέλλον. Ο ίδιος τονίζει σχετικά ότι «η τουρκική πλευρά συνδέθηκε με το ζήτημα του Ναγκόρνο Καραμπάχ και στην περίπτωση που δεν υπάρξουν θετικές εξελίξεις ανάμεσα στους Αρμένιους και τους Αζέρους, είναι σχεδόν αδύνατο να εγκριθούν τα πρωτόκολλα από την τουρκική Βουλή».

Η ιστορική αλήθεια

Την περίοδο 1894-96, με εντολή του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β', σφαγιάστηκαν 100.000-300.000 Αρμένιοι. Το 1909 δολοφονήθηκαν άλλοι 15.000 Αρμένιοι στην επαρχία των Αδάνων. Η ημερομηνία - ορόσημο για την έναρξη της γενοκτονίας είναι η 24η Απριλίου του 1915, όταν οι Νεότουρκοι απαγχόνισαν 250 ηγετικά στελέχη της αρμενικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, με στόχο να παραμείνει ο αρμενικός λαός χωρίς ηγεσία και χωρίς καθοδήγηση. Στις επαρχίες της Ανατολίας στρατολογούνται, αφοπλίζονται και στη συνέχεια εκτελούνται όλοι οι άρρενες Αρμένιοι ηλικίας 15 - 62 ετών. Ανυπεράσπιστοι άμαχοι, γυναίκες, γέροι και παιδιά εκδιώκονται βιαίως από τις πατρογονικές τους εστίες και οδηγούνται μαζικά προς τις αφιλόξενες ερήμους της Συρίας. Καθ’ οδόν, δέχονται τις επιθέσεις του τακτικού στρατού αλλά και των ατάκτων και των Κούρδων νομάδων. Σφαγές, βιασμοί, δολοφονίες, αρπαγές παιδιών, ληστείες… Ελάχιστοι επιβιώνουν. Πάνω από ενάμισι εκατομμύριο Αρμένιοι, δηλαδή το 80% του αρμενικού πληθυσμού της Ανατολίας, δολοφονήθηκαν.

Η Γενοκτονία των Αρμενίων πραγματοποιήθηκε παράλληλα με γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλαδή των Ελλήνων του Πόντου και των Ασσύριων χριστιανών. Μέχρι το 2010, η Ελλάδα και άλλα 19 κράτη και 42 Πολιτείες των ΗΠΑ είχαν αναγνωρίσει επισήμως τα γεγονότα ως Γενοκτονία των Αρμενίων.

Διαβάστε περισσότερα...

Η Χίλαρι λέει "όχι" για τη Γενοκτονία

Τη διαβεβαίωση της Χίλαρι Κλίντον ότι ο Λευκός Οίκος αντιτίθεται στην αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων απ' την αμερικανική Βουλή απέσπασε η Τουρκία, σύμφωνα με χθεσινή ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία της Αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών με τον Τούρκο ομόλογό της Αχμέτ Νταβούτογλου την Κυριακή.

Η κυβέρνηση Ομπάμα -η οποία είχε ασκήσει ασφυκτικές πιέσεις στην επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων ώστε να μην αναγνωριστεί η αρμενική γενοκτονία- επιχειρεί να περιορίσει τις τριβές με την Τουρκία, την οποία θεωρεί σύμμαχο-κλειδί για ιδιαίτερα "θερμές περιοχές" όπως το Αφγανιστάν και η Μέση Ανατολή.

Η σύγκρουση για το θέμα της Γενοκτονίας πήρε διαστάσεις, καθώς η Aγκυρα ανακάλεσε τον πρεσβευτή της απ' την Ουάσιγκτον μόλις η αρμόδια επιτροπή υιοθέτησε τη μη δεσμευτική απόφαση στις 4 Μαρτίου. Η ολομέλεια της Βουλής αναμένεται να συζητήσει το θέμα άμεσα, παρότι δεν είναι σαφές κατά πόσον θα υπάρξει και ψηφοφορία ή εάν υπάρχει αρκετή υποστήριξη ώστε να γίνει απόφαση του σώματος.

"Η υπουργός Εξωτερικών X. Κλίντον τόνισε ότι η αμερικανική κυβέρνηση αντιτίθεται τόσο στην απόφαση που ελήφθη από την επιτροπή όσο και στο να πάει η απόφαση αυτή στην ολομέλεια της Βουλής", αναφέρεται στην ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών.

Διαβάστε περισσότερα...

Διαδηλώσεις για τη σφαγή των Αρμενίων

Σειρά διαδηλώσεων για την μνήμη των Αρμενίων που σφαγιάστηκαν κατά την χρονική περίοδο 1915 - 1917 διοργανώνουν το Σάββατο στην Κωνσταντινούπολη οργανώσεις για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, Τούρκοι δημοσιογράφοι και διανοούμενοι.

Πρόκειται για τις πρώτες τέτοιου είδους δημόσιες διαδηλώσεις στη χώρα που απορρίπτει τη θέση της γενοκτονίας.

Η Οργάνωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Κωνσταντινούπολης οργανώνει το μεσημέρι συγκέντρωση έξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό Χαϊντάρπασά, στην ασιατική πλευρά της πόλης, από όπου αναχώρησε οι πρώτες φάλαγγες εκτοπιζομένων Αρμενίων, για να πουν "ποτέ πια", με την ευκαιρία της 95ης επετείου της αρμενικής γενοκτονίας στην οθωμανική αυτοκρατορία κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Διαδήλωση θα οργανωθεί επίσης στην πλατεία του Τακσίμ, στην ευρωπαϊκή πλευρά της πόλης. Οι διοργανωτές καλούν όλους όσοι συναισθάνονται αυτήν τη "μεγάλη οδύνη" να συμμετάσχουν, σιωπηλοί και ντυμένοι στα μαύρα.

Διανοούμενοι, συγγραφείς και καλλιτέχνες θα συγκεντρωθούν στο νευραλγικό αυτό κέντρο της ευρωπαϊκής πλευράς της Κωνσταντινούπολης. Σε δελτίο που διένειμαν οι διοργανωτές γράφουν; "Αυτή η οδύνη είναι δική μας οδύνη και τη ζούμε όλοι. Αυτός ο πόνος είναι ο δικός μας. Αυτό το πένθος ανήκει σε όλους μας".

"Στις 24 Απριλίου 1915, οι Αρμένιοι άρχισαν να εκδιώκονται. Τους χάσαμε...όσο για τη μεγάλη καταστροφή (medz yeghern, στα αρμενικά) που βαραίνει στη συνείδησή μας , είναι εκεί με όλο το βάρος της", δηλώνουν οι υπογράφοντες το κείμενο, χωρίς να χρησιμοποιήσουν τον όρο "γενοκτονία".

"Η πρωτοβουλία μας δεν αποτελεί επανάσταση, αλλά είναι η συνεισφορά μας ώστε οι Τούρκοι να έλθουν επιτέλους αντιμέτωποι με την ιστορία τους", δήλωσε ο Τσενγκίς Αλγάν, ένας από τους διοργανωτές.

Διαβάστε περισσότερα...

Πορείες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για τη γενοκτονία των Αρμενίων

Πορείες διαμαρτυρίας και επιμνημόσυνες δεήσεις για την επέτειο της γενοκτονίας των Αρμενίων, το Σάββατο 24 Απριλίου, πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Νέες εκδηλώσεις της Αρμενικής Εθνικής Επιτροπής Ελλάδας θα ακολουθήσουν την Κυριακή και στις δύο πόλεις.

Στην Αθήνα, η συγκέντρωση που οργάνωσε η Επιτροπή ξεκίνησε στην πλατεία Συντάγματος, όπου ξεδιπλώθηκε μια τεράστια αρμενική σημαία. Οι συγκεντρωμένοι επρόκειτο να πραγματοποιήσουν πορεία μέχρι την τουρκική πρεσβεία, ωστόσο η προσέγγιση δεν τους επετράπη πέρα από την οδό Ρηγίλλης.

Δεκάδες μέλη της αρμενικής κοινότητας στη Θεσσαλονίκη πραγματοποίησαν πορεία στην οδό Αγίου Δημητρίου μέχρι το τουρκικό προξενείο.

Νωρίτερα, επιμνημόσυνες δεήσεις πραγματοποιήθηκαν στον Ορθόδοξο Ιερό Αρμενικό Ναό της Παναγίας στη Θεσσαλονίκη, όπου μίλησε ο νομάρχης Παναγιώτης Ψωμιάδης, καθώς και στο Μνημείο Θυμάτων της Αρμενικής Γενοκτονίας, στην πλατεία Χρυσοστόμου Σμύρνης, στη Νέα Σμύρνη της Αθήνας.

Οι κεντρικές εκδηλώσεις της Αρμενικής Εθνικής Επιτροπής θα πραγματοποιηθούν την Κυριακή: Στην Αθήνα, η εκδήλωση θα ξεκινήσει στις 11.00 στο κινηματοθέατρο «Αττικόν». Στη Θεσσαλονίκη, θα αρχίσει στις 11.30 στο ξενοδοχείο «Makedonia Palace».

Κατάθεση στεφάνων θα πραγματοποιηθεί στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη στο Σύνταγμα, καθώς και στο Ηρώο του Γ΄ Σώματος Στρατού στη Θεσσαλονίκη.

Διαβάστε περισσότερα...

«Καλή χαρά» στις 23, θρήνος κι ενοχή στις 24 Απριλίου

Το τέλος της εβδομάδας σημάδεψαν στην Τουρκία δύο επέτειοι. Μία ημέρα διαφορά, αλλά κραυγαλέα, δυσβάσταχτη η αντίθεση μεταξύ των συνειρμών που καθεμία προκαλεί. Στις 23 Απριλίου, η Τουρκία τίμησε την επέτειο της έναρξης των εργασιών της πρώτης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης το 1920. Στις 24 Απριλίου, πολλοί Τούρκοι, για μία ακόμη χρονιά, παρακολούθησαν τα δελτία με νευρικότητα. Η ημερομηνία αποτελεί την «ημέρα της μνήμης» των απανταχού Αρμενίων για τη Γενοκτονία του 1915. Οι δρόμοι σε όλες τις πόλεις με σημαντική Αρμενική παρουσία, από τη Μασσαλία ως το Μπουένος Άιρες και από τη Βηρυτό ως το Σίδνεϋ, φιλοξένησαν εκδηλώσεις μνήμης και θρήνου και διαδηλώσεις καταδίκης της άρνησης και της μνημοκτονίας στην οποία επιμένει η επίσημη Τουρκία.

Την Παρασκευή 23 Απριλίου η Τουρκία βρέθηκε σε μία κατάσταση γλυκανάλατου, για τους ενήλικες τουλάχιστον, πανηγυρισμού. Η επέτειος έχει έντονο πολιτικό και «σοβαρό» χαρακτήρα, τιμώντας την έναρξη της πορείας προς την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας μεσούντος του «Πολέμου της Ανεξαρτησίας» κατά των Ελλήνων στη Μικρά Ασία. Η σύγκληση στην Άγκυρα, κατ’ εντολήν του Μουσταφά Κεμάλ, εθνοσυνέλευσης «με έκτακτες εξουσίες» την 23η Απριλίου 1920 θεωρείται η απαρχή του νέου πολιτικού σχήματος που τρία χρόνια  αργότερα αντικατέστησε την αυτοκρατορική διακυβέρνηση. Η πρωτεύουσα της ηττημένης στο Μεγάλο Πόλεμο Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Κωνσταντινούπολη, βρισκόταν υπό την κατοχή των Συμμάχων. Ανάμεσά τους και των Ελλήνων, που είχαν ήδη αποβιβασθεί και προήλαυναν στη Μικρά Ασία. Εκείνο τον Απρίλιο του 1920, οι αντιπρόσωποι των Τούρκων στην Αγκυρα –ανάμεσα τους και πολλοί βουλευτές του διαλυθέντος οθωμανικού Κοινοβουλίου– έλαβαν καθοριστικές για το μέλλον του τουρκικού έθνους αποφάσεις. Η σύγκλησή τους σε σώμα αντιπροσωπευτικό της λαϊκής βούλησης αμφισβητούσε έμπρακτα τη νομιμότητα του αιχμάλωτου πια στην Πόλη Σουλτάνου.


Οι εορτασμοί της 23ης Απριλίου όμως αποκτούν χαρακτήρα γλυκανάλατο και χαζοχαρούμενο. Ο ίδιος ο Κεμάλ ανακήρυξε την επέτειο «Εορτή Εθνικής Κυριαρχίας και Παιδιού» και την αφιέρωσε, ήδη το 1935, στους προεφηβικής ηλικίας πολίτες της χώρας, τους μελλοντικούς φορείς της. Έτσι η Τουρκία έγινε η πρώτη ίσως χώρα με μία εθνική εορτή αφιερωμένη στα παιδιά. Την 23η Απριλίου οι μικροί Τούρκοι έχουν τον πρώτο λόγο. Η Τουρκία, με αφορμή την ανακήρυξη του 1979 από την Ουνέσκο ως «Παγκόσμιο Έτος Παιδιού», καθιέρωσε ετήσια φεστιβάλ που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων, με παιδιά από όλο τον κόσμο. Η γεμάτη χαρά 23η Απριλίου δεν διαπνέεται από τον ασφυκτικό εθνικισμό των υπολοίπων τουρκικών εθνικών επετείων, αλλά έχει πνεύμα διεθνιστικό.

Οπως κάθε χρονιά, έτσι και φέτος, οι μαθητές συγκεντρώθηκαν στα σχολεία, στολισμένα με σημαίες, μπαλόνια και λουλούδια, για να τραγουδήσουν και να χορέψουν παραδοσιακούς χορούς. Τηρήθηκε και η παράδοση, σύμφωνα με την οποία όλες οι κρατικές θέσεις –προεδρία της δημοκρατίας, πρωθυπουργία, προεδρία της Βουλής, του ραδιοτηλεοπτικού συμβουλίου– καταλείπονται, συμβολικά, για την ημέρα σε ένα παιδί. Τα παιδιά προβαίνουν μάλιστα σε δηλώσεις στα μέσα ενημέρωσης, τύπου «θέλω καλύτερες δουλειές για τους γονείς μου, ειρήνη στον κόσμο και δωρεάν σοκολάτες για όλους». Συμβολισμοί χαριτωμένοι, αλλά και ενδεικτικοί της σημασίας που έχει για την τουρκική κοινωνία η αγάπη και η μέριμνα για το παιδί.


Πίσω βέβαια από το γλυκανάλατο της επετείου, πολλοί είναι οι Τούρκοι διανοούμενοι που βλέπουν στην 23η Απριλίου την ευκαιρία για ενδοσκόπηση. Οι εορτασμοί τιμούν την απαρχή της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας στη χώρα, ενενήντα όμως χρόνια μετά την επέτειο η Τουρκία διατηρεί μία δημοκρατία «κουτσή, στραβή και ανάποδη» σημειώνουν. Όσοι – τυπικά οι Κεμαλιστές – δεν παρασύρονται από το χαζοχαρούμενο των εορτασμών των προοριζομένων για τα παιδιά, σημειώνουν πως η επέτειος της εθνικής κυριαρχίας πρέπει να δίνει αφορμή για αυτοκριτική. Πόσο μακριά έφθασε ο στόχος των φιλελευθέρων για τον εξοβελισμό του στρατού και των άλλων «ανέλεγκτων κέντρων εξουσίας» από την πολιτική ζωή; Πόσο φιλελευθεροποιήθηκε η παραδοσιακά αυταρχική πολιτική κουλτούρα; Πόσο παραμερίσθηκε ο φοβικός εθνικισμός και η ξενοφοβική υστερία, που τόσο βλάπτει τη χώρα στο εξωτερικό; Πόσο έτοιμοι είναι οι Τούρκοι διαφορετικών ιδεολογικών στρατοπέδων να συμβιώσουν υπό κοινά δεκτές αρχές, χωρίς να επιδιώκουν να επιβάλουν τις δικές τους ή να προβαίνουν σε διωγμούς των αντιπάλων τους;. Πόσο βάσιμες είναι οι αιτιάσεις πως το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), ελλείψει οποιασδήποτε ικανής αξιωματικής αντιπολίτευσης, κοντεύει να ιδρύσει μονοκομματικό καθεστώς στη χώρα; Πόσο, εν τέλει, προοδεύσαμε ως χώρα; Για άλλη μια φορά φέτος τα ερωτήματα αυτά πονοκεφαλιάζουν τη φιλελεύθερη διανόηση, που καλεί το κοινό να αναζητήσει απαντήσεις. Απαντήσεις στις οποίες καταλήγει κανείς μετά από μεγάλη περίσκεψη, ενώ δεν είναι πάντα ευχάριστες.

Οι προβληματισμοί αυτοί όμως, ας μην κρυβόμαστε, είναι για τους διανοουμένους, που εδώ, όπως και σε κάθε κοινωνία, αποτελούν μια μειοψηφία. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στις 23 Απριλίου γιορτάζει και απολαμβάνει την αργία. Και ετοιμάζεται για την ψυχρολουσία της 24ης. Γιατί, αν μία χαρμόσυνη επέτειος προκαλεί σκέψης σε μία μειοψηφία διανοουμένων, η αμέσως επόμενη ημέρα αποτελεί μία επέτειο που η πλειοψηφία στην Τουρκία προσποιείται πως αγνοεί, ενώ θέλει απεγνωσμένα να την ξεχάσει.


Η 24η Απριλίου έχει ορισθεί ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Αρμενίων από τα Οθωμανικά στρατεύματα και Τούρκους και Κούρδους ατάκτους το 1915. Η – κατά σύμπτωση, καίτοι τραγική – άμεση χρονική διαδοχή των δύο επετείων θυμίζει ότι η Τουρκική Δημοκρατία θεμελιώθηκε πάνω στα μνήματα εκατομμυρίων θυμάτων αλλεπάλληλων εθνοκαθάρσεων, πραγματικότητα που η Τουρκική κοινωνία εξακολουθεί να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει και να αντιμετωπίσει, 95 χρόνια μετά τις σφαγές.


Την ώρα που μία κοινωνία ιδεολογικά διαιρεμένη γιόρταζε τις απαρχές του κράτους της και προβληματίζεται για το τι της επιφυλάσσει το μέλλον, τα κατεξοχήν θύματα της σύστασης του τουρκικού εθνικού κράτους ετοιμάζονταν να πενθήσουν τη Μεγάλη Συμφορά. Στις 24 Απριλίου 1915 η Οθωμανική αστυνομία συνελάμβανε 250 περίπου Αρμενίους διανοουμένους και κοινοτικούς ηγέτες στην Κωνσταντινούπολη. Τις συλλήψεις ακολούθησαν μαζικές εκτοπίσεις και σφαγές των Αρμενίων της Μικράς Ασίας και της Θράκης από τα οθωμανικά στρατεύματα, με την ενθουσιώδη συμμετοχή Τούρκων ατάκτων και των κουρδικών φυλών της Νοτιοανατολικής Ανατολίας. Η ημερομηνία αυτή, αντί για εκείνη της έναρξης των πρώτων σφαγών, έγινε συμβατικά δεκτή ως επέτειος της Αρμενικής Γενοκτονίας. Τις ακριβείς περιστάσεις των σφαγών, εξάλλου, καλύπτει ένα βαρύ πέπλο μυστηρίου, ένοχης σιωπής αλλά και συστηματικής εκστρατείας διάψευσης και προπαγανδισμού ψευδών στοιχείων από τις τουρκικές αρχές.


Μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1990, το τουρκικό κράτος συνέχισε αδιάκοπα μία συστηματική εκστρατεία μνημοκτονίας. Η καταστροφή κάθε ίχνους Αρμενικής παρουσίας σε εκτεταμένες περιοχές της Μικράς Ασίας θεωρήθηκε απαραίτητη – όσο και η εθνική εκκαθάριση μέσω των σφαγών – για τη διαφύλαξη της ενότητας του κράτους, αλλά και του κύρους της επίσημης ιστορικής θέσης. Εκατοντάδες Αρμενικές εκκλησίες καταστράφηκαν κατόπιν κρατικής εντολής και υπό την επίβλεψη  κλιμακίων κρατικών λειτουργών. Νεκροταφεία «εξαφανίσθηκαν», τα Αρμενικά τοπωνύμια άλλαξαν και ξένοι ιστορικοί και μελετητές του Αρμενικού πολιτισμού που επιχείρησαν να πραγματοποιήσουν ανασκαφές στην Τουρκία συνελήφθησαν.


Ο επίσημος κρατικός μηχανισμός δεν έχει ξεπεράσει αυτή την προσπάθεια μνημοκτονίας. Ως απάντηση στη διεθνή καμπάνια της Αρμενικής διασποράς για την αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας από τα ξένα κοινοβούλια, στα τουρκικά σχολικά εγχειρίδια προστέθηκαν προτάσεις «κατήχησης», που θα προετοίμαζαν, κατά τη σχετική έκθεση, τους Τούρκους μαθητές να «αντικρούσουν τους αρμενικούς ισχυρισμούς» εφόσον βρίσκονταν στο εξωτερικό (!). Στα χωρία που προστέθηκαν στα σχολικά συγγράματα διαβάζουμε πως το Οθωμανικό κράτος «αναγκάσθηκε να εκτοπίσει» τους Αρμενικούς πληθυσμούς για «να δώσει τέλος στη συνεργασία τους με τους Ρώσους». Τότε, «Τούρκοι και Αρμένιοι έχασαν τη ζωή τους από μεταδοτικές ασθένειες». «Οι Αρμένιοι, για να πραγματώσουν τα σχέδιά τους [για διεκδίκηση εδαφών], προβάλλουν ψευδείς ισχυρισμούς».

Αν επισκεφθείς το ‘Ανι, την ερειπωμένη  μεσαιωνική πρωτεύουσα των Αρμενίων με τις εντυπωσιακές μισογκρεμισμένες εκκλησίες, στην τεράστια ταμπέλα μπροστά στο χώρο που παραθέτει την «ιστορία» του χώρου δε θα δεις ούτε μία φορά τη λέξη «Αρμένιοι». Μόλις το 2007, ο τότε υπουργός πολιτισμού Ατίλλα Κοτς πρότεινε η ορθογραφία του Ani να αλλάξει σε Anı, ώστε να τουρκοποιηθεί ηχητικά. «Έχουμε εθνικές ευαισθησίες. Όπως δεν λέμε Σαγγάριος αλλά Sakarya, Σμύρνη αλλά Izmir, Ικόνιο αλλά Konya, έτσι δε θα λέμε Άνι αλλά Anı», δήλωσε ο Κοτς στη Βουλή, θεωρώντας της αντικατάσταση του i του ονόματος με το τουρκικό ı επιβεβλημένη. Κατά παρόμοιο τρόπο, το όνομα του νησιού Αχταμάρ στη λίμνη Βαν, όπου και η ιστορική αρμενική μονή του Τιμίου Σταυρού, άλλαξε σε Akdamar, ενώ η κυβέρνηση απαγόρευσε να τεθεί σταυρός ή καμπάνα στην ανακαινισμένη εκκλησία. Άλλη μία επιβεβαίωση ότι παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς, το ΑΚΡ διέπεται από τον ίδιο χυδαίο εθνικισμό με την κεμαλική δεξιά. Ο δημοσιογράφος Τζενγκίζ Τσαντάρ μιλά για «πολιτιστική γενοκτονία», ενώ τονίζει ότι η έλλειψη ανοχής στα xριστιανικά σύμβολα δε συνάδει με την εικόνα ενός κοσμικού κράτους που θέλει να προβάλλει η Τουρκία.


Αν η αρμενική διασπορά ενώνεται στο πένθος, στην Τουρκία φιλελεύθεροι και εθνικιστές-κρατιστές ακονίζαν τα μαχαίρια τους για την 24η Απριλίου. Στο εξωτερικό δίδεται μεγάλη δημοσιότητα στην πικρή αντιπαράθεση μεταξύ Τούρκων και Αρμενίων γύρω από την επίσημη τουρική θέση της άρνησης της γενοκτονίας. Ωστόσο, δεν έχει δοθεί αρκετό φως στους πικρούς διαξιφισμούς που προκαλεί το ζήτημα της γενοκτονίας στο εσωτερικό της τουρκικής κοινωνίας. Κατά κάποιον τρόπο, η στάση και τα συναισθήματα ενός Τούρκου διανοουμένου έναντι στο 1915 αποτελούν τον «καταλύτη» που διακρίνει μεταξύ πραγματικά και «δήθεν» προοδευτικών και φιλελεύθερων. Τίποτε δεν προκαλεί μεγαλύτερο πόλεμο μεταξύ των δύο όσο η κρίση τους για το πώς οφείλει η τουρκική κονωνία να αντιμετωπίσει τις μαζικές σφαγές του καταραμένου εκείνου χρόνου, «τη μεγαλύτερη ντροπή της ιστορίας μας» όπως τη χαρακτηρίζουν οι φιλελεύθεροι. Πολλοί ανάμεσά τους μιλούν ανοικτά για Γενοκτονία.

Εκείνοι που θεωρούν πως η συζήτηση ενός νομικού όρου είναι περιττή στην περίπτωση ενός ανθρώπινου δράματος τόσο μεγάλου, όπως υπήρξαν οι μαζικές σφαγές και η καταστροφή του αρμενικού πληθυσμού και πολιτισμού της χώρας, καλούν τους πάντες να τηρήσουν στάση ανθρωπιστική. Να πενθήσουν μαζί με τους Αρμενίους και να ζητήσουν συγχώρεση. Διακηρύσσουν πως η Τουρκία πρέπει να παραιτηθεί από τη στάση της άρνησης. Έστω και αν οι σημερινοί Τούρκοι δεν μπορούν σε καμμία περίπτωση να κατηγορηθούν για τα εγκλήματα των προγόνων τους, η επί δεκαετίες και σήμερα συνεχιζόμενη εκστρατεία άρνησης και μνημοκτονίας επιβάλλει ως ηθικό καθήκον από τους πολίτες της Τουρκίας να εκφράσουν τον αποτροπιασμό τους για το 1915 και να τείνουν χείρα φιλίας και συγγνώμης στην Αρμενία.


Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη πληροφορήθηκε την ύπαρξη Τούρκων διανοουμένων που αμφισβητούν τις κρατικές θέσεις, όταν ο συγγραφέας Ορχάν Παμούκ δήλωσε στην ελβετική εφημερίδα Tages Anzeiger το 2005: «σκοτώσαμε ένα εκατομμύριο Aρμενίους και κανείς δεν τολμάει να το πει» εξοργίζοντας τους εθνικιστικούς κύκλους, που τον έσυραν σε δίκη με την κατηγορία «προσβολής του Τουρκισμού». Πολύ πιο δικαιολογημένη υπήρξε η οργή της φιλελεύθερης διανόησης κατά του Παμούκ, καθώς θέλησε – και μάλλον πέτυχε – να ιδιοποιηθεί το κλέος της αντίστασης στην κρατική γραμμή. Και όμως, εδώ και πολλά χρόνια δεν είναι λίγοι οι πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι και διανοούμενοι που με κίνδυνο της ζωής τους μιλούσαν για «Αρμενική Γενοκτονία» ή για την ανάγκη να ζητηθεί συγγνώμη από την Αρμενία.

Η συγγραφέας Ελίφ Σαφάκ τονίζει πως ο συμβιβασμός με ένα παρελθόν επονείδιστο αποτελεί αναγκαία κάθαρση. Σύρθηκε στα δικαστήρια για «προσβολή του Τουρκισμού» επειδή η ηρωΐδα μυθιστορήματός της αναφέρεται στην αρμενική τραγωδία. Είναι θετικό ότι η δικαιοσύνη αποφάσισε να μην εγείρει δίωξη κατά του ιστορικού Τανέρ Ακσάμ, που υποστηρίζει τις αρμενικές θέσεις. Η διαδικασία εξάρθρωσης της τρομοκρατικής οργάνωσης του τουρκικού παρακράτους, της ομάδας κρούσης «Εργκένεκον», έβαλε πίσω από της φυλακής τα σίδερα πολλές από τις φασιστοειδείς προσωπικότητες, όπως ο δικηγόρος Κεμάλ Κεριντσίζ, που ήγειραν τις περίφημες αγωγές «για προσβολή του τουρκισμού» και απειλούσαν όσους προέβαιναν σε δηλώσεις καταδίκης της επίσημης γραμμής άρνησης. Έτσι, σήμερα η προβολή «ανορθόδοξων» για την Τουρκία θέσεων ενέχει πολύ μικρότερους κινδύνους απ’ ότι στο παρελθόν.


Αίσθηση προκάλεσε η πρωτοβουλία «ζητώ συγγνώμη από τους Αρμενίους» (www.ermenilerdenozurdiliyorum.com) που ξεκίνησε ο δημοσιογράφος Τζεγκίζ Τσαντάρ, και η οποία συγκέντρωσε μέχρι σήμερα πάνω από 15000 υπογραφές. Ανάμεσά τους πολλά γνωστά ονόματα συγγραφέων, ιστορικών και ανθρώπων του πνεύματος και του πανεπιστημιακού χώρου. Η απόπειρα κάποιων φανατικών της επίσημης γραμμής να ασκήσουν αγωγή κατά όσων υπέγραψαν τη δήλωση έπεσε στο κενό. Μάλιστα πρόσφατα ομάδα Τούρκων διανοουμένων απηύθυνε έκκληση στους συμπολίτες τους να συγκεντρωθούν στη στάση του τραμ στην πλατεία Τάξιμ της Πόλης και να κλάψουν, καταδικάζοντας την τραγωδία του 1915 αλλά και την επίσημη πολιτική της χώρας τους. Την πρωτοβουλία αυτή ανέλαβε η οργάνωση Dur De! [«Πες σταμάτα!»], που αγωνίζεται κατά του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, της πατριαρχίας και της ομοφοβίας στην τουρκική κοινωνία, ενώ αναπτύσσει και αντιμιλιταριστική δράση.

Οι συγκεντρωμένοι ντύθηκαν στα μαύρα, κατά το χριστιανικό (και επομένως αρμενικό) – οι μουσουλμάνοι δε φορούν μαύρα για πένθος – ενώ κρατούσαν κεριά, λουλούδια και φωτογραφίες της θηριωδίας του 1915. Δε έφεραν πανό και δε φώναξαν συνθήματα. Αυστηρά και μόνο πένθος. Οι υπογραφές που βρίσκονται κάτω από την έκκληση αποτελούν προσκλητήριο της τουρκικής διανόησης. Ανάμεσα στα ονόματα που απευθύνουν την έκκληση βρίσκονται και εκείνα των γνωστών δημοσιογράφων Αλί Μπαϊράμογλου, Νεσιέ Ντουζέλ, Αχμέτ Ινσέλ, Τζεγκίζ Ακτάρ, Ιπέκ Τσαλισλάρ και Γιασεμίν Τσονγκάρ, του ανεξαρτήτου βουλευτή της δημοκρατικής αριστεράς Ουφούκ Ουράς, του διακεκριμένου ιστορικού Χαλίλ Μπερκτάι, του μελετητή του Κέντρου Μελετών της Ανατολικής Ευρώπης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Κερέμ Οκτέμ, της συγγραφέως Περιχάν Μαγντέν, του πανεπιστημιακού Μπασκίν Οράν (του οποίου η κόρη δέχθηκε από Γάλλο εθνικιστή απροκάλυπτη επίθεση στη Γαλλία, λόγω της τουρκικής της καταγωγής, με επίκληση της Γενοκτονίας), της δικηγόρου και συγγραφέα Φετιγιέ Τσετίν (της οποίας η γιαγιά ήταν ένα από τα ορφανά που δόθηκαν σε τουρκικές οικογένειες για να ανατραφούν ως μουσουλμανάκια), του τουρκοκύπριου σκηνοθέτη Κουτλού Αταμάν, των τουρκοεβραίων ακτιβιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολιτικών ελευθεριών Ρόνι Μαργκίλες και Βιβέτ Κανέττι,


«Αυτός ο πόνος είναι ΔΙΚΟΣ μας. Αυτό το πένθος είναι ΟΛΩΝ μας. Το 1915, ενώ ο πληθυσμός μας ήταν μόλις 13 εκατομμύρια [σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία], ζούσαν εδώ ενάμισυ με δύο εκατομμύρια Αρμένιοι. [...] το 1915 άρχισαν να τους «εκτοπίζουν». Τους χάσαμε. Δεν υπάρχουν πια. Δεν υπάρχουν ούτε οι τάφοι τους. Όμως ο μεγάλος ΠΟΝΟΣ που δημιούργησε η Μεγάλη Συμφορά ΥΠΑΡΧΕΙ στις συνειδήσεις μας. Καλούμε όλους τους πολίτες της Τουρκίας που αισθάνονται στις καρδιές τους αυτό τον Μεγάλο Πόνο να συγκεντρωθούν και να υποκλιθούν ενώπιον της μνήμης των θυμάτων του 1915.» aυτά, μεταξύ άλλων, γράφει η διακύρηξη της οργάνωσης Dur De!

Η πρωτοβουλία αποτέλεσε την πρώτη, ανεπίσημη αλλά δημόσια, εκδήλωση μνήμης, θρήνου και συγγνώμης στην Τουρκία. Η πραγματοποίηση μίας παρόμοιας εκδήλωσης «καθάρσεως» για το παρελθόν αποτελούσε επίμονο αίτημα και διακαή επιθυμία πολλών φιλελευθέρων διανοουμένων, όπως του πανεπιστημιακού και συγγραφέα Μουράτ Μπελγκέ, που την είχε ζητήσει επίμονα.
Στο μεταξύ, οι σκληροπυρηνικοί της πολιτικής άρνησης και το πάνθεον της εθνικιστικής αφρόκρεμας οργανώνονταν για τη διεξαγωγή προπαγάνδας, από κοινού με το Αζερμπαϊτζάν, στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Επικεφαλής της είναι το «Τουρκικό Ίδρυμα Ιστορίας» και το ίδρυμα Ταλάτ Πασά, που φέρει το όνομα του πασά που σχεδίασε και διέταξε τις σφαγές του 1915. Του τελευταίου προεδρεύει ο γνωστός και μη εξαιρετέος Ρούφ Ντένκτας, που από τότε που άφησε τα ηνία στα κατεχόμενα αρθρογραφεί σε εφημερίδα του ακροδεξιού – φασιστικού χώρου. Οι «ιστορικοί του κράτους εξακολουθούν να αρνούνται ότι «η εκτόπιση» του 1915 είχε γενοκτόνο πρόθεση, μιλούν για Γενοκτονία που οι Αρμένιοι διέπραξαν σε βάρος των Τούρκων και Κούρδων (!), κατονομάζουν τους Τούρκους που μιλούν ανοικτά για τις σφαγές «δήθεν διανοουμένους» και «προδότες της πατρίδας». Προς μεγάλη τους όμως φρίκη, η ζυγαριά σιγά σιγά αλλά σταθερά φαίνεται πως μετατοπίζεται προς την άλλη πλευρά, της αποδοχής και της συγγνώμης. Οι κάποιοι τολμηροί άνοιξαν το κουτί της Πανδώρας και σε μία κοινωνία όπου πια συζητούνται τα πάντα – με εξαίρεση ίσως την εθνική καταγωγή ή τη σεξουαλική ζωή του Ατατούρκ – ανοικτά, διογκώνεται το κύμα όσων δεν αποδέχονται την κρατική κατήχηση, στο αρμενικό ή σε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα.

Διαβάστε περισσότερα...

Αυστραλία - Η Αυστραλία πιέζεται να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων

Οι ιδιαίτερα καλές σχέσεις Αυστραλίας-Τουρκίας αναμένεται να δοκιμαστούν λόγω της πίεσης που ασκείται στην αυστραλιανή κυβέρνηση να προβεί στην αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων.

 

Το θέμα επανήλθε στην επικαιρότητα με αφορμή τις επετειακές εκδηλώσεις για την ημέρα των ANZACS. Εκδηλώσεις που, εκτός από την Αυστραλία, έχουν και το επίκεντρό τους στην Καλλίπολη της Τουρκίας όπου έπεσαν χιλιάδες Αυστραλοί.

 

Συγκεκριμένα το πρωινό της 25ης Απριλίου του 1915, 15.000 άπειροι Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί στρατιώτες, κατόπιν διαταγής των Άγγλων αξιωματικών τους, αποβιβάστηκαν στις ακτές της Καλλίπολης στα Δαρδανέλια, κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου με στόχο να καταλάβουν τα Στενά και να επιτρέψουν στους Ρώσους συμμάχους τους στην "Αντάντ" να περάσουν με τα πλοία τους τον Ελλήσποντο και να ανοιχτούν στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο.

 

Οι επιχειρήσεις, που κράτησαν έως τον Ιανουαρίου του 1916, στέφθηκαν από παταγώδη αποτυχία. Κάπου 2.000 Αυστραλοί βρήκαν τραγικό θάνατο εκείνο το πρωινό της 25ης Απριλίου 1915, αφού οι Τούρκοι, που ανήκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο των "Κεντρικών Δυνάμεων", τους περίμεναν κρυμμένοι στις ακτές της Καλλίπολης και τους αποδεκάτισαν. Τους επόμενους μήνες άλλοι 11.000 Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί στρατιώτες άφηναν την τελευταία τους πνοή στα μέρη εκείνα.

 

Όπως επισημαίνει η εφημερίδα «Δη Οστράλιαν» (The Australian) μόλις μια μέρα νωρίτερα, στις 24 Απριλίου του 1915 άρχιζε η γενοκτονία των Αρμενίων από τους Οθωμανούς οπότε 1,5 εκατ. άνθρωποι, το 80% του πληθυσμού της Δυτικής Αρμενίας, χάθηκε στην πρώτη γενοκτονία του 20ού αιώνα.

 

Η ίδια εφημερίδα συμπληρώνει:

 

"Καθώς πολυάριθμοι Αυστραλοί βρίσκονται στην Καλλίπολη για την επέτειο του Anzac Day στην Αυστραλία αυξάνεται η πίεση προς την κυβέρνηση να αναγνωρίσει τη γενοκτονία ενάμιση εκατομμυρίου Αρμενίων".

 

Μεταξύ αυτών που πιέζουν την κυβέρνηση είναι η βουλευτής Μαξίν Μακιού που ανήκει στην Εργατική κυβερνητική παράταξη και η οποία έχει αρκετούς Αρμένιους στην εκλογική της περιφέρεια.

 

Άλλος ένας είναι ο σκιώδης θησαυροφύλακας και βασικό στέλεχος του Φιλελεύθερου κόμματος, Τζο Χόκι, του οποίου ο παππούς ήταν Αρμένιος.

 

Ο ίδιος ο κ. Χόκι είναι κατηγορηματικός: "Η Αυστραλία", είπε, "επιβάλλεται να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων. Και όσο καθυστερεί να το πράξει, οι σχέσεις μας με την σύγχρονη Τουρκία θα επηρεάζονται αρνητικά από το γεγονός αυτό".

 

Ο δεύτερος γραμματέας της Τουρκικής πρεσβείας στην Καμπέρα, Ομούτ Οζτούρκ, απορρίπτει κατηγορηματικά τα περί γενοκτονίας.

 

"Πρόκειται", είπε, "για μια συστηματική δυσφημιστική προπαγάνδα σε βάρος της Τουρκίας από το Αρμενικό λόμπι σε διάφορες χώρες. Οποιαδήποτε αναγνώριση ή οποιοδήποτε ψήφισμα με το οποίο θα κατηγορείται η Τουρκία για ένα έγκλημα που δεν έκανε θα είναι απαράδεκτο" είπε ο κ. Οζτούρκ και κατέληξε:

 

"Αυτές οι κατηγορίες είναι τελείως αβάσιμες".

 

Σύμφωνα όμως με την αυστραλιανή εφημερίδα στοιχεία για την εξόντωση των Αρμενίων υπάρχουν "ακόμα και στα αυστραλιανά αρχεία".

 

"Και υπάρχουν", συμπληρώνει η ίδια εφημερίδα, "και οι μαρτυρίες Αυστραλών αιχμαλώτων του πρώτου παγκοσμίου πολέμου".

 

Σήμερα στην Αυστραλία ζουν μόνο τρεις Αρμένιοι που έζησαν την περίοδο 1915-23.

 

Υπενθυμίζεται ότι η πολιτειακή Βουλή της Νότιας Αυστραλίας έχει αναγνωρίσει τη γενοκτονία Ποντίων, Αρμενίων και Ασσυρίων.

Διαβάστε περισσότερα...
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Στον διαδικτυακό τόπο μας χρησιμοποιούμε Cookies με σκοπό τη βελτίωση της online εμπειρίας σας. Επιλέγοντας να συνεχίσετε την περιήγησή σας σε αυτόν, αποδέχεστε αυτομάτως τη χρήση των cookies. Περισσότερα...

Πολιτική Απορρήτου - Όροι Χρήσης - Περιορισμός Ευθύνης - Επικοινωνία Σχετικά με Προσωπικά Δεδομένα
Αποδέχομαι

Newsletter