Menu

Λεβόν Αρονιάν - Ο Σολίστας

Ζητήσαμε από τον Αρονιάν να παίξει μία παρτίδα, στην οποία να κέρδιζαν τα λευκά. Πριν την τελευταία κίνηση, έπεσε σε βαθιά περισυλλογή και μουρμούρισε: «Μα τα λευκά δεν κερδίζουν, είναι ισοπαλία». Του προτείναμε να αφαιρέσουμε ένα μαύρο πιόνι από τη σκακιέρα αλλά ο Αρονιάν απάντησε: «Τι; Δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό». Σαν αποτέλεσμα, δεν υπήρξε νικητής στη μονομαχία Αρονιάν εναντίον Αρονιάν. Ο Λεβόν πέτυχε την τέλεια αρμονία.

Γεννήθηκε στις 6 Οκτωβρίου του 1982 στο Ερεβάν της Αρμενίας. Νικητής του Παγκόσμιου Κυπέλλου Σκακιού το 2005. Πρωταθλητής της 37ης Ολυμπιάδας Σκακιού1 στο Τορίνο (2006) και της 38ης στη Δρέσδη (2008), ως μέλος της Εθνικής Ομάδας της Αρμενίας. Νικητής των Σούπερ Τουρνουά στην πόλη Λινάρες2 του Μεξικού (2006), Βάικ Αν Ζε3 της Ολλανδίας (2007 και 2008), Στεπαναγκέρντ του Ναγκόρνο Καραμπάχ (2005), όπως επίσης νικητής και του Ταλ Μεμόριαλ4 (2006 και 2010). Νικητής του Γκραν Πρι της FIDE5, Γκραν Σλαμ Μπιλμπάο6 (2009), Τουρνουά Άμπερ7 (2008, 2009, 2011). Παγκόσμιος Πρωταθλητής στο Ράπιντ8 (2009), παγκόσμιος πρωταθλητής στο Φίσερ ράντομ Τσες9 (2008, 2009), παγκόσμιος πρωταθλητής Μπλιτζ10 (2010). Νικητής του Παγκόσμιου Ομαδικού Πρωταθλήματος Σκακιού (2011), ως μέλος της Εθνικής Ομάδας Αρμενίας. Ανακοινώθηκε ως ο καλύτερος αθλητής της Αρμενίας το 2005. Του απονεμήθηκαν το μετάλλιο «Χορενατσί» το 2006. Του απονεμήθηκε ο τίτλος του «Επίτιμου Δεξιοτέχνη Αθλητισμού της Δημοκρατίας της Αρμενίας» το 2009 (“Honoured Master of Sport of the Republic of Armenia”).


Δεν εί­ναι πα­ρά­ξε­νο ό­τι σε δυο δια­δο­χι­κές Ο­λυ­μπιά­δες σκα­κιού η ε­θνι­κή ομά­δα της Αρ­με­νί­ας α­να­δεί­χθη­κε πρώ­τη, ε­νώ κά­ποιοι πι­στεύ­ουν ό­τι τα μέ­λη της δεν σκέ­φτο­νται ο­μα­δι­κά;

Φυ­σι­κά, ό­λοι ε­ξαρ­τό­μα­στε α­πό το τι γί­νε­ται σε κά­θε μια σκα­κιέ­ρα. Υ­πάρ­χει όμως και η αί­σθη­ση ό­τι δεν εί­σαι μό­νος, και αυ­τό εί­ναι μί­α κα­λή αί­σθη­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, ό­ταν έ­νας ο­μα­δι­κός α­γώ­νας εί­ναι σε ε­ξέ­λι­ξη και γί­νε­ται προ­φανές ό­τι ο έ­νας παί­κτης χά­νει, ό­λοι οι υ­πό­λοι­ποι αρ­χί­ζουν α­μέ­σως να πα­σχίζουν α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο για τη νί­κη. Και, α­νε­ξαρ­τή­τως α­πο­τε­λέ­σμα­τος, μπο­ρεί κα­νείς να κα­τα­λά­βει κα­θα­ρά το ο­μα­δι­κό παί­ξι­μο.

Υ­πάρ­χουν, ε­πί­σης, συ­να­ντή­σεις για ο­μα­δι­κή προ­πό­νη­ση, ό­που μοι­ρά­ζο­νται συμ­βου­λές με­τα­ξύ των με­λών της ο­μά­δας. Γε­νι­κά, εί­μα­στε ό­λοι φί­λοι. Και ως έ­νας α­πό τους αρ­χη­γούς της Ε­θνι­κής Ο­μά­δας, ξέ­ρω πο­λύ κα­λά πό­σο ση­μα­ντι­κό εί­ναι για έ­να νέ­ο μέ­λος της ο­μά­δας να νοιώ­θει ά­νε­τα, να κα­τα­λα­βαί­νει ό­τι εί­ναι μέ­ρος του συ­νό­λου.

 

Τι προ­ε­τοι­μα­σί­α γί­νε­ται πριν α­πό το παι­χνί­δι;

Α­να­λύ­ε­ται η κα­τά­στα­ση και γί­νε­ται προ­σπά­θεια να βρε­θεί τι εί­ναι κα­ταλ­ληλό­τε­ρο για κά­θε α­ντί­πα­λο, α­πό σέ­να τον ί­διο ή τον προ­πο­νη­τή ή τους παί­κτες που θα σε α­ντι­κα­τα­στή­σουν.

 

Πό­σος χρό­νος ξο­δεύ­ε­ται για την προ­ε­τοι­μα­σί­α;

Α­πό μί­α έ­ως τέσ­σε­ρεις ώ­ρες. Ε­ξαρ­τά­ται α­πό το βαθ­μό τε­λειο­μα­νί­ας και το αίσθη­μα φό­βου του ε­κά­στο­τε παί­κτη. Και α­πό την ο­κνη­ρί­α του βε­βαί­ως. Ε­γώ, για πα­ρά­δειγ­μα, εί­μαι πο­λύ τε­μπέ­λης.

 

Κά­πο­τε εί­χες πει ό­τι δεν έ­λα­βες καν σο­βα­ρή εκ­παί­δευ­ση ε­ξαι­τί­ας της ο­κνηρί­ας σου.

Αυ­τό εί­ναι εν μέ­ρει α­λή­θεια. Ή­μουν στην τε­τάρ­τη τά­ξη του Δη­μο­τι­κού, ό­ταν κα­τέρ­ρευ­σε η Σο­βιε­τι­κή Έ­νω­ση και α­μέ­σως με­τά σε ό­λα τα σχο­λεί­α άρ­χι­σε η διδα­σκα­λί­α στην αρ­με­νι­κή γλώσ­σα. Το γλωσ­σι­κό ε­μπό­διο α­πο­δεί­χτη­κε α­νυ­πέρ­βλη­το για μέ­να και, μπο­ρώ να πω ό­τι η εκ­παί­δευ­σή μου έ­λα­βε τέ­λος σε ε­κεί­νο το ση­μεί­ο. Πράγ­μα­τι, τό­τε ή­ταν που άρ­χι­σα να παί­ζω πε­ρισ­σό­τε­ρο σκά­κι. Πή­ρα, βέ­βαια, το πτυ­χί­ο μου στη Φυ­σι­κή Α­γω­γή, αλ­λά στη συ­νέ­χεια ή­μουν πο­λύ τε­μπέλης για να συ­νε­χί­σω.

 

Με­τά την τε­λευ­ταί­α θε­α­μα­τι­κή νί­κη στην Ο­λυ­μπιά­δα, δεν ήρ­θα­τε στο Ε­ρε­βάν, ό­που ε­πι­φυ­λά­χθη­κε με­γα­λειώ­δης υ­πο­δο­χή στην ο­μά­δα. Τι ή­ταν πιο ση­μα­ντι­κό α­πό το να α­πο­λαύ­σε­τε τη δό­ξα;

Για να σας πω την α­λή­θεια, πο­τέ δε μου ά­ρε­σε ό­λη αυ­τή η υ­περ­βο­λι­κή προ­βο­λή με­τά τη νί­κη. Σε α­πο­διορ­γα­νώ­νει. Αι­σθά­νο­μαι με­γά­λη ι­κα­νο­ποί­η­ση ό­ταν η δου­λειά γί­νε­ται κα­λά και αυ­τό μου εί­ναι αρ­κε­τό.

Ο­πό­τε εί­ναι πι­θα­νό να α­πο­φύ­γε­τε τον ε­ορ­τα­σμό α­κό­μα και ό­ταν θα έ­χε­τε γίνει πα­γκό­σμιος πρω­τα­θλη­τής;

Αυ­τά εί­ναι δύ­ο δια­φο­ρε­τι­κά πράγ­μα­τα. Μια τέ­τοια νί­κη θα εί­ναι α­πο­λύ­τως δι­κή μου και σα­φώς, θα πα­ρί­στα­μαι.

 

Χά­ρη στα προ­σω­πι­κά σας ε­πι­τεύγ­μα­τα και στις ε­πι­τυ­χί­ες της ο­μά­δας, το σκάκι έ­χει γί­νει πα­ρά­φο­ρα δη­μο­φι­λές. Τώ­ρα ως ά­θλη­μα έ­χει ει­σα­χθεί υ­πο­χρε­ωτι­κά στο βα­σι­κό Πρό­γραμ­μα Σπου­δών στα σχο­λεί­α.

Νο­μί­ζω ό­τι εί­ναι έ­να πο­λύ εν­δια­φέ­ρον πεί­ρα­μα. Αλ­λά δεν εί­μαι σί­γου­ρος ότι τα εύ­ση­μα α­νή­κουν σε ε­μάς. Υ­πήρ­χε ε­πί­σης ο Ντι­κράν Μπε­τρο­σιάν. Με­τά την ανε­ξαρ­τη­το­ποί­η­ση της Αρ­με­νί­ας, η ο­μά­δα μας που α­παρ­τι­ζό­ταν α­πό τους Ρα­φα­έλ Βα­χα­νιάν, Βλα­ντι­μίρ Α­γκο­πιάν και τα παι­διά που έ­παι­ζαν μα­ζί τους εί­χε πολ­λές ε­πι­τυ­χί­ες. Η ά­φι­ξη μου, ό­πως και του Κα­πριέλ Σαρ­κι­σιάν, μπο­ρεί να πει κα­νείς ό­τι συ­μπλήρω­σαν το έρ­γο των προ­η­γού­με­νων, ή­ταν μια λο­γι­κή ε­ξέ­λι­ξη της κα­τά­στα­σης. Τώ­ρα φαί­νε­ται ό­τι το σκά­κι έ­γι­νε το αρ­με­νι­κό «Σήμα Κα­τα­τε­θέν». Και εί­ναι πο­λύ ευ­χά­ρι­στο το γε­γο­νός ό­τι σε πολ­λές χώ­ρες το σκά­κι συν­δέ­ε­ται με την Αρ­με­νί­α. Ό­ταν πα­ρου­σιά­ζεις έ­ναν νέ­ο παί­κτη και λες ό­τι εί­ναι Αρ­μέ­νιος, ό­λοι ξέ­ρουν α­μέ­σως ό­τι εί­ναι κα­λός σκα­κι­στής.

 

Τι σου α­ρέ­σει να παί­ζεις ε­κτός α­πό σκά­κι;

Μου α­ρέσουν ό­λα τα α­θλή­μα­τα και τα παι­χνί­δια. Μου α­ρέ­σει το τέ­νις ί­σως ε­πει­δή έ­χει ο­μοιό­τη­τες με το σκά­κι. Βρί­σκε­σαι σε α­πό­στα­ση α­πό τον α­ντί­πα­λό σου, ο­πότε δεν έ­χεις ά­με­ση σω­μα­τι­κή ε­πα­φή, αλ­λά υ­πάρ­χει μια νο­η­τι­κή σύν­δε­ση. Μι­λώντας γε­νι­κά, συν­δέ­ω το σκά­κι πε­ρισ­σό­τε­ρο με τη μου­σι­κή πα­ρά με τα α­θλή­μα­τα. Στη μου­σι­κή χρειά­ζε­σαι, ε­πί­σης, πο­λύ χρό­νο για να α­κο­νί­σεις τις ι­κα­νό­τη­τές σου και να α­να­νε­ώ­σεις το ρε­περ­τό­ριό σου. Ε­πι­πλέ­ον, οι μου­σι­κοί, ό­πως και οι σκα­κι­στές, βρί­σκο­νται σε διαρ­κή α­να­ζή­τη­ση της αρ­μο­νί­ας.

 

Λε­βόν, ως παί­κτης, εί­σαι τζο­γα­δό­ρος; Παίρ­νεις ρί­σκα;

Στον κό­σμο του σκα­κιού, ο ό­ρος τζο­γα­δό­ρος χρη­σι­μο­ποιεί­ται για να πε­ρι­γράψει κά­ποιον που εί­ναι πε­ρι­πε­τειώ­δης και πα­θια­σμέ­νος. Ε­γώ δεν εί­μαι τέ­τοιος παί­κτης. Αλ­λά εί­ναι ε­πί­σης α­λή­θεια ό­τι η ε­πι­τυ­χί­α έρ­χε­ται μό­νο σε ε­κείνον που παίρ­νει ρί­σκα, ε­νώ μπο­ρεί να ε­λέγ­χει τα αι­σθή­μα­τά του και να εί­ναι ψύ­χραι­μος. Υ­πό αυ­τήν την έν­νοια, θε­ω­ρώ ό­τι, ναι, εί­μαι τζο­γα­δό­ρος.

 

Ε­λέγ­χεις τα αι­σθή­μα­τά σου α­κό­μα και με­τά α­πό μί­α α­πο­γο­η­τευ­τι­κή ήτ­τα;

Έ­νας παί­κτης δεν πρέ­πει να ξε­χνά­ει ού­τε για έ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο ό­τι το σκάκι εί­ναι α­πλώς έ­να παι­χνί­δι. Αν το πά­ρεις υ­περ­βο­λι­κά στα σο­βα­ρά, μπο­ρείς εύκο­λα να χά­σεις το μυα­λό σου. Η δύ­να­μη ε­νός κα­λού παί­κτη δε βρί­σκε­ται μό­νο στην ι­κα­νό­τη­τα να ε­λέγ­χει τα αι­σθή­μα­τά του αλ­λά και στην ι­κα­νό­τη­τα να μαθαί­νει και να ε­ξε­λίσ­σε­ται. Αν συ­να­ντάς τα ί­δια προ­βλή­μα­τα λι­γό­τε­ρο συ­χνά, ση­μαί­νει ό­τι έ­χεις γί­νει πιο δυ­να­τός.

 

Έ­χεις το δι­κό σου ο­ρι­σμό για το σκά­κι;

Το σκά­κι εί­ναι έ­νας διά­λο­γος. Κά­θε κί­νη­ση εί­ναι έ­να μή­νυ­μα στον α­ντί­πα­λο. Ό­ταν κι­νείς έ­να πιό­νι στην ου­σί­α εί­ναι σαν να λες: «Ξέ­ρεις, νο­μί­ζω ό­τι το παι­χνί­δι θα τε­λειώ­σει α­κρι­βώς ό­πως το σχε­διά­ζω και θα σου κά­νω “αυ­τό” και “αυ­τό”». Και ο α­ντί­πα­λος α­πα­ντά: «Συ­νέ­χι­σε, δε σε πι­στεύ­ω». ή «Κά­νε ό,τι θέλεις, δεν θα α­σχο­λη­θώ και θα προ­σπα­θή­σω να το πά­ρω ή­ρε­μα.» Και στο σκά­κι υ­πάρχουν μοι­ρο­λά­τρες, που α­φή­νο­νται στη μοί­ρα τους. Υ­πάρ­χουν και μη­δε­νι­στές, που δεν πι­στεύ­ουν στην ι­κα­νό­τη­τά σου να ε­λέγ­ξεις τη σκα­κιέ­ρα και προ­σπα­θούν να δεί­ξουν την έλ­λει­ψη πί­στης τους σε σέ­να με κά­θε τους κί­νη­ση. Αυ­τή η κρυ­φή συ­νο­μι­λί­α με­τα­ξύ των παι­κτών εί­ναι που δί­νει στην κά­θε παρ­τί­δα σκά­κι και έ­να βαθ­μό οι­κειό­τη­τας.

 

Α­πό την ο­πτι­κή γω­νί­α ε­νός τρί­του, φαί­νε­ται ό­τι οι σκα­κι­στές σκέ­φτο­νται μό­νο την ε­πό­με­νή τους κί­νη­ση.

Ό­χι, ό­χι. Πολ­λά και διά­φο­ρα περ­νούν α­πό το μυα­λό σου. Τυ­πι­κά, με­λε­τάς τον αντί­πα­λό σου. Ό­ταν παί­ζεις ε­να­ντί­ον κά­ποιου, ψά­χνεις τρό­πο να τον κα­τα­λά­βεις. Ό­χι μό­νο ποιος εί­ναι σαν παί­κτης αλ­λά και τι ά­το­μο εί­ναι. Τι του αρέ­σει και τι ό­χι. Αυ­τή η έ­ρευ­να για μια πιο προ­σω­πι­κή κα­τα­νό­η­ση του α­ντι­πάλου σου εί­ναι ταυ­τό­χρο­να πα­ρά­ξε­νη και α­πα­ραί­τη­τη, αλ­λά σε α­πο­σπά και α­πό το παι­χνί­δι. Γε­νι­κά, ό­σο λι­γό­τε­ρο σκέ­φτε­σαι μια παρ­τί­δα, τό­σο πιο ή­ρε­μα και κα­λά πη­γαί­νει. Δε μου α­ρέ­σει κα­θό­λου να πιέ­ζω υ­περ­βο­λι­κά τον ε­αυ­τό μου. Επ’ ευ­και­ρί­α, εί­ναι κα­νό­νας κα­τά τη διάρ­κεια του παι­χνι­διού οι σκα­κι­στές να μι­λούν μό­νο στον ε­αυ­τό τους.

 

Να μι­λούν στον ε­αυ­τό τους δυ­να­τά;

Ό­χι. Αλ­λά πά­ντα προ­σπα­θείς να μα­ντέ­ψεις τι λέ­ει ο α­ντί­πα­λός σου στον ε­αυτό του. Πα­ρα­κο­λου­θείς τα μά­τια, τις κι­νή­σεις, τη συ­μπε­ρι­φο­ρά του. Συ­χνά, ό­ταν η κα­τά­στα­ση στη σκα­κιέ­ρα δεν εί­ναι, α­κό­μα, ε­ντε­λώς α­βέ­βαι­η, προ­σπα­θείς να διαι­σθαν­θείς πό­σο ά­βο­λος εί­ναι ο α­ντί­πα­λός σου, να δεις πό­σο α­νή­συ­χος εί­ναι, κυ­ριο­λε­κτι­κά φα­ντά­ζε­σαι ό­τι α­κούς την α­πό­γνω­σή του στο μυα­λό του και ξέ­ρεις ό­τι αν τα κα­τα­φέ­ρεις να μεί­νεις ή­ρε­μος, θα νι­κή­σεις. Η τέ­χνη της ψυ­χα­νά­λυ­σης εί­ναι έ­να α­πό τα πιο ση­μα­ντι­κά στοι­χεί­α του παι­χνι­διού. Αν δεν εί­ναι το πρώ­το σου παι­χνί­δι με έ­ναν συ­γκε­κρι­μέ­νο παί­κτη, ξέ­ρεις ή­δη ποια σε­νά­ρια δεν του α­ρέ­σουν και έ­τσι προ­σπα­θείς να ε­πι­βάλ­λεις έ­να α­πό αυτά. Κα­θέ­νας έ­χει έ­να ευαί­σθη­το ση­μεί­ο.

 

Και ποιο εί­ναι το δι­κό σου;

Μπο­ρώ να ητ­τη­θώ στην αρ­χή. Εί­μαι τε­μπέ­λης και συ­νή­θως δεν ξο­δεύ­ω αρ­κε­τό χρό­νο για να προ­ε­τοι­μα­στώ για το παι­χνί­δι. Άλ­λο έ­να πρό­βλη­μα εί­ναι ό­ταν αρχί­ζω να ρι­σκά­ρω. Εί­μαι ευέ­ξα­πτος και κά­ποιες φο­ρές δυ­σκο­λεύ­ο­μαι να συ­γκρα­τη­θώ.

 

Ά­ρα φαί­νε­ται ό­τι κά­θε μά­χη έ­χει δύ­ο μέ­τω­πα: τον α­ντί­πα­λο και τον ε­αυ­τό σου…

Α­κρι­βώς. Κά­θε παί­κτης μπο­ρεί να νι­κή­σει έ­ναν δυ­να­τό­τε­ρο α­ντί­πα­λο και να υ­πο­κύ­ψει σε έ­ναν α­σθε­νέ­στε­ρο. Αυ­τό εί­ναι δυ­να­τό αν δε συ­νο­μι­λεί με τον ε­αυ­τό του, αν δεν κα­τα­λα­βαί­νει τα ί­δια του τα προ­βλή­μα­τα, τις α­δυ­να­μί­ες και τα δυ­να­τά του ση­μεί­α και αν δεν ξέ­ρει τι του α­ρέ­σει και τι ό­χι. Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι, ε­νώ έ­χει ό­λες τις πι­θα­νό­τη­τες να κερ­δί­σει, μπο­ρεί ξαφ­νι­κά να χά­σει το παι­χνί­δι - να το χά­σει α­πό τον ε­αυ­τό του.

 

Το σκά­κι εί­ναι το παι­χνί­δι των α­το­μι­στών;

Θα έ­λε­γα α­κό­μα και των ε­γω­ι­στών, πράγ­μα που ι­σχύ­ει για ό­λα τα α­το­μι­κά α­θλήμα­τα. Βλέ­πε­τε, το σκά­κι εί­ναι έ­να πο­λύ μο­να­χι­κό παι­χνί­δι. Οι κα­λύ­τε­ροι παίκτες, κα­τά κα­νό­να, εί­ναι ε­σω­στρε­φείς, ο­λι­γό­λο­γοι και ό­χι ε­πι­κοι­νω­νια­κοί άν­θρω­ποι. Και για το σύ­νο­λο αυ­τών των πραγ­μά­των χρη­σι­μο­ποιώ τον ό­ρο: «φιλαυ­τί­α».

 

Αλ­λά εί­ναι ε­πί­σης και έ­να παι­χνί­δι δια­νο­ου­μέ­νων…

Έ­νας δια­νο­ού­με­νος συν έ­νας φί­λαυ­τος ι­σού­ται με έ­ναν «έ­ξυ­πνο μπά­σταρ­δο».

 

*Μπο­ρεί κα­νείς να μά­θει πε­ρισ­σό­τε­ρα για πα­λαιό­τε­ρους και σύγ­χρο­νους διακε­κρι­μέ­νους Αρ­μέ­νιους σκα­κι­στές, στην πα­ρα­κά­τω σύν­δε­ση: http://armenianchessplayers.blogspot.gr/

 

1. Η Ο­λυ­μπιά­δα σκα­κιού διοργα­νώ­νε­ται κά­θε δύ­ο χρό­νια α­πό τη FIDE και στην ο­ποί­α ο­μά­δες α­πό ό­λον τον κό­σμο α­ντα­γω­νί­ζο­νται η μί­α την άλ­λη.

2. 3. Α­πό το 2008, το Γκραν Σλαμ έ­χει γί­νει έ­να α­πό τα τουρ­νουά υ­ψί­στου ε­πι­πέ­δου πα­γκο­σμί­ως. Τα τουρ­νουά στις πό­λεις Βά­ικ Αν Ζε και Λι­νά­ρες α­πο­τε­λούν δύ­ο διορ­γα­νώ­σεις στη σει­ρά κα­τά­τα­ξης για το Γκραν Σλαμ.

4. Το Ταλ Με­μό­ριαλ εί­ναι έ­να τουρ­νουά σκα­κιού, που διορ­γα­νώ­νε­ται κά­θε χρόνο στη Μό­σχα, α­πό το 2006, στη μνή­μη του πρώ­ην Πα­γκό­σμιου Πρω­τα­θλητή Μι­χα­ήλ Ταλ, που α­πε­βί­ω­σε το 1992.

5. FIDE (Federation International Des Echecs) εί­ναι το γαλ­λι­κό α­κρω­νύ­μιο για τη Διε­θνή Ο­μοσπον­δί­α Σκα­κιού, που ι­δρύ­θη­κε στο Πα­ρί­σι στις 20 Ιου­λί­ου 1924. Εί­ναι α­να­γνω­ρι­σμέ­νη α­πό τη Διε­θνή Ο­λυ­μπια­κή Ε­πι­τρο­πή (ΔΟ­Ε), ως το α­νώ­τε­ρο σώ­μα για το σκά­κι και τα πρω­τα­θλή­μα­τά του, σε η­πει­ρω­τι­κό και δι­η­πει­ρω­τι­κό ε­πί­πε­δο. Το Γκραν Πρι της FIDE εί­ναι μια σει­ρά α­πό τουρ­νουά που κα­θο­ρί­ζουν την τε­λι­κή κα­τά­ταξη για το Πα­γκό­σμιο Πρω­τά­θλη­μα.

6. Γκραν Σλαμ: Στα α­το­μι­κά α­θλή­μα­τα εί­ναι η νί­κη σε ό­λους τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες διορ­γα­νώ­σεις σε μί­α σε­ζόν, ει­δι­κά σε ε­παγ­γελ­μα­τι­κό ε­πί­πε­δο. Το Γκρα­ν Σλαμ σκα­κιού (μι­α διορ­γά­νω­ση α­νά­λο­γη με το Γου­ί­μπλε­ντον στο τέ­νις), ως έ­να ση­μα­ντι­κό σκα­κι­στι­κό πρω­τά­θλη­μα, δέ­χε­ται τους νι­κη­τές α­πό τα με­γα­λύ­τε­ρα τουρ­νουά σκα­κιού, κά­θε χρό­νο, στον τε­λι­κό των μά­στερ του εί­δους, στο Μπιλ­μπά­ο, Ι­σπα­νί­α (Χώ­ρα των Βά­σκων).

7. Το τουρ­νουά σκα­κιού Ά­μπερ εί­ναι μια ε­τή­σια διορ­γά­νω­ση με με­γά­λα χρη­ματι­κά έ­πα­θλα, για κά­ποιους α­πό τους α­ρι­στο­τέ­χνες στο εί­δος πα­γκο­σμί­ως και γί­νε­ται στο Μό­ντε Κάρ­λο, συ­νή­θως τον Μάρ­τιο. Χο­ρη­γός του τουρ­νουά εί­ναι ο Ολλαν­δός ε­πι­χει­ρη­μα­τί­ας, Γιό­οπ Βαν Ό­ο­στε­ρομ, που έ­δω­σε στη διορ­γά­νω­ση το ό­νο­μα της κό­ρης του.

8. Ρά­πι­ντ ή Κου­ίκ: Πα­ραλ­λα­γή σκα­κιού, με 15 έ­ως 60 λε­πτά α­νά παί­κτη, με­ρι­κές φο­ρές με μια μι­κρή αύ­ξη­ση χρό­νου α­νά κί­νη­ση (π.χ. 10 δευ­τε­ρόλεπτα).

9. Φί­σερ Ρά­ντομ Τσές ή Σκά­κι 960: Πα­ραλ­λα­γή σκα­κιού που ε­πι­νο­ή­θη­κε α­πό τον πρώ­ην πα­γκό­σμιο πρω­τα­θλη­τή σκα­κιού Μπό­μπυ Φί­σερ. Το παι­χνί­δι χρη­σι­μο­ποιεί την ί­δια σκα­κιέ­ρα και πιό­νια με το κλα­σι­κό σκά­κι, μό­νο που αυ­τά βρί­σκο­νται σε τυ­χαί­α αρ­χι­κή θέ­ση για κά­θε παί­κτη.

10. Μπλί­τζ ή Μπού­λετ Σκά­κι ή Ξαφ­νι­κός Θά­να­τος: Πα­ραλ­λα­γή σκα­κιού, στην ο­ποία κά­θε παί­κτης έ­χει πο­λύ λι­γό­τε­ρο χρό­νο για να κά­νει μί­α κί­νη­ση.

 

Συνέντευξη: Άννα Λορέντς Φωτό: Αρνός Μαρδιροσιάν

Μετάφραση-επιμέλεια: Μίκι Μοβσεσιάν

 

Πηγή: armenika.gr

 

Διαβάστε περισσότερα...

Η γέννηση των αρμενικών εκδόσεων - Από το Καθολικάτο του Ετσμιατζίν στα τυπογραφεία της Ευρώπης

Η ι­στο­ρί­α του βι­βλί­ου, κυ­ρί­ως των εκ­δό­σε­ων α­πό το 16ο έ­ως το 18 αιώ­να, εί­ναι στε­νά συν­δε­δε­μέ­νη με την ε­ξέ­λι­ξη της α­να­νέ­ω­σης και του εκ­συγ­χρο­νι­σμού της αρ­με­νι­κής κοι­νω­νί­ας η ο­ποί­α παίρ­νει σάρ­κα και ο­στά κα­τά την πε­ρί­ο­δο αυ­τή σε ο­ρι­σμέ­νους κύ­κλους της Βο­ρειο-α­να­το­λι­κής Αρ­με­νί­ας.

Οι πο­λι­τι­κές α­να­τα­ρα­χές οι ο­ποί­ες ε­πα­κο­λού­θη­σαν α­πό το 13ο αιώ­να ο­δή­γη­σαν πραγ­μα­τι­κά της χώ­ρα στο χεί­λος της α­βύσ­σου. Οι κα­τα­στρο­φές οι ο­ποί­ες προ­κλή­θη­καν α­πό τις λε­η­λα­σί­ες των μογ­γό­λων και των τουρ­κο­μά­νων, η διείσ­δυ­ση των νο­μα­δι­κών φυ­λών, η βί­αι­η «συμ­βί­ω­ση» με τις κουρ­δι­κές φυ­λές, οι διαρ­πα­γές α­πό την πλευ­ρά των djelali, οι ε­κτο­πί­σεις εκ μέ­ρους του σά­χη Α­μπάς και οι τουρ­κο­περ­σι­κοί πό­λε­μοι εί­χαν ως ά­με­σες συ­νέ­πειες ευ­θέ­ως ε­πί των δη­μο­γρα­φι­κών ι­σορ­ρο­πιών της πε­ριο­χής, ε­πί του οι­κο­νο­μι­κού της ε­πι­πέ­δου και ε­πί των πο­λι­τι­στι­κών της πρα­κτι­κών.

Σύμ­φω­να με μαρ­τυ­ρί­ες της ε­πο­χής, με­γά­λος α­ριθ­μός μο­να­στη­ριών τα ο­ποί­α ή­ταν οι πα­ρα­δο­σια­κοί θε­μα­το­φύ­λα­κες της πο­λι­τι­στι­κής κλη­ρο­νο­μιάς, με­τε­τρά­πη­σαν σε ε­ρεί­πια και η γε­νι­κή κα­τά­στα­ση κά­ποιων α­κό­μα εν ε­νερ­γεί­α ι­δρυ­μά­των ή­ταν εν­δει­κτι­κή της πτώ­σης του εκ­παι­δευ­τι­κού ε­πι­πέ­δου των δό­κι­μων ιε­ρέ­ων και της πει­θαρ­χί­ας των μο­να­χών, α­φή­νο­ντας να δια­φα­νεί η α­ξιο­θρή­νη­τη πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση των μη νο­μα­δι­κών πλη­θυ­σμών.

Χω­ρίς μια σθε­να­ρή α­ντί­δρα­ση, η αρ­με­νι­κή κοι­νω­νί­α ή­ταν κα­τα­δι­κα­σμέ­νη βρα­χυ­πρό­θε­σμα, να α­φο­μοιω­θεί α­πό τους ι­σχυ­ρούς και τα­ρα­χο­ποιούς νο­μά­δες οι ο­ποί­οι ε­πέ­βα­λαν τον πο­λι­τι­σμό τους -αυ­τή των στε­πών της Κε­ντρι­κής Α­σί­ας- σε ό­λη τη Μι­κρά Α­σί­α.


Οι στό­χοι για την κυ­ριαρ­χί­α της τέ­χνης της τυ­πο­γρα­φί­ας


Μέ­σα σ’ αυ­τό το πλαί­σιο, την πλέ­ον κρί­σι­μη στιγ­μή και σε μια τε­λευ­ταί­α προ­σπά­θεια συ­γκε­ντρώ­σε­ως δυ­νά­με­ων, τέ­θη­καν οι βά­σεις μιας α­να­νε­ώ­σε­ως. Α­ντλώ­ντας δύ­να­μη α­πό το πα­ρελ­θόν του έ­θνους και α­να­ζω­ο­γο­νώ­ντας το, χά­ρη στη συμ­βο­λή ε­ξω­τε­ρι­κών πα­ρα­γό­ντων, ό­πως σε γε­νι­κές γραμ­μές ή­ταν τα ση­μα­ντικά δια­βή­μα­τα των εκ­κλη­σια­στι­κών κύ­κλων.

Στην αρ­χή του 17ου αιώ­να, η ά­φι­ξη των πρώ­των γάλ­λων ιε­ρα­πο­στό­λων στην Ο­θω­μανι­κή Αυ­το­κρα­το­ρί­α και η α­νά­πτυ­ξη των αρ­με­νι­κών ε­μπο­ρι­κών συ­ναλ­λα­γών με την Ευ­ρώ­πη, έ­δω­σαν ή­δη τη δυ­να­τό­τη­τα στην αρ­με­νι­κή ε­λίτ να προ­αι­σθαν­θεί τη δυ­νη­τι­κή συ­νει­σφο­ρά της Α­να­γεν­νή­σε­ως.

Σκε­πτό­με­νοι την α­να­νέ­ω­ση του εκ­παι­δευ­τι­κού συ­στή­μα­τος ε­πι­στρά­τευ­σαν τα α­να­γκαί­α και κυ­ρί­αρ­χα τυ­πο­γρα­φι­κά μέ­σα. Αυ­τό το ερ­γα­λεί­ο της α­να­πα­ρα­γωγής και της ε­ξα­πλώ­σε­ως του βι­βλί­ου, τους φαι­νό­ταν κα­τά συ­νέ­πεια ου­σιώ­δες, προ­κει­μέ­νου να ε­πι­τύ­χουν το σχέ­διό τους, δε­δο­μέ­νου ό­τι τα scriptoria1 τα ο­ποί­α επα­να­λει­τούρ­γη­σαν δεν ε­παρ­κού­σαν για να ι­κα­νο­ποι­ή­σουν τις α­νά­γκες.

Ε­πει­δή ό­μως για σχε­δόν δύ­ο αιώ­νες -α­πό το 1511 έ­ως το 1695- η χρή­ση της τυ­πο­γραφί­ας ή­ταν κα­τα­δι­κα­σμέ­νη μέσα στην Ο­θω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρί­α οι αρ­μέ­νιοι τυ­πογρά­φοι α­να­γκά­σθη­καν να ε­γκα­τα­στή­σουν τα ερ­γα­στή­ριά τους (τυ­πο­γρα­φεί­α) στην Ευ­ρώ­πη.

 

Τα πρώ­τα τυ­πο­γρα­φεί­α


Οι αρ­με­νι­κές πα­ροι­κί­ες της Ευ­ρώ­πης πα­ρεί­χαν το ι­δα­νι­κό πλαί­σιο για την εγκα­τά­στα­ση των τυ­πο­γρα­φεί­ων. Οι εκ­δό­τες-τυ­πο­γρά­φοι βρή­καν εκεί τους αρ­μένιους με­γα­λε­μπό­ρους πρό­θυ­μους να τους βο­η­θή­σουν οι­κο­νο­μι­κά και να τους δια­θέ­σουν το δο­κι­μα­σμέ­νο κύ­κλω­μα δια­νο­μής το ο­ποί­ο θα τους ε­πέ­τρε­πε να απο­στεί­λουν εύ­κο­λα την έ­ντυ­πη πα­ρα­γω­γή τους στα ε­πί­νεια της Α­να­το­λής, στη Σμύρ­νη και σε κά­θε δυ­να­τό μέ­ρος ό­που οι γυ­ρο­λό­γοι-πραγ­μα­τευ­τές θα α­να­λάμβα­ναν τη δια­νο­μή του βι­βλί­ου σε ό­λη την Αρ­με­νί­α.

Έ­τσι, βλέ­που­με να δη­μιουρ­γού­νται τυ­πο­γρα­φεί­α στη Βε­νε­τί­α, στο Λβώβ, στο Λιβόρ­νο, στη Μασ­σα­λί­α, στο Άμ­στερ­νταμ.

Κα­τά την πρώ­τη πε­ρί­ο­δο, ο στό­χος ή­ταν να δη­μο­σιευ­θούν σε με­γά­λο α­ριθ­μό αντι­τύ­πων βι­βλί­α πρώ­της α­νά­γκης κυ­ρί­ως ψαλ­τή­ρια, βί­βλοι, συ­νό­ψεις, λει­τουργι­κά, συ­να­ξά­ρια, θρη­σκευ­τι­κά η­με­ρο­λό­για, αλ­φα­βη­τά­ρια και διά­φο­ρα άλ­λα εκκλη­σια­στι­κά βι­βλί­α, δη­λα­δή το 72% της πα­ρα­γω­γής των 16ου και 17ου αιώ­νων. Τα υ­πόλοι­πα συ­νί­στα­ντο σε εκ­δό­σεις με­σαιω­νι­κών ι­στο­ριο­γρα­φιών τα ο­ποί­α συ­νετέ­λε­σαν στην ε­πα­νά­κτη­ση του ε­θνι­κού πα­ρελ­θό­ντος κα­θώς και σε ε­μπο­ρι­κά εγχει­ρί­δια και γε­ω­γρα­φι­κούς χάρ­τες, α­νοί­γο­ντας έ­τσι το δρό­μο στην αρ­με­νική κοι­νω­νί­α -ι­διαι­τέ­ρως στους με­γα­λο­α­στούς ε­μπό­ρους- προς την ε­ξω­στρέφεια.

Με­τά το 1650, η κά­λυ­ψη της δη­μό­σιας πε­ριου­σί­ας σε έ­ντυ­πα βι­βλί­α αυ­ξή­θη­κε σημα­ντι­κά εις βά­ρος των χει­ρο­γρά­φων βι­βλί­ων, τα ο­ποί­α ω­στό­σο συ­νέ­χι­ζαν να κυ­κλο­φο­ρούν κεί­με­να που φυ­σι­κά ή­ταν προ­ο­ρι­σμέ­να για πιο πε­ριο­ρι­σμένους κύ­κλους.

 

Λο­γο­κρι­σί­α εκ μέ­ρους της Ρω­μαιο­κα­θο­λι­κής εκ­κλη­σί­ας


Πέ­ρα α­πό την ι­διαι­τε­ρό­τη­τα την ο­ποί­α κα­θι­στού­σε η ε­γκα­τά­στα­ση των αρ­μενι­κών τυ­πο­γρα­φεί­ων στην Ευ­ρώ­πη, δια­πι­στώ­νε­ται ό­τι ό­λοι οι εκ­δό­τες-τυ­πο­γρά­φοι ή­σαν εκ­κλη­σια­στι­κοί, διο­ρι­σμέ­νοι στη Δύ­ση α­πό την α­νώ­τε­ρη ιε­ραρ­χί­α του κλή­ρου και πιο συ­χνά προ­σω­πι­κά α­πό τον Κα­θο­λι­κό των Αρ­με­νί­ων. Και ό­μως, την ί­δια πε­ρί­ο­δο, η αρ­με­νι­κή Εκ­κλη­σί­α ε­τοι­μα­ζό­ταν να δια­πραγ­μα­τευ­τεί με τη Ρώ­μη για μια πο­λι­τι­κή και θρη­σκευ­τι­κή προ­σέγ­γι­ση.

Για την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα δε αυ­τής, α­πό το 1564 ο Α­μπγκάρ α­πό την πό­λη Το­κάτ ή­ταν ε­ξου­σιο­δο­τη­μέ­νος να βρί­σκε­ται δί­πλα στον Πο­ντί­φι­κα.

Ή­ταν εξ’ ί­σου ε­πι­φορ­τι­σμέ­νος για την ε­γκα­τά­στα­ση ε­νός τυ­πο­γρα­φεί­ου και για να προ­τεί­νει στη Ρώ­μη την ε­κτύ­πω­ση της Βί­βλου στην αρ­με­νι­κή.

Ου­σια­στι­κά ε­πρό­κει­το για τη δη­μο­σί­ευ­ση εκ­κλη­σια­στι­κών βι­βλί­ων για τα οποί­α η λο­γο­κρι­σί­α εκ μέ­ρους της ρω­μαιο­κα­θο­λι­κής πλευ­ράς δεν μπο­ρού­σε να μεί­νει α­διά­φο­ρη και πο­λύ συ­χνά έ­ψα­χνε τρό­πους για να ε­λέγ­χει την ορ­θο­δο­ξία μέ­σω των αρ­με­νι­κών ε­ντύ­πων, χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντάς τα ως «αι­ρε­τι­κά».

Το 1638, με την προ­τρο­πή του Ρ. Yovhannes Ancyre και του Paolo Piromalli, μια ε­πι­τρο­πή θε­ο­λό­γων η ο­ποί­α σχη­μα­τί­σθη­κε α­πό το συμ­βού­λιο «la Propaganda Fide» και ή­ταν ε­πι­φορ­τι­σμέ­νη να ε­λέγχει τη με­τά­φρα­ση της Βί­βλου στην αρ­με­νι­κή προ­κει­μέ­νου αυ­τή να συ­μπί­πτει, να εί­ναι δη­λα­δή σύμ­φω­νη με την «Vulgate»2 πριν ε­πι­τρέ­ψει τη δη­μο­σί­ευ­σή της. Ε­πίσης, στις τά­ξεις της πε­ριε­λάμ­βα­νε τον ιε­ρα­πό­στο­λο Clement Galano και κατ’ αρ­χήν κατα­πο­λέ­μη­σε την τε­λειο­ποί­η­ση της Και­νής Δια­θή­κης.

Ω­στό­σο, αυ­τή η ε­πι­τρο­πή δεν κα­τόρ­θω­σε να ε­πι­τύ­χει τε­λι­κώς το στό­χο της.

Η α­που­σί­α α­πο­τε­λέ­σμα­τος προ­έ­τρε­ψε τον Κα­θο­λι­κό της Αρ­με­νί­ας Ιά­κω­βο τον 4ο να ο­ρί­σει ως α­ντι­πρό­σω­πο στην Ευ­ρώ­πη το δό­κι­μο κλη­ρι­κό Μα­τε­ός, προ­κειμέ­νου να δη­μο­σιεύ­σει την πρώ­τη έκ­δο­ση της με­τα­φρα­σμέ­νης στην αρ­με­νι­κή, Βίβλου.

Έ­τσι, το Μά­ιο του 1656, ε­πι­βι­βά­σθη­κε σε πλοί­ο στη Σμύρ­νη με προ­ο­ρι­σμό τη Βε­νετί­α ό­που κατ’ αρ­χήν ε­ξέ­τα­σε τρό­πους και χώ­ρους για να ε­γκα­τα­στή­σει το τυπο­γρα­φεί­ο του με τη βο­ή­θεια των αρ­με­νί­ων με­γα­λε­μπό­ρων οι ο­ποί­οι δρα­στηριο­ποιού­νταν στο λι­μά­νι της Βε­νε­τί­ας. Ό­μως οι και­ροί εί­χαν αλ­λά­ξει. Η κα­θολι­κή Ιε­ρά Ε­ξέ­τα­ση ε­ξου­σί­α­ζε τις βε­νε­τι­κές τυ­πο­γρα­φι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες. Έ­πει­τα α­πό α­να­γκα­στι­κή α­δρά­νεια δε­κα­τεσ­σά­ρων μη­νών, ο αρ­μέ­νιος κλη­ρι­κός πή­γε στη Ρώ­μη για να λά­βει την ά­δεια προ­κει­μέ­νου να φέ­ρει εις πέ­ρας την απο­στο­λή του.

Η δυ­σπι­στί­α εκ μέ­ρους του Συμ­βου­λί­ου των καρ­δι­να­λί­ων ως προς αυ­τή την επι­χεί­ρη­ση έ­λη­ξε εν τού­τοις με το να τον πεί­σουν να ε­γκα­τα­στή­σει το τυ­πογρα­φεί­ο του στις Κά­τω Χώ­ρες (Ολ­λαν­δί­α), ό­που με­ρι­κά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα πραγ­ματο­ποι­ή­θη­κε η πρώ­τη πλή­ρης έκ­δο­ση της αρ­με­νι­κής με­τα­φρά­σε­ως της Βί­βλου.

 

Πη­γή: πε­ριο­δι­κό Nouvelles d’ Armenie

Ση­μειώ­σεις: 1) Scriptoria: τα ερ­γα­στή­ρια α­ντι­γρα­φής χει­ρο­γρά­φων

2) Vulgate: - η Βουλ­γά­τα- δη­λα­δή η λα­τι­νι­κή με­τά­φρα­ση της Βί­βλου.Με­τα­φρά­στη­κε α­πό την ε­βρα­ϊ­κή και την α­ρα­μα­ϊ­κή με­τα­ξύ των ε­τών 382 και 405 μ.Χ. α­πό τον Jerome.

 

Νουνιά Γεραμιάν

Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Ερεβάν: Το μουσείο των Αρμενίων

Μικρή μα αγέρωχη απλώνεται η Αρμενία στην πεδιάδα του Αραράτ. Λένε ότι η χώρα αυτή δε μοιάζει με καμιά. Κι ότι, παρά τα σύνορά της με χώρες τόσο διαφορετικές, οι κάτοικοί της πάντα διατηρούσαν έναν ξεχωριστό πολιτισμό, μια παράδοση με χαρακτήρα υψηλό… όσο το ίδιο το υψόμετρο της χώρας. Αυτή την άφθαρτη, μοναδική Αρμενία αποκαλύπτει η πρωτεύουσα Ερεβάν.*

Έ­πει­τα α­πό μια τρί­ω­ρη πτή­ση προς το νό­τιο Καύ­κα­σο, το ερ­μπάς των αρ­με­νι­κών α­ε­ρο­γραμ­μών προ­σγειώ­νεται στο α­ε­ρο­δρό­μιο του Ε­ρε­βάν. Στη σύγχρο­νη γε­ω­πο­λι­τι­κή ι­στο­ρί­α, το Ε­ρε­βάν εί­ναι η πρω­τεύ­ου­σα της Δη­μο­κρα­τί­ας της Αρ­με­νί­ας, μιας νε­ο­σύ­στα­της χώ­ρας που α­πέ­κτη­σε την α­νε­ξαρ­τη­σί­α της το 1991, με­τά τη διά­λυ­ση της Σο­βιε­τι­κής Έ­νω­σης. Ό­μως, εί­ναι ταυ­τό­χρο­να και μί­α α­πό τις αρ­χαιό­τε­ρες πόλεις του κό­σμου, ό­πως μας λέ­νε τα ερ­γαλεί­α της Πα­λαιο­λι­θι­κής ε­πο­χής που α­να­κα­λύ­φθηκαν με τις α­να­σκα­φές και μαρ­τυ­ρούν ό­τι η ση­με­ρι­νή έ­κτα­ση ης πό­λης και οι γύ­ρω χώ­ροι κα­τοι­κή­θη­καν πριν α­πό χι­λιε­τί­ες. Δύ­ο ιε­ρο­γλυ­φι­κές ε­πι­γρα­φές του βα­σι­λιά των Ου­ραρ­τού, Αργκί­στι Α΄ που α­νά­γονται στις αρ­χές του 8ου αιώ­να π.Χ., μνη­μο­νεύ­ουν την ύ­παρ­ξη του Ε­ρε­βάν με το αρ­χαί­ο ό­νο­μά του, Ε­ρε­που­νί. Μι­κρή κω­μό­πο­λη της περ­σι­κής και κα­τό­πιν της τσα­ρι­κής αυτο­κρα­το­ρί­ας, το Ε­ρε­βάν πα­ρου­σί­α­ζε την ό­ψη «μί­ζε­ρης» Α­να­το­λής στις αρ­χές του προ­ηγού­με­νου αιώ­να. Ο πλη­θυ­σμός του μέ­σα σε ο­γδό­ντα χρό­νια αυ­ξή­θη­κε α­πό 30.000 σε 1.200.000 κα­τοί­κους. Οι α­ριθ­μοί μαρ­τυ­ρούν τη θε­α­μα­τι­κή ε­ξέλι­ξη που γνώ­ρι­σε η πό­λη μέ­σα σε με­ρικές δε­κα­ε­τί­ες και μπο­ρούν να δώ­σουν μια ι­δέ­α για την αρ­χι­τε­κτο­νι­κή της και τον πο­λε­ο­δο­μι­κό της σχε­δια­σμό, ση­μά­δια ο­ρα­τά άλ­λω­στε της σο­βιε­τι­κής ε­πο­χής και μιας δια­φο­ρε­τι­κής αι­σθη­τι­κής.

Κτι­σμέ­νο στο βο­ρειο­α­να­το­λι­κό τμή­μα της πε­διά­δας του Α­ρα­ράτ και σε υ­ψό­με­τρο 865-1.380 α­πό τη ε­πι­φά­νεια της θά­λασ­σας, το ση­με­ρι­νό Ε­ρε­βάν εί­ναι μια πα­νέ­μορφη πό­λη, απλω­μέ­νη στις ό­χθες του πο­τα­μού Χραζ­ντάν, με φαρ­διές λε­ω­φό­ρους, μνη­μειώ­δεις πλα­τεί­ες, ε­πιβλη­τι­κά κτί­ρια, αν­δριά­ντες που θυ­μί­ζουν στιγ­μές δό­ξας και ε­θνι­κού με­γα­λεί­ου, αλ­λά και κα­τα­πρά­σι­νους κή­πους, ό­μορ­φα ε­στια­τό­ρια, υ­παίθρια μπαρ, πο­λυά­ριθ­μα χρωμα­τι­στά σι­ντρι­βά­νια και μια ζω­η­ρή κυ­κλο­φο­ρί­α που το κά­νουν να μοιά­ζει με με­σο­γεια­κή με­γα­λού­πολη.

Οι Αρ­μέ­νιοι αρ­χι­τέ­κτο­νες δα­νεί­στη­καν για τα έρ­γα τους το υ­λι­κό της χώ­ρας, τον τό­φο, έ­να πο­ρώ­δες η­φαι­στειο­γε­νές ροζ πέ­τρω­μα που, σε συν­δυα­σμό με το γυα­λί και το μπε­τόν, χρη­σι­μο­ποιεί­ται για το χτί­σι­μο των σύγ­χρο­νων κτι­ρί­ων, ξε­νο­δο­χεί­ων και εκ­κλη­σιών. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα το ε­ντυ­πω­σια­κό κτί­σμα του κα­θε­δρι­κού να­ού του Α­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Φω­τι­στή - ι­δρυ­τή της Αρ­με­νι­κής Α­πο­στολι­κής Εκ­κλη­σί­ας - που οι­κο­δο­μή­θη­κε με χρή­μα­τα των Αρ­με­νί­ων της δια­σπο­ράς και ε­γκαι­νιά­στη­κε το 2001 με α­φορ­μή τα 1.700 χρό­νια του χρι­στια­νι­σμού στη χώ­ρα.

Στην κε­ντρι­κή πλα­τεί­α της πό­λης, την Πλα­τεί­α Δη­μο­κρα­τί­ας, ορ­θώ­νο­νται τα πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­πι­βλη­τι­κά κτί­ρια: το Ι­στο­ρι­κό Μου­σεί­ο, η Ε­θνι­κή Πι­να­κο­θήκη, οι πρε­σβεί­ες, τα κυ­βερ­νη­τι­κά κτί­ρια και το με­γα­λο­πρε­πές ξενο­δο­χεί­ο «Αρ­με­νί­α». Ό­μως ο­λό­κλη­ρο το Ε­ρε­βάν δί­νει την αί­σθη­ση ε­νός α­νοι­χτού μου­σεί­ου. Περ­πα­τώ­ντας στους δρό­μους του, θα συ­να­ντή­σει κα­νείς τα α­γάλ­μα­τα του αρ­χι­τέ­κτο­να και ο­ρα­μα­τι­στή της σύγ­χρο­νης πό­λης Τα­μα­νιάν, του με­γά­λου συν­θέ­τη Σπε­ντια­ριάν (το κτί­ριο της ό­πε­ρας φέ­ρει το ό­νο­μά του), του μύ­στη της θρη­σκευ­τι­κής μου­σι­κής πα­ρά­δοσης Κο­μι­τάς και α­κό­μη πολ­λών προ­σω­πι­κο­τή­των που δια­τη­ρούν ζω­ντα­νή τη μνή­μη της ι­στο­ρι­κής, καλ­λι­τε­χνι­κής και πνευ­μα­τι­κής παρά­δο­σης.

Το Μου­σεί­ο της Αρ­με­νι­κής Γε­νο­κτο­νί­ας και το σε­μνό μνη­μεί­ο της 24ης Α­πρι­λί­ου 1915 στο λό­φο του Τζι­τζερ­να­γκα­πέρ­τ δεν α­φή­νουν κα­νέ­να ξέ­νο ε­πι­σκέ­πτη α­συ­γκί­νη­το. Ω­στό­σο, κά­θε ε­πί­ση­μη ή ιδιω­τι­κή ε­πί­σκε­ψη αρ­χί­ζει α­πό έ­να μνη­μεί­ο που πι­στο­ποιεί την α­γά­πη του Αρ­μέ­νιου για τα γράμ­μα­τα και τις τέ­χνες. Πρό­κειται για το Μα­ντενα­τα­ράν, έ­να μονα­δι­κό μου­σεί­ο χει­ρο­γρά­φων. Ε­δώ φυ­λάσ­σο­νται πάνω α­πό 20.000 χει­ρό­γρα­φα α­νε­κτί­μη­της ι­στο­ρι­κής και πνευ­μα­τι­κής α­ξί­ας, που χρο­νο­λο­γού­νται α­πό τον 5ο ως το 18ο αιώ­να. Τα πα­λαιό­τερα εί­ναι γραμ­μέ­να σε πέ­τρα, ξύ­λο και δέρμα ζώ­ων, τα νε­ό­τε­ρα εί­ναι στο­λι­σμέ­να πε­ρίτε­χνα, δε­μέ­να με πο­λύ­τι­μα μέ­ταλ­λα και λί­θους. Τα χει­ρό­γρα­φα αυ­τά εί­ναι ξε­χω­ρι­στά για τους Αρ­με­νί­ους, ό­χι μό­νο για­τί ε­ξι­στο­ρούν την πα­γκό­σμια ε­ξέ­λι­ξη του αν­θρώ­πι­νου πνεύ­μα­τος, αλλά και για­τί α­ντι­προ­σω­πεύ­ουν τα συ­γκε­κρι­μέ­να σύμ­βο­λα της γέ­νε­σής τους. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα εί­ναι γραμ­μέ­να στο ε­θνι­κό αλ­φά­βη­το, το ο­ποί­ο ε­πι­νό­η­σε τον 5ο αιώ­να ο μο­να­χός Μεσρόπ Μα­στότ­ς.

Η πό­λη δια­τη­ρεί τη γο­η­τεί­α της α­πλής, α­νε­πι­τή­δευ­της ζω­ής που α­πο­τε­λεί πια τρυ­φε­ρή α­νά­μνη­ση πε­ρα­σμέ­νων δε­κα­ε­τιών για την Ελ­λά­δα. Οι Αρ­μέ­νιοι εί­ναι γε­νι­κά παροι­μιώ­δεις στη φι­λο­ξε­νί­α τους, α­κού­ρα­στοι στις προ­πό­σεις, πά­ντα α­γέ­ρω­χοι και πε­ρή­φα­νοι, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τις στε­ρή­σεις και την οικο­νο­μι­κή λι­τό­τη­τα που εί­ναι α­κό­μη ο­ρα­τή στην πό­λη. Πέ­ρα α­πό τα δη­μό­σια μέ­σα συ­γκοι­νω­νί­ας, στα ο­ποί­α συ­γκα­τα­λέ­γο­νται πα­μπά­λαια λε­ω­φο­ρεί­α και έ­να με­τρό η­λι­κί­ας εί­κο­σι ε­τών με λι­γο­στούς σταθ­μούς, στο Ε­ρε­βάν υ­πάρ­χουν α­κό­μη σχε­τι­κά λί­γα αυ­το­κί­νη­τα. Τρα­βούν την προ­σο­χή, ό­χι μό­νο για­τί συ­χνά περ­νούν … με κόκ­κι­νο, αλ­λά και για­τί ό­ταν εί­ναι σταθ­μευ­μέ­να, τα κα­πό τους συ­χνά χρη­σι­μο­ποιού­νται σαν τραπε­ζά­κια γύ­ρω α­πό τα ο­ποί­α πα­ρέ­ες Αρ­με­νί­ων μα­ζεύ­ο­νται για να παί­ξουν σκά­κι!

Η πο­λύ­βου­η σκε­πα­στή α­γο­ρά με τις ξε­χω­ρι­στές γεύ­σεις και μυ­ρω­διές, τα φρέ­σκα φρού­τα και λα­χα­νι­κά της, τα πα­στά χοι­ρι­νά, τα τυ­ριά - ό­λα τα­κτο­ποι­η­μέ­να με ε­πι­μέ­λεια στους με­γά­λους ξύ­λι­νους πά­γκους, ό­πως και το α­τε­λεί­ω­το υ­παί­θριο πα­νη­γύ­ρι στο πάρ­κο του Βερ­νι­σάζ, δί­πλα στην Πλα­τεί­α Δη­μο­κρα­τί­ας, ό­που μπο­ρεί να βρει κά­ποιος α­πό ερ­γα­λεί­α χει­ρός, α­νταλ­λα­κτι­κά αυ­το­κι­νή­των, εί­δη οι­κια­κής χρή­σης μέ­χρι χει­ρο­ποί­η­τα χα­λιά, ξυ­λό­γλυ­πτα α­ντι­κεί­με­να, πα­λιά βι­βλί­α και πί­να­κες ζω­γρα­φι­κής σύγ­χρο­νων Αρ­με­νί­ων καλ­λι­τε­χνών, α­πο­τελούν μο­να­δι­κά α­ξιο­θέ­α­τα. Στα γρα­φι­κά αρ­μενι­κά ε­στια­τό­ρια με την πα­ρα­δο­σια­κή κου­ζί­να και μου­σι­κή μην α­φή­σε­τε να σας ξε­φύ­γει το χο­ρο­βάτ­ς (νο­στι­μό­τα­το κρέ­ας ψη­μέ­νο στα κάρ­βου­να) και το γευ­στι­κό­τα­το ψά­ρι ι­σχάν της λί­μνης Σε­βάν.

Στο Ε­ρε­βάν σι­ντρι­βά­νια στο­λί­ζουν με­γα­λό­πρε­πα κά­θε πλα­τεί­α και τε­τρά­γω­νο. Στο κέ­ντρο της πό­λης η λε­γό­με­νη Λί­μνη των Κύ­κνων, μι­κρο­γραφί­α της μο­να­δι­κής λί­μνης της Αρ­με­νί­ας, της λί­μνης Σε­βάν, συ­γκε­ντρώ­νει κα­θη­με­ρι­νά κυ­ρί­ως τους μι­κρούς Αρ­μέ­νιους που α­να­ζη­τούν στις ό­χθες της αλ­λά και μέ­σα στα νε­ρά της την ξε­νοια­σιά και το παι­χνί­δι.

Πό­λη της ε­πι­στή­μης και της τέ­χνης, το Ε­ρε­βάν προ­σφέ­ρει α­πλόχε­ρα στους ε­πισκέ­πτες του την ευ­και­ρί­α να έρ­θουν σε ε­πα­φή με τους πνευ­μα­τικούς θη­σαυ­ρούς του. Η Ε­θνι­κή Πι­να­κο­θή­κη είναι έ­να α­πό τα με­γα­λύ­τε­ρα καλ­λι­τε­χνι­κά θησαυ­ρο­φυ­λά­κια του κό­σμου, ό­που ε­κτί­θε­νται δη­μιουρ­γί­ες σπου­δαί­ων ζω­γρά­φων απ’ ό­λο τον κόσμο, κα­θώς και α­ρι­στουρ­γή­μα­τα των Αρ­μενί­ων ζω­γρά­φων Α­ϊ­βα­ζόφ­σκι, Α­τα­μιάν, Ζαρ­τα­ριάν, Αβε­ντι­σιάν, Τα­τε­ο­σιάν. Δύ­ο ε­πί­σης διά­ση­μα μου­σεί­α εί­ναι αυ­τά του Μαρ­τι­ρός Σα­ριάν, πατριάρ­χη της αρ­με­νι­κής ζω­γρα­φι­κής, και του ι­διο­φυούς σκη­νο­θέ­τη Σερ­γκέ­ι Πα­ρα­τζά­νοφ.

Το με­γα­λό­πρε­πο Α­ραράτ, ύ­ψους 5.165 μέ­τρων, με τους αιώ­νιους πα­γε­τώ­νες στην κο­ρυ­φή, βρί­σκε­ται 50 χι­λιό­με­τρα νο­τιο­δυ­τι­κά του Ε­ρε­βάν και η θέ­α του εί­ναι ε­πι­βλη­τι­κή από ό­λα τα ση-μεί­α της πό­λης. Οι Αρ­μέ­νιοι δι­η­γού­νται την πα­ρα­κά­τω ι­στο­ρί­α: με­τά το ρω­σο-τουρ­κι­κό πό­λε­μο του 1876-1877, ο τσά­ρος Α­λέ­ξαν­δρος Β΄ περ­νώ­ντας από το Ε­ρε­βάν πε­ρί­με­νε ά­δι­κα ε­πί μέ­ρες να δια­λυ­θούν τα σύν­νε­φα και να θαυ­μά­σει τις κο­ρυ­φές του πε­ρί­φη­μου βου­νού. Α­πο­γο­ητευ­μέ­νος πή­ρε το δρό­μο της ε­πι­στρο­φής και ό­ταν έ­φθα­σε στη λί­μνη Σε­βάν, τό­τε μόνο α­πο­κα­λύ­φθη­κε η θέ­α του Α­ρα­ράτ, ο ί­διος ό­μως δεν έ­στρε­ψε το βλέμ­μα, λέ­γο­ντας: «α­φού τό­σες μέ­ρες δεν με ά­φη­σες να σε δω, κι ε­γώ δεν θα γυ­ρί­σω να σε κοι­τά­ξω». Το χι­λιο­τρα­γου­δι­σμέ­νο α­πό ποι­η­τές και τη λα­ϊ­κή μού­σα, το φι­λο­τε­χνη­μέ­νο α­πό ζω­γρά­φους, το ε­θνι­κό σύμ­βο­λο της Αρ­με­νί­ας, Αρα­ράτ, προ­κα­λεί θλί­ψη και συ­γκί­νη­ση στους Αρ­με­νί­ους, α­φού σή­με­ρα βρί­σκε­ται κά­τω α­πό τουρ­κι­κή κα­τοχή.

Η ει­κό­να της πό­λης μπο­ρεί να φαί­νεται ει­δυλ­λια­κή σε έ­ναν α­νυ­πο­ψί­α­στο του­ρί­στα, ω­στό­σο τα ση­μά­δια της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης που μα­στί­ζει τη χώ­ρα ε­δώ και μια δεκα­ε­τί­α εί­ναι εμ­φα­νή στις πα­ρυ­φές της πό­λης και στα χω­ριά. Η πα­ρα­οι­κο­νο­μί­α και το φαι­νό­με­νο της μα­φί­ας, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ό­λων των Δη­μο­κρα­τιών της πρώ­ην Σο­βιε­τι­κής Έ­νω­σης, κα­θο­ρί­ζουν σε με­γά­λο βαθ­μό τη ζω­ή των κα­τοί­κων. Α­πό τό­τε που ξε­κί­νη­σαν οι οι­κο­νο­μι­κές μεταρ­ρυθ­μί­σεις, εντά­θη­καν και οι α­νι­σό­τη­τες α­νά­με­σα σε έ­να πλή­θος «νε­ό­πτω­χων» (δια­νο­ου­μέ­νων, συ­ντα­ξιού­χων, α­νέρ­γων, α­να­πή­ρων, προ­σφύ­γων, σει­σμο­πλή­κτων) που φθεί­ρο­νται από την κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή, και α­λα­ζό­νων και ε­πι­δει­κτι­κών «νε­ό­πλου­των» (με­σα­ζό­ντων, νέ­ων ερ­γο­λάβων, αν­θρώ­πων νο­μεν­κλα­τού­ρας). Άν­θρω­ποι που άλ­λο­τε έ­χαι­ραν κύ­ρους και σε­βα­σμού ό­πως ε­ρευ­νη­τές, εκ­παι­δευ­τι­κοί, στρα­τιω­τι­κοί περ­νούν ά­σχη­μα, με έ­να πε­νι­χρό ει­σό­δη­μα τριά­ντα δο­λα­ρί­ων το μή­να κι έ­να α­βέ­βαιο μέλ­λον.

Α­πό το 1995 και με­τά, ο­ρι­σμέ­νοι πα­ρα­τη­ρη­τές κά­νουν λό­γο για μια μι­κρή α­νά­καμψη της οι­κο­νο­μί­ας και για ε­πι­βρά­δυν­ση του πλη­θω­ρι­σμού. Ση­μειώ­νουν την ε­πι­τά­χυν­ση του ρυθ­μού των ι­διω­τι­κο­ποι­ή­σε­ων, τον πολ­λα­πλα­σια­σμό των συ­νε­ται­ρι­σμών και μι­κρών ε­μπο­ρι­κών ε­πι­χει­ρή­σε­ων, τη λει­τουρ­γί­α και­νούρ­γιων ερ­γοστα­σί­ων (φαρ­μα­κευ­τι­κών προ­ϊ­ό­ντων, τε­χνο­λο­γί­ας αιχ­μής κ.λ.π.). Οι κά­τοι­κοι της χώρας, λέ­νε, μπο­ρεί να είναι φτω­χοί - το κα­τά κε­φα­λήν α­κα­θά­ρι­στο ε­θνι­κό προ­ϊ­όν μό­λις φθά­νει τα 700 δο­λά­ρια - αλ­λά εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά ει­δι­κευ­μέ­νοι. Το ε­πί­πε­δο μόρ­φω­σης στην Αρ­με­νί­α εί­ναι πολύ υ­ψη­λό και οι μι­σθοί πο­λύ χα­μη­λοί, ι­δα­νι­κός συν­δυα­σμός για έ­ναν υ­πο­ψή­φιο ε­πεν­δυ­τή.

Το Ε­τσμια­τζίν, που α­πέ­χει 20 χι­λιό­με­τρα από την πρω­τεύ­ου­σα, κο­ντά στο α­ε­ρο­δρό­μιο «Ζβαρ­τνότ­ς», θε­ω­ρεί­ται το κέ­ντρο της Αρ­με­νι­κής Α­πο­στο­λι­κής Εκ­κλη­σί­ας. Σύμ­φω­να με τον ι­στορι­κό Α­γα­θάγ­γε­λο, η μι­κρή αυ­τή πό­λη α­πέ­κτη­σε ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σί­α ό­ταν η Αρ­με­νί­α α­να­κή­ρυ­ξε το χρι­στια­νι­σμό ε­πί­ση­μη θρη­σκεί­α του κρά­τους ύ­στε­ρα α­πό έ­να ό­ρα­μα του Γρη­γο­ρί­ου του Φω­τι­στή, που εί­δε τον Ι­η­σού Χρι­στό να κα­τε­βαί­νει α­πό τον ου­ρα­νό και να δεί­χνει το ση­μεί­ο ό­που, το 301, θε­με­λιώ­θη­κε η Α­γί­α Έ­δρα στη θέση α­κρι­βώς που ή­ταν έ­νας ει­δω­λο­λα­τρι­κός ναός (Ε­τσμια­τζίν στα αρ­με­νι­κά ση­μαί­νει «κά­θο­δος του Μο­νο­γε­νούς»). Κο­ντά στον πρώ­το να­ό κτί­στη­καν αρ­γό­τε­ρα α­κό­μα δύ­ο εκ­κλη­σί­ες, ι­διαί­τε­ρης θρη­σκευ­τι­κής και αρ­χι­τε­κτο­νι­κής α­ξί­ας, στη μνή­μη των Ρω­μαί­ων παρ­θέ­νων που μαρ­τύ­ρη­σαν στην Αρ­με­νί­α, Α­γί­ας Χρι­ψιμέ και Α­γί­ας Κα­για­νέ. Ε­πί πολ­λούς αιώ­νες, το Ε­τσμια­τζίν υ­πήρ­ξε το ε­θνι­κο­πο­λι­τι­κό κέ­ντρο του στε­ρη­μέ­νου α­πό την α­νε­ξαρ­τη­σί­α του και δια­σκορ­πι­σμέ­νου α­νά τον κό­σμο αρ­με­νι­κού λα­ού. Στά­θη­κε η­γε­τι­κή δύ­να­μη σε ό­λους τους α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κούς α­γώ­νες του αρ­με­νι­κού έ­θνους και οι συμ­φω­νί­ες που συ­νή­ψε με ξέ­νες κυ­βερ­νή­σεις και εκ­κλη­σί­ες έ­γι­ναν χρυ­σοί κα­νό­νες για τον αρ­με­νι­κό λα­ό.

Η χώ­ρα εί­ναι ο­νο­μα­στή για τα κρα­σιά και το πε­ρί­φη­μο κο­νιάκ της, που ο ε­πι­σκέ­πτης δεν πρέ­πει να πα­ρα­λεί­ψει να πά­ρει μα­ζί του α­πο­χαι­ρε­τώ­ντας την πό­λη. Α­πό το α­ε­ρο­δρό­μιο, θα κρα­τή­σει α­κό­μα μια α­νά­μνη­ση. Εί­ναι η ί­δια ει­κό­να που συ­να­ντά φθά­νο­ντας στο Ε­ρε­βάν: άν­θρω­ποι που έ­χουν έρ­θει να προ­ϋ­πα­ντή­σουν ή να ξε­προ­βο­δί­σουν κά­ποιον συγ­γε­νή ή φί­λο κρα­τούν και του προ­σφέ­ρουν μπου­κέ­τα τρια­ντά­φυλ­λα…

 

*Α­να­δη­μο­σί­ευ­ση άρ­θρου α­πό το ε­βδο­μα­διαί­ο πε­ριο­δι­κό Γε­ω­τρό­πιο της «Ε» (τεύ­χος 199/ 31.1.2004) .

 

Πηγή: armenika.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Αρμενικά μνημεία στο Μελκονιάν

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ-ΜΙΧΑΗΛ ΧΑΤΖΗΛΥΡΑΣ
Εκπρόσωπος Τύπου του Εκπροσώπου των Αρμενίων στη Βουλή κ. Βαρτκές Μαχτεσιάν

 

Μετά την καλοκαιρινή ανάπαυλα, συνεχίζουμε από το προηγούμενό μας άρθρο, το οποίο αναφερόταν στα αρμενικά μνημεία που βρίσκονται στην περιοχή της Λευκωσίας, για να εξετάσουμε τα αρμενικά μνημεία που βρίσκονται στον χώρο του Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου Μελκονιάν.

Ανάμεσα στα ιστορικά δίδυμα κτίρια του Μελκονιάν βρίσκεται το καλλιμάρμαρο μαυσωλείο των «αθάνατων ευεργετών Κρικόρ Μελκονιάν (1842-1920) και Καραμπέτ Μελκονιάν (1849-1934)», το οποίο είναι κατασκευασμένο πάνω από τους τάφους των αδελφών Μελκονιάν. Καθώς στα δεξιά του μαυσωλείου βρισκόταν το κτίριο των αγοριών και στα αριστερά το κτίριο των κοριτσιών, στις αντίστοιχες πλευρές του περιέχει ανάγλυφες παραστάσεις από μαθητές και μαθήτριες.

Στη μέση υπάρχει μια ανάγλυφη παράσταση που μοιάζει με χατσκάρ (σταυρόπετρα), ενώ πάνω από τις δύο στήλες του βρίσκονται οι μπρούντζινες προτομές των δύο αδελφών. Το μαυσωλείο σχεδίασαν ο Γαλλοαρμένιος γλύπτης Leon Mouradoff και ο επίσης Γαλλοαρμένιος αρχιτέκτονας Mardiros Altounian. Η θεμέλια λίθος του μαυσωλείου τοποθετήθηκε στις 24 Απριλίου 1954 από τον Επίσκοπο Γεβόντ Τσεμπεγιάν, ο οποίος το αποκάλυψε επίσημα στις 15 Ιανουαρίου 1956.

Το μαυσωλείο πλαισιώνουν άνθη και φυτά και αποτελεί σημείο σύναξης των απανταχού Μελκονιαντσί (αποφοίτων του Μελκονιάν) στις διάφορες συνεστιάσεις που πραγματοποιούν στην Κύπρο, καθώς και αρκετών μελών της αρμενοκυπριακής κοινότητας την Κυριακή που πέφτει πιο κοντά στις 15 Ιανουαρίου, ημέρα των ευεργετών. Προηγουμένως, στον ίδιο περίπου χώρο, υπήρχε ένα ξύλινο οκταγωνικό μαυσωλείο, το οποίο είχαν φτιάξει οι μαθητές της σχολής το 1935.

Εντοιχισμένα πάνω στα δίδυμα κτίρια, στα αριστερά και δεξιά του μαυσωλείου, βρίσκονται δύο μνημεία από πουρόπετρα: το ένα είναι αφιερωμένο στο Αρμενικό Αλφάβητο και το άλλο είναι μία σύνθεση η οποία θυμίζει το άγαλμα «Μητέρα Αρμενία», με ένα ξίφος, έναν καλλιτεχνικό κύκλο με σταυρό στη μέση και μια επιγραφή από το πρώτο εδάφιο της Σοφίας του Σολομώντος στην Αγία Γραφή, το οποίο -σύμφωνα με την παράδοση- είναι η πρώτη πρόταση που γράφτηκε στα Αρμενικά από τον Άγιο Μεσρόπ Μαστότς. Τα μνημεία αυτά κατασκευάστηκαν μεταξύ 1979-1980 από τον Αρμενοκύπριο καλλιτέχνη Σεμπούχ Απκαριάν, με τη βοήθεια του καλλωπιστικού ομίλου του Μελκονιάν, χρησιμοποιώντας πουρόπετρα που είχε απομείνει από την κατασκευή των κτιρίων της σχολής μεταξύ 1924-1926.

Αρχικά αποτελούσαν δίδυμο μνημείο και τοποθετήθηκαν στο σταυροδρόμι του νοσοκομείου του Μελκονιάν, περίπου πίσω από τα καινούργια κτίρια, και τα εγκαίνιά τους τέλεσε στις 8 Μαΐου 1981 ο Πρόεδρος του AGBU (Αρμενική Γενική Ένωση Αγαθοεργίας) Αλέκ Μανουκιάν. Με την πώληση τμήματος της έκτασης του Μελκονιάν, αναδιαμορφώθηκαν και τοποθετήθηκαν στη σημερινή τους θέση το 1987. Αξίζει να αναφέρουμε ότι το μνημείο για το Αρμενικό Αλφάβητο τοποθετήθηκε δίπλα από την είσοδο της βιβλιοθήκης του Μελκονιάν.

Μερικά μέτρα πίσω από το μαυσωλείο, υπάρχει ένας κυκλικός κήπος, στη μέση του οποίου βρίσκεται η αμμολίθινη προτομή του Αγίου Μεσρόπ Μαστότς να κρατά ένα βιβλίο με τα πρώτα δύο γράμματα του αρμενικού αλφαβήτου. Πιο πίσω, μπροστά από το νέο σύμπλεγμα του οικοτροφείου, βρίσκεται μια σειρά από 6 αμμολίθινες προτομές, που απεικονίζουν σημαντικούς πυλώνες της αρμενικής ιστορίας και γραμμάτων: από βόρεια προς νότια ο ζωγράφος Χοβαννές Αϊβαζόφσκι, ο τυπογράφος Χακόπ Μεγαπάρτ, ο μουσικοσυνθέτης Αρχιμανδρίτης Κομιτάς, ο εθνικός ήρωας Στρατηγός Αντρανίκ, ο ποιητής Βαχάν Τεκεγιάν και ο ιστορικός Μοβσές Χορενατσί. Τις αμμολίθινες αυτές προτομές φιλοτέχνησε στον χώρο του Μελκονιάν ο Αρμένιος γλύπτης Λεβόν Τοκματζιάν μεταξύ 1990-1991, κατά παραγγελία του Διευθυντή Βαχέ Καπουτσιάν.

Την ίδια περίοδο, ο Λεβόν Τοκματζιάν λάξευσε και το μαρμάρινο άγαλμα του Προέδρου του AGBU Αλέκ Μανουκιάν, το οποίο τοποθετήθηκε μπροστά από το νέο σύμπλεγμα του οικοτροφείου. Παλαιότερα υπήρχε ένα σιντριβάνι ακριβώς πίσω από το άγαλμα αυτό, το οποίο αφαιρέθηκε σε κατοπινά χρόνια για υγειονομικούς λόγους.

 

Πηγή: sigmalive.com

Διαβάστε περισσότερα...
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Στον διαδικτυακό τόπο μας χρησιμοποιούμε Cookies με σκοπό τη βελτίωση της online εμπειρίας σας. Επιλέγοντας να συνεχίσετε την περιήγησή σας σε αυτόν, αποδέχεστε αυτομάτως τη χρήση των cookies. Περισσότερα...

Πολιτική Απορρήτου - Όροι Χρήσης - Περιορισμός Ευθύνης - Επικοινωνία Σχετικά με Προσωπικά Δεδομένα
Αποδέχομαι

Newsletter