Menu

Χριστουγεννιάτικα κάλαντα από τους Αρμενίους της Κομοτηνής την ημέρα των Φώτων

Τα είπαν με συνοδεία οργάνων στον δήμαρχο Γιώργο Πετρίδη, στον αντιπεριφερειάρχη Παύλο Δαμιανίδη κι επισκέφθηκαν στα σπίτια τους τον περιφερειάρχη Άρη Γιαννακίδη, τον πρ. υπουργό Γιώργο Πεταλωτή, τη Νατάσσα Λιβεριάδου.

Κρατώντας την παράδοση τα μέλη της Αρμενικής κοινότητας Κομοτηνής έψαλλαν στα αρμενικά τα παραδοσιακά κάλαντα των Χριστουγέννων που συμπίπτουν με τα φώτα των Ορθοδόξων. Με ακορντεόν κι άλλα όργανα μια πολυπληθής ομάδα κινήθηκε στην περιοχή του Αρμενιού, έψαλλε τα κάλαντα σε πολλά σπίτια μελών της αρμενικής παροικίας αλλά και στις αρχές της περιοχής.

 

 Ο δήμαρχος Γιώργος Πετρίδης τους περίμενε στο δημαρχείο όπου και  άκουσε τα κάλαντα δίνοντας εγκάρδιες ευχές και προσφέροντας κεράσματα, ο αντιπεριφερειάρχης Παύλος Δαμιανίδης τους δέχθηκε επίσης στο επίσημο γραφείο του και μετά έβαλε τον οβολό του στο καλαθάκι ενώ χαιρέτησε όλους έναν ένα προσωπικά. Στα σπίτια τους άκουσαν τα αρμένικα κάλαντα η Νατάσα Λιβεριάδου αλλά και ο περιφερειάρχης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης  Άρης Γιαννακίδης που ήταν με την σύζυγό του Σταυρούλα και την κόρη του . Στο σπίτι τους επίσης άκουσαν τα κάλαντα ο πρ. υπουργός Γιώργος Πεταλωτής με την σύζυγό του Κλεοπάτρα και την κόρη τους Αλεξάνδρα απ όπου και το φωτορεπορτάζ του «Χ».

 

 

 

Πηγή: xronos.gr

 

Η αρμενική παροικία κλείνει τα ενενήντα


Όταν φύσαγε ο Λεβάντες πάνω από το Αιγαίο και έφερνε τις μυρωδιές και τα αρώματα της Ανατολής στις «σκοτεινές και κρύες συνοικίες των φτωχών αγγέλων με τους λασπωμένους δρόμους» όπως χαρακτήριζε το Δουργούτι και την Κοκκινιά ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος, οι πρόσφυγες σήκωναν το κεφάλι τους ταξίδευαν νοερά στις χαμένες πατρίδες και έλεγαν ο ένας στον άλλον, «σύντομα θα έρθει η μέρα που θα επιστρέψουμε». Δυστυχώς, αυτή η μέρα εδώ και 90 χρόνια δεν ήρθε ποτέ...

Η νε­ό­τε­ρη ι­στο­ρί­α των αρ­με­νι­κών πα­ροι­κιών στον ελ­λη­νι­κό χώ­ρο μπο­ρεί να χω­ρι­στεί σε δυο χρο­νι­κές ε­νό­τη­τες. Η πρώ­τη α­πλώ­νε­ται την πε­ρί­ο­δο της Τουρ­κο­κρα­τί­ας, για την ο­ποί­α υ­πάρ­χουν γε­νε­α­λο­γι­κές α­να­φο­ρές με­ρι­κών πα­λαιών αρ­με­νι­κών οι­κο­γε­νειών, σπο­ρα­δι­κές ι­στο­ρι­κές μαρ­τυ­ρί­ες και φυ­σι­κά ο πιο α­διαμφι­σβή­τη­τος μάρ­τυ­ρας: οι τρεις πα­λαιό­τε­ρες αρμε­νι­κές εκ­κλη­σί­ες στην Ελ­λά­δα. Πρό­κει­ται για να­ούς στο Η­ρά­κλειο της Κρή­της που χρο­νο­λο­γεί­ται στα 1669, στο Δι­δυ­μό­τει­χο (χτι­σμέ­νη το 1735) κα­θώς και στην Κο­μο­τη­νή (χτί­στη­κε το 1834). Πα­ρό­λα αυ­τά ο α­πο­σπα­σμα­τι­κός χα­ρα­κτή­ρας των πλη­ρο­φο­ριών που α­να­φέ­ρο­νται στην ε­πο­χή ε­κεί­νη δεν μας ε­πι­τρέ­πει να εμ­βαθύ­νου­με και να την ε­ξε­τά­σου­με εν­δε­λε­χώς.

Η δεύ­τε­ρη πε­ρί­ο­δος, η ο­ποί­α εί­ναι σα­φώς και η πιο δη­μιουρ­γι­κή, ξε­κι­νά­ει πε­ρί τα τέ­λη του 19ου αιώ­να ό­ταν στα 1875 ε­γκα­ταστά­θη­καν στη Θεσ­σα­λο­νί­κη με­ρι­κές δε­κά­δες Αρ­μενί­ων που υ­πη­ρε­τού­σαν ως διοι­κη­τι­κοί υ­πάλ­λη­λοι σε ο­θω­μα­νι­κούς κρα­τι­κούς μη­χα­νι­σμούς και ξέ­νες ε­ται­ρί­ες. Την ί­δια πε­ρί­που ε­πο­χή έ­νας μι­κρός α­ριθ­μός Αρ­με­νί­ων έ­φτα­σε στο Δε­δέ­α­γατ­ς (Α­λε­ξαν­δρού­πο­λη) για να α­πα­σχο­λη­θεί στα έρ­γα της ε­πέ­κτα­σης της σι­δη­ρο­δρο­μι­κής γραμ­μής Θεσ­σα­λο­νί­κη-Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, ε­νώ το 1891 ε­κα­το­ντά­δες Αρ­μέ­νιοι έ­μει­ναν για μι­κρό διά­στη­μα σε πρό­χει­ρα πα­ρα­πήγ­μα­τα στο Λου­τρά­κι, προκει­μέ­νου να ερ­γα­στούν στη διά­νοι­ξη της διώ­ρυ­γας του ι­σθμού της Κο­ρίν­θου. Ά­γνω­στος ε­πί­σης α­ριθ­μός πο­λι­τι­κών φυγά­δων και ε­πα­να­στα­τών κα­τέ­φυ­γε σε ελ­λη­νι­κές πε­ριο­χές (νη­σιά του Αι­γαί­ου, Κρή­τη και τον Πει­ραιά) με­τά τα δρα­μα­τι­κά γε­γο­νό­τα στο Κουμ-Κα­πί το 1890, τις σφα­γές του 1894-1896, την πρώ­τη δε­κα­ε­τί­α του 20ού αιώ­να και με­τά τις σφα­γές του 1915.

Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο ό­μως, τό­σο α­πό πλευ­ράς α­ριθ­μού ό­σο και συ­νε­πειών, κύ­μα Αρ­με­νί­ων με­τοι­κε­σιών προς την Ελ­λά­δα πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε α­μέ­σως με­τά τη Μι­κρα­σια­τι­κή κα­τα­στρο­φή το 1922. Ο α­ριθ­μός τους ξε­περ­νού­σε τις 80.000 και αν προ­στε­θούν τα 7.000 με 8.000 ορ­φα­νά Αρ­μενό­που­λα α­πό τα α­με­ρι­κα­νι­κά κυ­ρί­ως ορ­φα­νο­τρο­φεία και τα άλ­λα ξέ­να κέ­ντρα πε­ρί­θαλ­ψης της Τουρ­κί­ας, έ­φτα­σε τις 90.000 ψυ­χές. Ο πλη­θυ­σμός αυ­τός δια­σκορ­πί­στη­κε σε ό­λη σχεδόν την ελ­λη­νι­κή ε­πι­κρά­τεια, σχη­μα­τί­ζο­ντας μι­κρές και με­γά­λες κοι­νό­τη­τες α­πό τις ο­ποί­ες ό­μως μό­νο οι με­γά­λες συ­γκρο­τη­μέ­νες πα­ροι­κί­ες της Α­θή­νας, της Θεσ­σα­λο­νί­κης και της Θρά­κης (Ξάν­θη, Κο­μο­τη­νή) ε­πι­βί­ω­σαν.

Α­πό την πρώ­τη κιό­λας χρο­νιά της εγκα­τά­στα­σής τους στην Ελ­λά­δα μέ­χρι και το με­γά­λο ε­πα­να­πα­τρι­σμό του 1947 ο πλη­θυ­σμός των Αρ­με­νί­ων διαρ­κώς μειω­νό­ταν. Το 1924 έ­νας με­γά­λος α­ριθ­μός α­πό αυ­τούς, κα­θώς και τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό τα προ­α­να­φερ­θέ­ντα ορ­φανά, διο­χε­τεύ­θη­καν σε άλ­λες χώ­ρες. Έ­να χρό­νο με­τά και έ­πει­τα α­πό δι­ήμερη συμ­φω­νί­α της Ελ­λά­δας με την ΕΣ­ΣΔ, 3.000 Αρ­μένιοι της Ελ­λά­δας και ι­σά­ριθ­μοι Έλ­λη­νες της Σο­βιε­τι­κής Έ­νω­σης ε­πα­να­πα­τρί­στη­καν. Το 1931 με νέ­α ελ­λη­νο-σο­βιε­τι­κή συμ­φω­νί­α με­τα­φέρ­θη­καν με ελ­λη­νι­κά πλοί­α πε­ρί­που 8.000 Αρ­μέ­νιοι στο Βα­τούμ. Έ­τσι, με ό­λες αυ­τές τις α­να­χω­ρή­σεις ο α­ριθ­μός των εν Ελ­λά­δι Αρ­με­νί­ων λί­γο πριν τον πό­λε­μο δεν ξεπερ­νού­σε τις 50.000.

Αλ­λά η δρα­μα­τι­κό­τε­ρη μεί­ω­ση του πλη­θυσμού της πα­ροι­κί­ας έ­μελ­λε να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί την πε­ρί­ο­δο με­τα­ξύ 1946 και 1947, με τη με­γάλη πα­ναρ­με­νι­κή εκ­στρα­τεί­α για την παλιννό­στη­ση των Αρ­με­νί­ων της δια­σπο­ράς στη Σοβιε­τι­κή Αρ­με­νί­α. Με αλ­λε­πάλ­λη­λες, λοι­πόν, α­πο­στο­λές α­πό τον Πει­ραιά και τη Θεσ­σα­λο­νί­κη με­τα­νά­στευ­σαν α­πό την Ελ­λά­δα στη Σο­βιε­τι­κή Αρ­με­νί­α πε­ρί­που 20.000 ά­το­μα. Αν σ’ αυ­τούς προ­σθέ­σου­με και τις με­τοι­κε­σί­ες προς τις δυ­τι­κές χώ­ρες (Κα­να­δά και Ν. Α­με­ρι­κή) το αρ­με­νι­κό στοι­χεί­ο της Ελ­λά­δας περιο­ρί­στη­κε στα τέ­λη του ’50 στα 15.000 ά­το­μα.

Ως τις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του ’60, η οι­κο­νο­μι­κή και κοι­νω­νι­κή ε­ξέ­λι­ξη των Αρ­με­νί­ων της Ελ­λά­δας α­κο­λού­θη­σε δρό­μους πα­ράλ­λη­λους με ε­κεί­νους των Ελλή­νων προ­σφύ­γων που ε­γκα­τα­στά­θη­καν στις πό­λεις. Αν ε­ξαι­ρε­θούν λί­γες ε­κα­το­ντά­δες που διέ­με­ναν σε α­κρι­βές συ­νοι­κί­ες και εί­χαν α­πο­κα­τα­στα­θεί οι­κο­νο­μι­κά, η πλειο­ψη­φί­α μοι­ρα­ζό­ταν με τους Έλ­λη­νες τις ί­διες προ­βλημα­τι­κές συνθή­κες δια­βί­ω­σης σε νε­ό­τευ­κτες φτω­χι­κές συ­νοικί­ες της πε­ρι­φέ­ρειας των με­γά­λων πό­λε­ων, με­τα­ξύ των ο­ποί­ων η Α­θή­να (Δουρ­γούτι, Και­σα­ρια­νή, Πε­ρι­στέ­ρι), ο Πει­ραιάς (Κοκ­κι­νιά, Αγ. Διο­νύ­σιο, Τα­μπούρια, Λι­πά­σμα­τα) και η Θεσ­σα­λο­νί­κη (Κα­λα­μαριά, Χα­ρι­λά­ου, Κά­τω Τού­μπα, Χαρ­μαν­κιο­ΐ, Συκιές).

Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι άλ­λω­στε το γε­γονός, ό­τι για ο­ρι­σμέ­νες α­πό αυ­τές τις συ­νοι­κί­ες εί­χαν δο­θεί εν­δει­κτι­κές λα­ϊ­κές προ­σω­νυ­μί­ες ό­πως «Αρ­μέ­νι­κα» για το Δουρ­γού­τι και «Αρ­με­νο­χώ­ρι» για τις Συ­κιές στη Θεσ­σα­λο­νί­κη.

Τη δε­κα­ε­τί­α του ’60 η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φί­α των Αρ­με­νί­ων ή­ταν λί­γο πο­λύ οι­κο­νο­μι­κά α­πο­κα­τα­στη­μέ­νοι, κοι­νω­νι­κά εν­σω­μα­τω­μέ­νοι και νο­μι­κά κα­το­χυ­ρω­μέ­νοι (α­πό το 1968 ό­λοι εί­χαν λά­βει την ελ­λη­νι­κή ι­θα­γέ­νεια). Πα­ρα­κά­τω θα ε­πι­χει­ρή­σου­με μια πιο διε­ξο­δι­κή κα­τα­γρα­φή των αρ­με­νικών κοι­νοτή­των σε ό­λη την ελ­λη­νι­κή ε­πι­κρά­τεια.

Κα­βά­λα:

Μέ­χρι το 1922 στην πε­ριο­χή κα­τοικού­σαν μό­λις μερι­κές δε­κά­δες Αρ­με­νί­ων. Με­τά τη Μι­κρα­σια­τι­κή κα­τα­στρο­φή έ­φθα­σαν στην Κα­βά­λα 1.500 Αρ­μέ­νιοι. Την ί­δια ε­πο­χή ε­κεί ε­γκα­τα­στά­θη­κε και η έ­δρα της οργά­νω­σης Near East Relief, στην ο­ποί­α φι­λο­ξε­νού­νταν με­ρι­κές ε­κα­το­ντά­δες ορ­φα­νών. Ό­σο περ­νού­σε ο χρό­νος, ο πλη­θυ­σμός της κοι­νό­τη­τας μειω­νό­ταν διαρ­κώς, φτά­νο­ντας τους 800 κα­τοί­κους τη δε­κα­ε­τί­α του ’30 και μό­λις τους 150 το 1947. Τώ­ρα πια δεν ξε­περ­νά τις με­ρι­κές δε­κά­δες. Η πό­λη δια­θέ­τει μέ­χρι και σή­με­ρα αρ­με­νι­κή εκ­κλησί­α, την ο­ποί­α εί­χε α­γο­ρά­σει η κοι­νό­τη­τα το 1932 και α­πό εκ­κλη­σί­α Α­πο­στό­λου Παύ­λου ό­πως ο­νο­μα­ζό­ταν, με­το­νο­μά­στη­κε σε Σουρ­π Χατ­ς (Τι­μί­ου Σταυ­ρού)

Δρά­μα-Σέρ­ρες:

Κα­τά την προ­πο­λε­μική πε­ρί­ο­δο στις δύ­ο αυ­τές περιο­χές ζού­σαν πε­ρί­που 1.000 Αρ­μέ­νιοι (Δράμα 700 και Σέρ­ρες 300 κά­τοι­κοι), οι ο­ποί­οι εί­χαν α­να­πτύ­ξει έ­ντο­νη κοι­νω­νι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα μέ­χρι και το 1947. Ο ε­πα­να­πα­τρι­σμός, ω­στό­σο, ε­ρή­μωσε τα πα­ρα­πά­νω μέ­ρη α­πό το αρ­με­νι­κό στοι­χεί­ο.

Α­λε­ξαν­δρού­πο­λη:

Οι Αρ­μέ­νιοι έφτα­σαν στο τό­τε ε­πο­νομα­ζό­με­νο Δε­δέ­α­γατ­ς πο­λύ πριν το 1922 και το 1875 θεμε­λί­ω­σαν την εκ­κλη­σί­α του Σουρ­π Κα­ρα­μπέτ (Αγ. Πρό­δρο­μος) που ήταν η πρώ­τη χριστια­νι­κή της πό­λης, ε­νώ πέ­ντε χρόνια αρ­γό­τε­ρα δί­πλα στο να­ό ι­δρύ­θη­κε και έ­να σχο­λεί­ο. Τα α­νε­ξί­τη­λα ση­μά­δια του στη ζω­ή της κοι­νό­τη­τας ά­φη­σε ο ποι­η­τής Γκα­ρα­βα­ρέ­ντς που έ­ζη­σε ε­κεί με­τα­ξύ του 1924 και 1930. Μέ­χρι το 1947 η κοι­νό­τη­τα α­ριθ­μού­σε πε­ρί­που 800 ά­το­μα, ε­νώ τη δε­κα­ε­τί­α του ’60 ο α­ριθ­μός των κα­τοί­κων μειώ­θη­κε στους 150. Σή­με­ρα δεν ξε­περ­νά τους 30.

Δι­δυ­μό­τει­χο:

Σύμ­φω­να με αρ­χαιο­λο­γι­κά ευ­ρή­μα­τα (τα­φό­πε­τρες κ.ά), στην πε­ριο­χή έ­με­ναν Αρ­μέ­νιοι α­πό τον 17ο αιώ­να. Το 1735 τους πα­ρα­χω­ρή­θη­κε α­πό τους Έλ­λη­νες της πό­λης η εκ­κλη­σί­α του Αγ. Γε­ωρ­γί­ου, στη θέ­ση της ο­ποί­ας α­νε­γέρ­θη η εκ­κλη­σί­α της κοι­νό­τη­τας με την ί­δια ο­νομα­σί­α στην αρ­με­νι­κή γλώσ­σα (Σουρ­π Κε­βόρκ). Μέ­χρι τον πό­λε­μο ο α­ριθ­μός τους έφθα­νε τους 150, με­τά τον ε­πα­να­πα­τρι­σμό αυ­τός μειώ­θη­κε στους 60 και σή­μερα φθάνει μό­λις τους 30 Αρ­μέ­νιους κα­τοί­κους.

Ο­ρε­στιά­δα:

Η ε­κεί κοι­νό­τητα δη­μιουρ­γή­θη­κε το 1920, ό­ταν στην περιο­χή μα­ζί με τους Έλ­λη­νες πρό­σφυ­γες ε­γκα­τα­στά­θη­καν και Αρ­μέ­νιοι, έ­πει­τα από την προ­σάρ­τη­ση της πε­ριο­χής στην Ελ­λά­δα. Ά­μα τη α­φή­ξει τους έ­φθα­ναν τους 100, ε­νώ με τον και­ρό ο α­ριθ­μός τους μειώ­θη­κε στους 40. Σή­με­ρα δεν ξε­περ­νά­ει τους 20 κα­τοί­κους.

Κο­μο­τη­νή:

Αρ­μέ­νιοι εί­χαν ε­γκα­τα­στα­θεί στην πό­λη α­πό το 17ο αιώνα, σύμ­φω­να με α­ξιό­πι­στες μαρ­τυ­ρί­ες. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό αυ­τούς ή­ταν έ­μπο­ροι α­πό την Α­δρια­νού­πο­λη και την Ο­δησ­σό και κα­τοι­κού­σαν στο α­να­το­λι­κό μέρος της πό­λης, ό­που το 1834 θε­με­λιώ­θηκε η εκ­κλη­σί­α του Σουρ­π Κρι­κόρ Λουσα­βο­ρίτ­ς (Αγ. Γρη­γο­ρί­ου του Φω­τι­στή). Μέ­χρι το 1922 ο α­ριθ­μός τους έ­φτα­νε τους 300, με την έ­λευ­ση, ό­μως, των προ­σφύ­γων της Ιω­νί­ας α­νέ­βη­κε στους 1.300. Μέ­χρι το 1947 υ­πήρ­χαν 800 Αρ­μέ­νιοι κά­τοι­κοι και έ­πει­τα α­πό το κύ­μα του ε­πα­να­πα­τρισμού δεν ξε­περ­νού­σαν τους 200. Σή­με­ρα, έ­χουν α­πο­μεί­νει στην πό­λη πε­ρί­που ε­κα­τό, πα­ρό­λα αυ­τά υ­πάρ­χει ι­κα­νο­ποι­η­τι­κή πα­ροικια­κή δρα­στη­ριό­τη­τα.

Ξάν­θη:

Πρό­κει­ται για μια α­πό τις πιο δρα­στή­ριες αρ­με­νι­κές κοι­νό­τη­τες μέ­χρι και σή­με­ρα. Α­πό τα τέ­λη του 19ου αιώ­να στην πό­λη εί­χαν ή­δη ε­γκα­τα­στα­θεί Αρ­μέ­νιοι, πε­ρίπου 20 οι­κο­γέ­νειες, στην πλειο­ψηφί­α τους τε­χνί­τες, μι­κρο­έ­μπο­ροι και κα­πνερ­γά­τες. Το 1922, φθά­νουν στην πό­λη και τις γύ­ρω πε­ριο­χές 3.000 Αρ­μέ­νιοι. Με την ε­γκα­τά­στα­σή τους φρό­ντι­σαν ά­με­σα να δη­μιουρ­γή­σουν μια μι­κρή εκ­κλη­σία σε έ­να χώ­ρο μιας κα­πνα­πο­θή­κης και τρί­α χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, α­φού εί­χαν α­γο­ρά­σει έ­να οι­κό­πε­δο, θε­με­λί­ω­σαν τη ση­με­ρι­νή εκ­κλη­σί­α που εί­ναι α­φιε­ρω­μέ­νη στην Πα­να­γί­α (Σουρπ Α­στβα­τζα­τζίν). Πα­ράλ­λη­λα, στον προ­αύ­λιο χώ­ρο της κα­τα­σκευά­στη­κε έ­να σχο­λεί­ο (νη­πια­γω­γεί­ο και δη­μο­τι­κό). Οι διά­φο­ρες με­τοι­κε­σί­ες, οι κα­κου­χί­ες και η βα­ριά βουλ­γα­ρι­κή κατο­χή εί­χαν σαν συ­νέ­πεια τη μεί­ω­ση των κα­τοί­κων, α­φού με­τά τη λή­ξη του πο­λέμου στην Ξάν­θη οι Αρ­μέ­νιοι κά­τοι­κοι ή­ταν μό­λις 500, ε­νώ τη δε­κα­ε­τί­α του ’50 με τον ε­πα­να­πα­τρι­σμό αυ­τοί δεν ξε­περ­νού­σαν τους 200. Σή­με­ρα, ο α­ριθ­μός αυ­τός μπο­ρεί να έ­χει πέ­σει στο μι­σό, ωστό­σο η κοι­νό­τη­τα ε­ξα­κο­λου­θεί να εί­ναι ι­διαί­τε­ρα δρα­στή­ρια και ζω­ντα­νή.

Κέρ­κυ­ρα:

Πα­ρου­σί­α των Αρ­με­νί­ων στο νη­σί κατα­γρά­φε­ται α­πό το 16ο αιώ­να. Οι ί­διοι μά­λι­στα εί­χαν δη­μιουρ­γή­σει έ­να χω­ριό με το ό­νο­μα Αρ­με­νά­δες. Ε­πί­σης, Αρ­με­νί­ους συ­να­ντά­με και αρ­γό­τε­ρα στην Ε­ραχ­δα­δεί και στο χωριό Πο­τα­μός, ό­που υ­πάρ­χει -κλει­στή πλέ­ον- και η αρ­με­νι­κή εκ­κλη­σί­α του Σουρ­π Νι­γκο­γός (Αγ. Νι­κό­δη­μος), ό­πως και στα χω­ριά Κνιά­δες και Γα­στού­ρι. Αξιο­ση­μεί­ω­το εί­ναι το γε­γο­νός, ό­τι στο νη­σί το ε­πώ­νυ­μο Αρ­μέ­νης εί­ναι ι­διαί­τε­ρα δια­δε­δο­μέ­νο, κά­τι που εί­ναι πι­θα­νό να σχε­τί­ζε­ται με την πο­λύ­χρο­νη πα­ρου­σί­α των Αρ­με­νί­ων στην Κέρ­κυ­ρα. Με­τά τη Μι­κρα­σια­τι­κή κα­τα­στρο­φή ε­γκα­τα­στά­θη­καν ε­κεί 3.000 ά­το­μα μα­ζί με 1.300 ορ­φα­νά. Μέ­σα σε λί­γα χρό­νια, ό­μως, ό­λοι με­τα­φέρ­θη­καν σε άλ­λες πε­ριο­χές της χώ­ρας, ε­νώ η πλειο­ψη­φί­α των ορ­φα­νών ε­γκα­τα­στά­θη­κε σε άλ­λες χώ­ρες, ο­πό­τε και έ­πα­ψε να υ­φί­στα­ται η εν λό­γω πα­ροι­κί­α.

Λέ­σβος:

Χι­λιά­δες Αρ­με­νί­ων κα­τέφυ­γαν στο νη­σί με­τά την κα­τάρ­ρευ­ση του με­τώ­που στη Μ. Α­σί­α, κα­θώς αυ­τό βρι­σκό­ταν πο­λύ κο­ντά στα παρά­λια και η πρό­σβα­ση ή­ταν εύ­κολη. Ε­κεί το 1921 λει­τούρ­γη­σε το πρώ­το αρ­με­νι­κό σχο­λεί­ο στην Ελ­λά­δα με κρα­τική ά­δεια. Οι συ­νε­χείς με­τα­να­στεύ­σεις προς άλ­λα μέ­ρη της χώ­ρας κατέ­στη­σαν τη ζω­ή αυ­τής της κοι­νό­τη­τας ι­διαι­τέ­ρως βρα­χύ­βια, ώ­σπου λί­γο με­τά τον πό­λε­μο έ­πα­ψε να υ­φί­στα­ται.

Σύ­ρος:

Το 1922 πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό 600 Αρ­μέ­νιοι έ­φτα­σαν στη Σύ­ρο, κυ­ρί­ως α­γρό­τες α­πό τη Θρά­κη, τον Πό­ντο και την Κε­ντρι­κή Μ. Α­σί­α. Α­πό το 1923 μέ­χρι και το 1930 στο νη­σί λει­τουργού­σε το Α­με­ρι­κα­νι­κό Ορ­φα­νο­τρο­φεί­ο της Near East Relief Foundation. Στις πε­λώ­ριες ε­γκα­τα­στά­σεις του μέ­χρι το 1929 στε­γά­στη­καν, μορ­φώ­θη­καν και έ­τυ­χαν κά­θε φρο­ντί­δας χι­λιά­δες ορ­φα­νά ελλη­νι­κής και αρ­με­νι­κής κα­τα­γω­γής.

Λά­ρι­σα-Βό­λος:

Προ­πο­λε­μι­κά, στις δυο αυτές πό­λεις ζού­σαν 700 Αρ­μένιοι (400 στη Λά­ρι­σα και 300 στο Βό­λο). Όλοι εί­χαν έρ­θει στην πε­ριο­χή το 1922. Ο ε­πα­να­πα­τρι­σμός του 1947 μεί­ω­σε τον πλη­θυ­σμό στο ε­λά­χι­στο, ε­ξα­λεί­φο­ντας ου­σια­στι­κά τις δυο αυ­τές κοι­νό­τη­τες.

Πε­λο­πόν­νη­σος:

Η Πε­λο­πόν­νη­σος ή­ταν α­πό ε­κεί­να τα ελ­λη­νι­κά ε­δά­φη, στα ο­ποί­α με­τά το 1922, ε­γκα­τα­στά­θη­κε με­γάλος α­ριθ­μός Αρ­με­νί­ων. Μέ­χρι τον πό­λε­μο οι κά­τοι­κοι έ­φθα­ναν τους 1.500. Στην Κα­λα­μά­τα, στα πα­ρα­πήγ­μα­τα ό­πως τα έ­λε­γαν, διέ­με­ναν 800, στην Πά­τρα 500, ε­νώ στο Αί­γιο, τον Πύργο, την Κό­ριν­θο και το Ναύ­πλιο ζού­σαν αρ­κε­τές δε­κά­δες Αρ­με­νί­ων. Μετά το 1947 ό­λες αυ­τές οι κοινό­τη­τες δια­λύ­θη­καν και α­πέ­μει­ναν ε­λά­χι­στοι κά­τοι­κοι, κυ­ρί­ως στην Πά­τρα.

Κρή­τη:

Στο νο­τιό­τε­ρο ση­μεί­ο της Ελ­λά­δα, την Κρή­τη, συ­ναντά­με την πα­λαιό­τε­ρη αρ­με­νι­κή πα­ροι­κί­α της χώ­ρας. Η παρου­σί­α Αρ­με­νί­ων ε­κεί χρονο­λο­γεί­ται α­πό τους βυ­ζα­ντι­νούς χρό­νους. Ε­πί­σης, ε­πι­τύμ­βιες πλά­κες με αρ­με­νι­κές ε­πιγρα­φές που έ­χουν δια­σω­θεί α­νή­καν σε οι­κο­γένειες Αρ­με­νί­ων με­τα­να­στών που διέ­μειναν στο νη­σί το 17ο αιώ­να. Το 1669 έ­νας πλού­σιος Αρ­μέ­νιος με­γα­λέ­μπο­ρος αγό­ρα­σε την εκ­κλη­σί­α του Αγ. Ιω­άν­νη του Δο­ρυό­νου και την δώ­ρι­σε στους Αρ­με­νί­ους του Χάν­δα­κα (η πα­λαιά ο­νο­μα­σί­α του Η­ρακλεί­ου), οι ο­ποί­οι με τη σειρά τους την α­φιέ­ρω­σαν στον Αγ. Ιω­άν­νη τον Πρό­δρο­μο. Η εκ­κλη­σί­α λει­τουρ­γεί μέ­χρι και σή­με­ρα. Οι πρό­σφυ­γες έ­φτασαν στην Κρή­τη το 1922 και ε­γκα­τα­στά­θη­καν ε­κτός α­πό το Η­ρά­κλειο, στο Ρέ­θυ­μνο και στη Ση­τεί­α (στην ο­ποί­α αρ­γό­τε­ρα έ­φτα­σε και έ­νας α­ριθ­μός Αρ­με­νί­ων α­πό την Κέρκυ­ρα). Ό­πως και σε ό­λες τις άλ­λες κοινό­τη­τες της χώ­ρας, σή­με­ρα ο αρ­με­νι­κός πλη­θυσμός του νη­σιού δεν ξε­περ­νά­ει τις μερι­κές δε­κά­δες, κυ­ρί­ως στο Η­ρά­κλειο και τη Ση­τεί­α.

Θεσ­σα­λο­νί­κη:

Εί­ναι η πα­λαιότε­ρη ορ­γα­νω­μέ­νη κοι­νό­τη­τα Αρ­με­νί­ων στην Ελ­λά­δα και η πρώ­τη με κα­τα­γε­γραμ­μέ­νο αρ­χεια­κό υ­λι­κό. Το αρ­χεί­ο της εκ­κλη­σί­ας της Θεσ­σα­λο­νί­κης, στο ο­ποί­ο οι ε­πί­ση­μες καταγρα­φές άρ­χι­σαν το 1885, έ­χει ση­μα­ντι­κή α­ξί­α ό­χι μό­νο για την ι­στο­ρί­α της πα­ροι­κί­ας αλ­λά και για την ί­δια την πό­λη της Θεσ­σα­λο­νί­κης. Αυ­τό διε­σώ­θη α­πό τη με­γά­λη πυρ­κα­γιά του 1917 και υ­πάρ­χει ε­δώ και 125 χρό­νια. Ο πληθυ­σμός της κοι­νό­τη­τας πριν α­πό το 1922 έ­φθανε τα 300 ά­το­μα, ε­νώ με την έ­λευ­ση των προ­σφύ­γων α­νέ­βη­κε στους 10.000 κα­τοί­κους. Στη Θεσ­σα­λο­νί­κη υ­πήρ­χε εκ­κλη­σί­α α­πό το 1903 α­φιερω­μέ­νη στην Πα­να­γί­α. Μά­λι­στα αρ­χι­τέ­κτο­νας της θε­ω­ρεί­ται ο διά­ση­μος Ι­τα­λός Βι­τα­λιά­νο Ποζέ­λι, γνω­στός για τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό τα αρχι­τε­κτο­νι­κά μνη­μεί­α της πόλης. Με τον ε­πα­να­πα­τρι­σμό του 1925-1927 αλ­λά και τη με­τα­νά­στευ­ση προς τρί­τες χώ­ρες ο α­ριθ­μός της πα­ροι­κί­ας μειώ­θη­κε στις 6.000 λίγο πριν τον πό­λε­μο, ε­νώ με­τά το 1947 κα­τέ­βη­κε στα 1.300 ά­το­μα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι το γε­γο­νός ό­τι τη δε­κα­ε­τί­α του ’20 λει­τουρ­γού­σαν στην πό­λη πέ­ντε αρμε­νι­κά σχο­λεί­α. Σή­με­ρα, υ­πάρ­χουν πε­ρίπου 800 Αρ­μέ­νιοι και λει­τουρ­γεί ε­βδο­μα­διαί­ο σχο­λεί­ο, ό­πως και πα­ραρ­τή­μα­τα της α­θλητι­κής ορ­γά­νω­σης «Χο­με­νε­τμέν», του Αρ­με­νι­κού Σταυ­ρού Ε­λέ­ους, του πο­λι­τιστι­κού σω­μα­τεί­ου «Χα­μα­σκα­ΐν» κα­θώς και η Αρ­με­νι­κή Νε­ο­λαί­α και Προ­νε­ο­λαί­α Ελ­λά­δος. Ε­πί­σης, η κοι­νό­τη­τα έ­χει υ­πό την ε­πο­πτεί­α της τον πα­νέ­μορ­φο κα­τα­σκη­νω­τι­κό χώ­ρο στο Πευ­κο­χώ­ρι της Χαλ­κι­δι­κής.

Ατ­τι­κή:

Ή­δη α­πό τα τέ­λη του 19ου αιώ­να στην Α­θή­να υ­πήρ­χε αρ­με­νι­κή κοι­νό­τη­τα που αριθ­μού­σε πε­ρί τα 200 μό­νι­μα μέ­λη αλ­λά χι­λιά­δες ή­ταν αυ­τοί που για μι­κρό χρο­νι­κό διά­στη­μα -α­πό έ­να μή­να έ­ως και δύ­ο χρό­νια- φι­λο­ξε­νή­θηκαν ε­κεί ό­λα αυ­τά τα χρό­νια. Ή­δη α­πό το 1900 λει­τουρ­γού­σε αρ­με­νι­κή εκ­κλη­σί­α στην ο­δού Κου­μουνδού­ρου, ε­νώ το 1905 α­γο­ράστη­κε η έ­κτα­ση της ση­με­ρι­νής Μη­τρό­πολης στην ο­δό Κριε­ζή και το 1908 κα­τα­σκευά­στη­κε (μια ξύ­λι­νη κα­τα­σκευ­ή) η εκ­κλη­σία του Αγ. Γρη­γο­ρί­ου του Φω­τι­στή που το 1935 πή­ρε τη ση­με­ρι­νή της μορ­φή. Το 1922 με τις κα­ρα­βιές των προ­σφύ­γων της Ιω­νί­ας έ­φθα­σαν στην Ατ­τι­κή 35.000 Αρ­μέ­νιοι, οι ο­ποί­οι ε­γκα­τα­στά­θηκαν σε πά­ρα πολ­λές συ­νοι­κί­ες της πρωτεύ­ου­σας, με­τα­ξύ των ο­ποί­ων και στις: Δουρ­γού­τι, Και­σα­ρια­νή, Βύ­ρωνας, Πε­ρι­στέ­ρι, Α­μπε­λό­κη­ποι, Φά­λη­ρο, Καλ­λι­θέ­α, Μαρού­σι, Κοκ­κι­νιά, Λι­πά­σμα­τα, Τα­μπού­ρια, Αγ. Διο­νύσιος, Μο­σχά­το. Ο πε­ρισ­σότε­ρος πλη­θυσμός συ­γκε­ντρώ­θη­κε στο Δουρ­γού­τι (8.000 ά­το­μα), στην Και­σα­ρια­νή και στο Βύ­ρω­να (3.000 κά­τοι­κοι), στην Κοκ­κι­νιά (7.000 ά­το­μα), στα Λι­πά­σματα (4.000), κα­θώς και στον Αγ. Διο­νύ­σιο (3.000).

Ε­πί­σης, Αρ­μέ­νιοι εί­χαν ε­γκα­τα­στα­θεί και σε πο­λύ α­πο­μα­κρυ­σμένες πε­ριο­χές του νο­μού, ό­πως το Λαύ­ριο.

Μέ­χρι και τη δε­κα­ε­τί­α του ’30 λειτουρ­γού­σαν 16 αρ­με­νι­κά σχο­λεί­α. Εκ­κλη­σί­ες χτί­ζο­νται ε­κτός α­πό τη Μη­τρό­πο­λη στο κέ­ντρο της Α­θή­νας, στο Δουρ­γού­τι, την Κοκ­κι­νιά και το Πε­ρι­στέ­ρι. Η φθί­νου­σα πο­ρεί­α του πλη­θυ­σμού δεν α­ποτέ­λε­σε ε­ξαί­ρε­ση ού­τε και στην πε­ρί­πτω­ση της Ατ­τι­κής. Οι 35.000 του 1922, εί­χαν γί­νει 25.000 το 1926, ε­νώ το 1938 δεν ξε­περ­νού­σαν τις 20.000. Με­τά τον ε­πα­να­πα­τρι­σμό το 1947 και τη μετα­νά­στευ­ση σε άλ­λες χώ­ρες, το 1960 σε Α­θή­να και Πει­ραιά ο α­ριθ­μός των Αρ­με­νίων κα­τοί­κων με­τά βί­ας έ­φθα­νε τις 8.000.

Ο με­γα­λύ­τε­ρος αρ­με­νι­κός συ­νοι­κι­σμός, το Δουρ­γού­τι (η ά­τυ­πη πρω­τεύ­ου­σα των εν Ελ­λά­δι Αρ­με­νί­ων) στα μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας του ’60 δια­λύ­θη­κε και η πλειο­ψη­φί­α των κα­τοί­κων του, α­νά­λο­γα με τα ει­σο­δή­μα­τα και τις ε­παγ­γελ­μα­τι­κές τους α­σχο­λί­ες, δια­σκορ­πί­στηκε στην ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή της Ατ­τι­κής. Το ί­διο συ­νέ­βη και στην Κοκ­κι­νιά. Στις μέ­ρες μας μό­νο η ύ­παρ­ξη των εκ­κλη­σιών και των λε­σχών υ­πο­χρε­ώ­νει τους Αρ­με­νί­ους να συ­γκε­ντρώ­νο­νται στους δυο αυ­τούς συ­νοι­κι­σμούς.

Σή­με­ρα στην Α­θή­να υ­πάρχουν πε­ρί­που 5.000 Αρ­μέ­νιοι, λει­τουρ­γούν 3 η­με­ρή­σια σχο­λεί­α και 1 γυ­μνά­σιο. Ε­πί­σης, λει­τουρ­γούν 4 ορ­θόδο­ξες εκ­κλη­σί­ες, 1 κα­θο­λι­κή και 1 ευαγ­γε­λι­κή. Τέλος, δρα­στη­ριο­ποιού­νται οι πα­ρα­κά­τω ορ­γα­νώ­σεις:

- Αρ­με­νι­κός Κυα­νούς Σταυ­ρός με 5 πα­ραρτή­μα­τα (Ν. Κό­σμος, Κοκ­κι­νιά, Κα­ρέ­ας-Και­σα­ρια­νή, Π. Φά­λη­ρο, Α­θή­να).

- Έ­νω­ση Αρ­με­νί­ων Α­θλη­τών «Χο­με­νε­τμέν» με 2 πα­ραρ­τή­μα­τα ((Ν. Κό­σμος, Κοκ­κι­νιά).

- Πο­λι­τι­στι­κό σω­μα­τεί­ο «Χα­μα­σκα­ΐν» με 2 παραρ­τή­μα­τα (Ν. Κό­σμος, Κοκ­κι­νιά).

- Αρ­με­νι­κή νε­ο­λαί­α και προ­νε­ο­λαί­α Ελ­λά­δος με 2 πα­ραρ­τήμα­τα (Ν. Κό­σμος, Κοκ­κι­νιά).

- Γε­νι­κή Αρ­με­νι­κή Έ­νω­ση Α­γα­θο­ερ­γί­ας

- Α­θλη­τι­κός και Φι­λο­λο­γι­κός σύλ­λο­γος «Α­ραράτ».

Πριν βά­λου­με τέ­λος στην ι­στο­ρι­κο-γε­ω­γρα­φι­κή αυ­τή α­να­δρο­μή των αρ­με­νι­κών κοι­νο­τή­των στην Ελ­λά­δα, η ο­ποί­α δεν α­πο­τε­λεί πλή­ρη κα­τα­γρα­φή αλ­λά μια προ­σπά­θεια προ­σέγ­γι­σης του θέ­μα­τος, και σί­γου­ρα πα­ρου­σιά­ζει ελ­λεί­ψεις, θα πρέ­πει να ση­μειώ­σου­με το ε­ξής: Aπό το 1991, μετά την α­νε­ξαρ­τη­σί­α της Αρ­με­νί­ας έ­νας με­γάλος α­ριθ­μός συ­μπα­τριω­τών μας προ­ερ­χό­με­νοι α­πό την πα­τρί­δα, που κά­ποιες πη­γές τους ανε­βά­ζουν σε 30.000 με 40.000, με­τα­νά­στευ­σε στην Ελ­λά­δα και ει­δι­κό­τε­ρα στις βό­ρειες πε­ριο­χές της χώρας, δί­νο­ντας νέ­α πνο­ή σε κοι­νό­τητες που έ­πνε­αν τα λοί­σθια ή εί­χαν διαλυ­θεί (π.χ. Α­λε­ξαν­δρού­πο­λη, Σέρ­ρες, Καλα­μά­τα), αλ­λά α­κό­μα και σε ε­νερ­γές πα­ροι­κί­ες ό­πως: Ξάν­θη, Κομο­τη­νή, Θεσ­σα­λο­νί­κη.

Μπο­ρεί σή­με­ρα πο­λύ δύ­σκο­λα ο Λε­βά­ντες να τρυ­πώ­νει στις τσι­με­ντου­πό­λεις και στις πο­λυ­κα­τοι­κί­ες, που πλέ­ον κα­τοι­κούν η τρίτη και η τέ­ταρ­τη γε­νιά των πρώ­των προσφύ­γων, μπο­ρεί τα α­ρώ­μα­τα και οι μυ­ρω­διές να έ­χουν πλέ­ον ξε­θω­ριά­σει, μπο­ρεί κα­νείς να μην λέ­ει πια «θα ε­πι­στρέψου­με» αλ­λά το σί­γου­ρο εί­ναι ό­τι 90 χρό­νια μετά κα­νείς δεν έ­χει ξε­χά­σει.

Aυ­τό και μό­νο εί­ναι η νί­κη, η δι­κή μας κό­ντρα στην ι­στο­ρία που μας εί­χε ξε­γρά­ψει αλ­λά και η ήτ­τα αυ­τών που μας έ­σφα­ξαν και μας έ­διω­ξαν, νο­μί­ζο­ντας ό­τι εί­χαν νι­κή­σει...


Oβαννές Γαζαριάν

 

Πηγή: armenika.gr

Οι Αρμένιοι στην Ελλάδα

Στις 29 Σεπτεμβρίου του 2008 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την έγκριση του καταστατικού της Αρμενικής Παροικίας στην Ελλάδα από τον Γεώργιο Α΄. Η έγκριση δημοσιεύθηκε στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (αρ.φύλλου 250, 29 Σεπτεμβρίου 1908) και αφορούσε το καταστατικό της «εν Αθήναις και Πειραιεί Ορθόδοξου Αρμενικής Κοινότητας».

Στις 21 Φεβρουαρίου 1909 με Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών Ν.Δ.Λεβίδη χορηγήθηκε άδεια για την διεξαγωγή εράνου για ανέγερση ιερού ναού της Αρμενικής Κοινότητας στην Αθήνα.

Η παρουσία των Αρμενίων στην Ελλάδα, είναι μεγαλύτερη των 100 χρόνων και συνοψίζεται με σχέσεις αγάπης, αλληλοεκτίμησης και σεβασμού με τον αδελφό Ελληνικό λαό ο οποίος υποδέχθηκε με θέρμη και συγκατάβαση τους πρόσφυγες Αρμένιους το 1922.

Σύμφωνα με τον καθηγητή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ι.Κ.Χασιώτη, η παρουσία των Αρμενίων στην Ελλάδα είναι μακρά ενώ υπάρχουν εκκλησίες που χρονολογούνται μερικούς αιώνες όπως για παράδειγμα η Αρμενική εκκλησία σε: Ηράκλειο Κρήτης από το 1669, του Διδυμοτείχου από το 1735 κ.α. Στη Θεσσαλονίκη, η παρουσία των Αρμενίων χρονολογείται από τον 18ο αιώνα ενώ τη δεκαετία 1870-80 δημιουργείται μια μικρή παροικία στην Αλεξανδρούπολη από Αρμένιους οι οποίοι εργάζονταν στα τοπικά έργα επέκτασης του σιδηρόδρομου, και στο Λουτράκι, από Αρμένιους οι οποίοι συμμετείχαν στα εργοτάξια για τη διάνοιξη της Διώρυγας της Κορίνθου.

Το μεγαλύτερο όμως μέρος των Αρμενίων μεταναστών ήρθαν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα από τη Μ.Ασία μεταξύ 1921-1923. Πάντα σύμφωνα με τον Καθηγητή Χασιώτη, σε άθλιες συνθήκες και ύστερα από μεγάλη ταλαιπωρία κατέφυγαν στην Ελλάδα από την Ανατολική Θράκη, την Κιλικία και την Ιωνία περισσότεροι από 120,000 Αρμένιοι πρόσφυγες. Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής καταστροφής μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα περίπου 8,000 ορφανά Αρμενόπουλα. Μέρος των Αρμενίων και τα περισσότερα ορφανά στάλθηκαν σε άλλες χώρες ενώ οι εναπομείναντες διασκορπίστηκαν στη Μακεδονία και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Στην απογραφή του 1940 καταγράφηκαν 27,000 Αρμένιοι οι οποίοι δήλωσαν ως μητρική γλώσσα την Αρμενική. Επίσης, κατά τη διάρκεια της κατοχής της προσέφεραν αναλογικά σημαντικό μερίδιο στα θύματα του πολέμου. Υπολογίζεται ότι κατά το διάστημα 1940-46 χάθηκαν πάνω από 2000 Αρμένιοι. Μετά την λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου το 1946 έγιναν μαζικοί επαναπατρισμοί και μεγάλο μέρος των Αρμενίων επέστρεψε στην τότε Σοβιετική Αρμενία.

Στη κρισιμότερη φάση του Ελληνικού εμφυλίου πολέμου άρχισε μια παναρμενική εκστρατεία για την «παλιννόστηση» των Αρμενίων της διασποράς στη Σοβιετική Αρμενία. Η nerkaght συνδυάστηκε με ρηξικέλευθες πολιτικές και διπλωματικές πρωτοβουλίες της Σοβιετικής Ένωσης, οι οποίες απέβλεπαν σε εξαναγκασμό της Τουρκίας να αποδεχθεί την αναθεώρηση της συνθήκης του Montreux του 1936 για τα στενά. Μέσα σε αυτό το κλίμα δημιουργήθηκε σε πολλούς Αρμένιους η ψευδαίσθηση μιας πιθανής αλλαγής του πολιτικού χάρτη της ανατολικής Μ.Ασίας και αναψηλάφησης του εθνικού τους ζητήματος.

Έτσι άρχισε και στην Ελλάδα η εκστρατεία για να πεισθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι Αρμένιοι να συμμετάσχουν στον επαναπατρισμό. Η πρώτη γενιά των προσφύγων, ειδικά εκείνοι που ζούσαν ακόμα ανασφαλείς οικονομικά και κοινωνικά, πρόθυμα αποφάσισαν να επιστρέψουν. Έτσι στα τέλη της δεκαετίας του 1940 το αρμενικό στοιχείο στην Ελλάδα αριθμούσε 9,500 άτομα. Η οργάνωση των Αρμενίων της Ελλάδας σε τοπικό και πανελλήνιο παροικιακό επίπεδο ακολούθησε μια σχετικά σταθερή και αταλάντευτη τροχιά. Και αυτό επειδή οι Αρμένιοι, τόσο της οθωμανικής επικράτειας όσο και της διασποράς, διέθεταν ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα ένα καθιερωμένο θεσμικό πλαίσιο αυτοδιοίκησης μέσα σε ετεροεθνή περιβάλλοντα: το λεγόμενο «Αρμενικό Εθνικό Σύνταγμα» (Sahmanadrutiun).

Η πρώτη με καταγεγραμμένο αρχειακό υλικό οργάνωση των Ελλήνων Αρμενίων αναφέρεται στην παροικία της Θεσσαλονίκης. Το αρχείο της εκκλησίας της Θεσσαλονίκης, στο οποίο οι επίσημες καταγραφές άρχισαν από το 1885, έχει σημαντική ιστορική αξία όχι μόνο για την ιστορία της παροικίας, αλλά και της ίδιας της πόλης της Θεσσαλονίκης, αφού διεσώθη από την πυρκαγιά του 1917 και διατηρείται εδώ και 120 περίπου χρόνια. Η οικονομική και κοινωνική εξέλιξη των Αρμενίων της Ελλάδος παρουσίασε αρκετές διακυμάνσεις μεταξύ των διαφόρων περιόδων της ιστορίας τους. Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα το ελληνοαρμενικό στοιχείο της Θεσσαλονίκης, το οποίο είναι αντιπροσωπευτικό και για τις παροικίες ιδιαίτερα στον βορειοελλαδικό χώρο, ανήκε κατά κανόνα στις σχετικά ευκατάστατες εκείνες κοινωνικά ομάδες των χριστιανών και των Εβραίων, που πρωτοστατούσαν στον εκσυγχρονισμό και τη δυτικοποίηση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ήταν αρχιτέκτονες και μηχανικοί, ανώτεροι υπάλληλοι των σιδηροδρομικών εταιρειών της Ανατολής, δασονόμοι και γεωπόνοι, γιατροί και φαρμακοποιοί. Ήταν επίσης έμποροι και τεχνικοί, αφιερωμένοι στους παραδοσιακούς για τους Αρμένιους τομείς της αργυροχρυσοχοΐας. Τα χαρακτηριστικά αυτά άλλαξαν ριζικά μετά το 1922-23 και τον ερχομό των προσφύγων. Το μεγάλο πλήθος εκείνων ακολούθησε δρόμους παράλληλους με αυτούς των Ελλήνων προσφύγων, που εγκαταστάθηκαν στις πόλεις. Μοιράστηκαν με τους Έλληνες ομότυχους τους τις ίδιες προβληματικές συνθήκες διαβίωσης σε κοινά παραπήγματα και φτωχικές συνοικίες της περιφέρειας των μεγάλων πόλεων. Δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι σε ορισμένες από τις συνοικίες αυτές είχαν δοθεί ενδεικτικές λαϊκές προσωνυμίες: «Αρμενοχώρι» για τις Συκιές της Θεσσαλονίκης και τα «Αρμεναίικα» για το Δουργούτι της Αθήνας.

Οι Αρμένιοι πρόσφυγες δημιούργησαν σχολεία, οικοκυρικές σχολές, αθλητικούς και πολιτιστικούς συλλόγους και εκκλησίες.

Τη δεκαετία του 1960 ο προσφυγικής προέλευσης αλλά σταθεροποιημένος πια δημογραφικός πληθυσμός της Ελλάδας, άρχισε να εναρμονίζεται με το επίπεδο της συνολικής νεοελληνικής αστικής κοινωνίας. Στα μέσα της δεκαετίας αυτής όλοι σχεδόν οι Αρμένιοι της χώρας ήταν λίγο πολύ οικονομικά αποκατεστημένοι, κοινωνικά ενσωματωμένοι και νομικά κατοχυρωμένοι (το 1968 απέκτησαν και οι τελευταίοι την ελληνική ιθαγένεια).

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές τις δεκαετίας του 1970 άρχισε μια απροσδόκητη σε έκταση διεύρυνση των δραστηριοτήτων του αρμενικού στοιχείου της Ελλάδας. Η ανανέωση αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στην έξοδο από την ενδοκοινοτική εσωστρέφεια. Η τρίτη και η τέταρτη γενιά των αρμενίων της διασποράς έχοντας αποκτήσει δυναμισμό, κοινωνική αυτοπεποίθηση και οικονομική ευμάρεια, άρχισε αφενός τη συστηματική και οργανωμένη προώθηση του αρμενικού ζητήματος και τη διαφώτιση της κοινής γνώμης και αφετέρου την προσπάθεια να ανακόψει την επιταχυνόμενη αφομοίωσή της.

Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν οργανωμένες παροικίες, η πολυπληθέστερη στην Αθήνα, η δεύτερη σε μέγεθος αλλά αρχαιότερη σε παρουσία στον ελλαδικό χώρο, στη Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης στις πόλεις Καβάλα, Ξάνθη, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη, Διδυμότειχο και Ορεστιάδα.

Αρμενικές οικογένειες, διαβιούν στη Λάρισα, Καστοριά, Πάτρα, Αίγιο, Κατερίνη και αλλού συμμετέχουν στην κοινοτική ζωή των πλησιέστερων σε αυτούς αρμενικών παροικιών. Στο πλαίσιο και των πιο μικρών αριθμητικά παροικιών λειτουργούν σύλλογοι, αθλητικοί,φιλανθρωπικοί και πολιτιστικοί, με στενές μεταξύ τους διασυνδέσεις και κοινούς στόχους. Η έδρα της μητρόπολης των εν Ελλάδι Ορθόδοξων Αρμενίων βρίσκεται στην Αθήνα. Στην Αθήνα επίσης λειτουργούν τρία δημοτικά σχολεία και ένα γυμνάσιο, ενώ στη Θεσσαλονίκη και τις πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης λειτουργεί σχολείο κάθε Σάββατο πρωί. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου (1923-1938) εκδίδονταν στην Ελλάδα περισσότερα από δέκα αρμενόφωνα φύλλα. Όταν μετά τη παλιννόστηση του 1946-48 ο αριθμός των αρμενίων συρρικνώθηκε, διακόπηκε η έκδοση των περισσοτέρων φύλλων. Σήμερα τον ημερήσιο τύπο καλύπτει η εφημερίδα «Azad Or» (Ελεύθερη Ημέρα), που εκδίδεται στην Αθήνα διανέμεται καθημερινά σε όλη την Ελληνική επικράτεια. Η εφημερίδα διαθέτει σύγχρονο τυπογραφείο, ενώ υπάρχουν και αρκετές εκδόσεις με λογοτεχνικό, ιστορικό και κοινωνικό ενδιαφέρον.

Ο αριθμός των Αρμενίων στην Ελλάδα σήμερα είναι περίπου 60,000 άτομα. Καθόλη τη διάρκεια της παρουσίας τους στην Ελλάδα, υπήρξαν και εξακολουθούν να αποτελούν ένα στοιχείο υγιές και δυναμικό, που με αποφασιστικότητα και απολύτως ευσυνείδητα λειτουργεί σαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, και συγχρόνως, με υπευθυνότητα και αφοσίωση προσπαθεί να διατηρήσει τις εθνικές του παρακαταθήκες, να προασπίσει και να προωθήσει τον δίκαιο αγώνα του λαού του.

 

Πηγή: ancg.gr

«Μετζ Γιεγέρν» Η Μεγάλη Συμφορά

Νέα έκδοση

Kυκλοφόρησε το βιβλίο (κόμικ) του Πάολο Κόσι

«Μετζ Γιεγέρν»

Η Μεγάλη Συμφορά

Από το περιοδικό Αρμενικά και τις εκδόσεις Τσουκάτου

Έ­να σπα­ραχτι­κό δι­ή­γη­μα που πε­ρι­στρέ­φε­ται γύ­ρω α­πό την Αρ­με­νι­κή Γε­νο­κτο­νί­α του 1915 παρου­σιά­ζε­ται για πρώ­τη φο­ρά ως ει­κο­νο­γρα­φή­γη­μα. Πρό­σω­πα συ­ναι­σθη­μα­τι­κά δε­μέ­να, κυ­νι­κοί πο­λι­τι­κοί, καιροσκόποι εκ­με­ταλ­λευ­τές, ε­ναλ­λάσ­σο­νται α­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κά σ’ έ­να κό­μικ σύγχρο­νο, διαχρονικό και πανανθρώπινο. Καταγγέλλει την αναλγησία του ισχυρού και τα εθνικά μίση αλλά ταυτόχρονα υμνεί την αγάπη, την αλληλεγγύη και το αίσθημα δικαίου, διαφυλάσσοντας με αυτόν τον τρόπο τη μνήμη της πρώτης γενοκτονίας του 20ού αιώνα.

Το βι­βλί­ο που εί­ναι έρ­γο του βρα­βευ­μέ­νου ι­τα­λού συγ­γρα­φέ­α και καρ­του­νί­στα Πά­ο­λο Κό­σι, προ­λο­γί­ζει η Α­ντό­νια Αρ­σλάν, η με­τά­φραση εί­ναι του Ο­χα­νές-Σαρ­κίς Αγαμπατιάν, η καλ­λι­τε­χνι­κή ε­πι­μέ­λεια του ε­ξω­φύλλου και η τε­χνι­κή ε­πε­ξερ­γα­σί­α του Μά­ικ Τσι­λι­γκι­ριάν (σελ. 144, μέ­γε­θος 17Χ24). Το βι­βλί­ο κυ­κλο­φο­ρεί στα ι­τα­λι­κά, γαλ­λι­κά, αγ­γλι­κά, ι­σπα­νι­κά, κο­ρε­α­τι­κά και τώ­ρα στα ελ­λη­νι­κά, ε­νώ ε­πι­θυ­μί­α του ιταλού εκ­δό­τη εί­ναι να με­τα­φρα­στεί και στ’ αρ­με­νι­κά με α­φορ­μή την ε­πέ­τειο των 500 χρό­νων α­πό την έκ­δο­ση του πρώ­του αρ­με­νι­κού βι­βλί­ου.

 

Μπο­ρεί­τε να το προ­μη­θευ­τεί­τε α­πό το πε­ριο­δι­κό Αρ­μενι­κά τηλ. 210 76 40 250 την ε­φη­με­ρί­δα «Α­ζάτ Ορ» τηλ. 210 95 75 011 και τις εκ­δό­σεις Τσου­κάτου τηλ. 210 88 17 341. ΤΙΜΗ 10 EΥΡΩ

 

 

Πηγή: armenika.gr

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Στον διαδικτυακό τόπο μας χρησιμοποιούμε Cookies με σκοπό τη βελτίωση της online εμπειρίας σας. Επιλέγοντας να συνεχίσετε την περιήγησή σας σε αυτόν, αποδέχεστε αυτομάτως τη χρήση των cookies. Περισσότερα...

Πολιτική Απορρήτου - Όροι Χρήσης - Περιορισμός Ευθύνης - Επικοινωνία Σχετικά με Προσωπικά Δεδομένα
Αποδέχομαι

Newsletter