Menu

Η Αρχιτεκτονική των Αρμενικών Ναών της Αθήνας

Στα πλαίσια έρευνας για λογαριασμό του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού με θέμα τις διαφορές και τις ομοιότητες μεταξύ των ορθοδόξων αρμενικών και ελληνικών ναών, καταγράφτηκε η αρμενική αρχιτεκτονική των ναών στην Αττική.
Οι ναοί κατηγοριοποιήθηκαν με βάση τους αρχιτεκτονικούς τύπους των αρμενικών ναών, όπως περιγράφονται και διαχωρίζονται από τον μεγάλο ιστορικό και αρχιτέκτονα Τορός Τοραμανιάν.
Οι τέσσερις ναοί της Αθήνας έχουν διαφορετική αρχιτεκτονική τυπολογία, αλλά διατηρούν με πάθος την εσωτερική διαρρύθμιση της αρμενικής παραδοσιακής ναοδομίας.

1. Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς

Ο μητροπολιτικός ναός του Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς στην Αθήνα αρχιτεκτονικά μπορεί να χαρακτηριστεί ως σταυροειδής εγγεγραμμένος (Էջմիածնատիպ), μονόχωρος (μονόκλιτος), με τρούλο (գաւիթ) και τύμπανο (տրամ). Ο όρος «σταυροειδής εγγεγραμμένος» σημαίνει ότι ο χώρος του ναού διατάσσεται έτσι, ώστε, είτε εσωτερικά είτε στη στέγη του, να σχηματίζει το σχήμα του σταυρού, στη μέση του οποίου βρίσκεται ο τρούλος. Ο τρούλος είναι μυτερός, πολυγωνικός-πυραμοειδής εξωτερικά, δείγμα της παραδοσιακής αρμενικής ναοδομίας που εμφανίζεται από τον 6ο αιώνα και μετά. Εσωτερικά υποβαστάζεται από τέσσερις ημικυκλικές καμάρες που διατάσσονται σταυροειδώς, διαγράφοντας στη στέγη του ναού έναν σταυρό. Το τύμπανο κάτω από τον τρούλο είναι επίσης πολυγωνικό εξωτερικά, με δέκα πλευρές και με ισάριθμους φεγγίτες που επιτρέπουν τον φυσικό φωτισμό. Ο φυσικός φωτισμός βοηθάει στο συμβολισμό του τρούλου ως του ουρανού που ενώνεται με τους πιστούς στη γη. Επίσης, ο τρούλος βοηθάει στην ακουστική του ναού, αντανακλώντας και επιστρέφοντας πίσω τις ψαλμωδίες.
Εξωτερικά, ο ναός έχει μια ημικυκλική κόγχη, ενώ στο εσωτερικό της δημιουργείται ημικυκλική αψίδα, όπου βρίσκεται η Αγία Τράπεζα. Στην κεντρική είσοδο του ναού, επενδυμένη με μάρμαρο, εφάπτονται στις πλευρές της θύρας δύο παραστάδες με επίκρανα, ιδίου διάκοσμου με αυτού των κιονόκρανων, δημιουργώντας ένα πρόπυλο με περιστέρια στα κιονόκρανα. Σταυροειδείς εγγεγραμμένοι ναοί υπήρξαν στην Αρμενία κατά τον 7ο αιώνα (Καθεδρικός Ναός του Ετσμιατζίν, αρχικά χρήστηκε το 301 και την σημερινή του μορφή, με κιονοστήρικτο τρούλο, πήρε το 485). Αυτός ο τύπος αποτελεί αντιπροσωπευτικό ρυθμό κατά τη βυζαντινή περίοδο στην Ελλάδα, πρωτοεμφανιζόμενος στις αρχές του 7ου αιώνα.
Ο ναός διαθέτει δύο διώροφα κωδωνοστάσια (զանգակատուն), με μια καμπάνα το καθένα, με πυραμοειδή τρούλο, κιονοστήρικτο, πάνω σε πυργοειδή βάση.

 

2. Σουρπ Αγκόπ

Μεταγενέστερος αρχιτεκτονικά τύπος είναι ο ναός του Σουρπ Αγκόπ στη Νίκαια. Μπορεί να χαρακτηριστεί ως τρίκλιτος βασιλικός, με το μεσαίο κλίτος υψηλότερο από τα δύο πλαϊνά κλίτη, χωρίς τρούλο (κλίτος είναι ο χώρος στον κυρίως ναό, που χωρίζεται από κιονοστοιχίες). Το μεσαίο και υψηλότερο κλίτος καλύπτεται από αμφικλινή, πιθανόν, ξύλινη στέγη, χωρίς παράθυρα, ενώ τα πλάγια κλίτη δια μονόριχτης στέγης. Τα κιονόκρανα, στηριζόμενα σε απλά βάθρα, ενώνονται μεταξύ τους χωρίς τόξα και είναι διακοσμημένα με φυτικά θέματα και σταυρούς. Οι κίονες (սիւներ) είναι λείοι, χωρίς ραβδώσεις. Το επιστύλιο πάνω από τα κιονόκρανα είναι απλό, ευθύγραμμο, χωρίς παραστάσεις. Στους ελληνικούς ναούς συνήθως οι κίονες ενώνονται μεταξύ τους με τόξα.
Εσωτερικά, ο ναός έχει τρεις ημικυκλικές αψίδες, με τρεις Άγιες Τράπεζες, από τις οποίες η μεσαία είναι η μεγαλύτερη. Σε εξώφυλλο βιβλίου, ο ναός φαίνεται να είναι πέτρινος, ενώ σήμερα είναι επιχρισμένος. Παρόμοιου τύπου ναοί υπήρξαν στην Αρμενία από τον 4ο έως τον 5ο αιώνα, όπως ο ναός του 5ου αιώνα στο Ερερούκ.
Το κωδωνοστάσιο είναι τριώροφο, πυργοειδές, με δύο καμπάνες και ένα δίλοβο παράθυρο στον πρώτο όροφο, δημιουργώντας στο ισόγειο το πρόπυλο του ναού.

 

3. Σουρπ Καραμπέτ

Ο νεότερος αρχιτεκτονικά ναός του Σουρπ Καραμπέτ στο Νέο Κόσμο μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάθετης-έμφασης ορθογώνιος (Ուղղահայեաց քառանկիւն), μορφή που πρωτοεμφανίστηκε στο ναό της Σουρπ Καγιανέ τον 7ο αιώνα. Αυτός ο τύπος ναού είναι μεγαλύτερος ως προς το ύψος, σε σχέση με το πλάτος. Διαθέτει πολυγωνικό-πυραμοειδή γυάλινο τρούλο, στον οποίο εσωτερικά απεικονίζονται σε βιτρό γυαλί οι δύο απόστολοι και οι δέκα άγιοι.
Ο ναός διαθέτει στην είσοδο καμπάνα, η οποία υπήρχε στον προγενέστερο ξύλινο ναό. Επίσης, σύμφωνα με την αρμενική εκκλησιαστική παράδοση, κατά τη θεμελίωση του ναού τοποθετούνται ιεροί λίθοι οι οποίοι και αγιάζονται.
Στο εσωτερικό υπάρχουν 16 σταυροί στα σημεία που τοποθετηθήκαν οι ιεροί λίθοι στα θεμέλια του ναού.

 

 

 

 

4. Σουρπ Αστβατζατζίν

Αρχιτεκτονικά προγενέστερος τύπος ναού είναι ο μητροπολιτικός ναός Ελλάδας Σουρπ Αστβατζατζίν στο Περιστέρι. Μπορεί να χαρακτηριστεί ως ξυλόστεγος βασιλικός (Բազիլիկ), μονόχωρος – μονόκλιτος (χωρίς τρούλο). Ο ναός αρχικά λειτουργούσε ως σχολείο για τους πρόσφυγες και μετέπειτα προστέθηκε το Ιερό Βήμα. Έχει μια κόγχη, όπου εσωτερικά σχηματίζεται ημικυκλικό Ιερό Βήμα με θολωτή στέγη. Παρόμοιου τύπου ναοί υπήρξαν στην Αρμενία από τον 4ο έως τον 5ο αιώνα, όπως το Σουρπ Χατς του 4ου αιώνα στην πόλη Απαράν.

 

 

 

 

Εσωτερικές ρυθμολογικές συγγένειες των τεσσάρων ναών

Το Ιερό Βήμα

Το Ιερό Βήμα ή Άγιο Βήμα παραδοσιακά συμβολίζει τον παράδεισο, ενώ οι κληρικοί είναι οι άγγελοι που μας προετοιμάζουν για αυτόν. Και στις τέσσερις εκκλησίες, το Ιερό Βήμα είναι υπερυψωμένο από 0,5μ μέχρι 1μ και η πρόσβαση πραγματοποιείται με σκαλοπάτια από τις δύο πλαϊνές πλευρές. Παρόμοια υπερυψωμένο είναι το Ιερό Βήμα στους παλαιοχριστιανικούς ναούς όπως και στη Μητρόπολη Αθηνών, ενώ η πρόσβαση πραγματοποιείται από τη μέση ή από όλο το μήκος του Ιερού -το συναντάμε στο βασιλικός ναό Αγ. Απολλινάριου του 6ου αιώνα στο Classe (λιμάνι, στη Ραβέννα)-. Στους μεταγενέστερους ελληνικούς ναούς, η πρόσβαση του Ιερού Βήματος γίνεται από τις τρεις θύρες.
Το Ιερό Βήμα στην πρόσοψη καλύπτεται από το υφασμάτινο τέμπλο (βήλο - παραπέτασμα) (վարագոյր), ενώ στους ελληνικούς ναούς από το εικονοστάσιο.

Η Αγία Τράπεζα

Παραδοσιακά, στους αρμενικούς ναούς υπάρχουν τρεις Αγίες Τράπεζες (Սուրբ Խորան) και στην κεντρική υπάρχει η εικόνα της Βρεφοκρατούσας Παναγίας (Աստուածամօր). Η Αγία Τράπεζα των ναών του Σουρπ Αγκόπ και του Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς είναι ξύλινη, ενώ στους υπόλοιπους ναούς είναι χτιστές, είτε συμπαγείς είτε με κοιλότητες.

Ο σολέας

Διαμορφώνεται σολέας και στους τέσσερις ναούς, ο οποίος οριοθετείται μεταξύ του κυρίως ναού και του υπερυψωμένου Ιερού Βήματος και χωρίζεται από τον κυρίως ναό με μεταλλικά ή ξύλινα κιγκλιδώματα. Στην Ιερά Μητρόπολη Λαγκαδά υπάρχει σολέας με διαχωριστικό. Στον σολέα υπάρχει ο πατριαρχικός θρόνος (առաջնորդական գահ) στη βόρεια πλευρά και ο επισκοπικός θρόνος (եպիսկոպոսի գահ) στη νότια πλευρά, όπως και στους ελληνικούς ναούς, με τη διαφορά ότι στους αρμενικούς ναούς οι θρόνοι έχουν την πλάτη τους στον κυρίως ναό.
Επίσης, υπάρχει στον σολέα χτιστό μαρμάρινο βαπτιστήριο (մկրտութեան աւազան), στη βόρεια πλευρά. Προγενέστερα, η αρμενική εκκλησιαστική παράδοση τοποθετούσε το χτιστό βαπτιστήριο σε δωμάτιο στη βόρεια πλευρά, δίπλα από το Ιερό Βήμα. Κατά τον 4ο αιώνα, στους ελληνικούς ναούς (παλαιοχριστιανικές εκκλησίες) το βαπτιστήριο βρίσκονταν στο ίδιο σημείο όπως οι βασιλικές εκκλησίες Παναγίας Αχειροποιήτου στη Θεσσαλονίκη και στη Βραυρώνα. Στις νεότερες εποχές, γίνεται χρήση της μεταφερόμενης, μπρούτζινης κολυμβήθρας, όπως συνηθίζεται και στους ελληνικούς ναούς. Στο ναό Σουρπ Αγκόπ υπάρχει πιθανόν πρόσκτισμα στη νότια πλευρά του, το οποίο σήμερα χρησιμεύει ως σκευοφυλάκιο-βεστιάριο, αλλά εντοπίζουμε και βαπτιστήριο με ψηφιδωτή διακόσμηση και μια Αγία Τράπεζα.

Ο κηροστάτης

Κατά κανόνα, δίπλα από την είσοδο εντοπίζουμε τον κηροστάτη (մոմակալ), ο οποίος στον Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς και στον Σουρπ Γκαραμπέτ είναι χτιστός μαρμάρινος.

Ο φωτισμός

Όσον αφορά στο φωτισμό, στο ναό του Σουρπ Αγκόπ, στην ανατολική πλευρά, πάνω από την κεντρική αψίδα, στο μεσαίο κλίτος, υπάρχουν δύο παράθυρα, βιτρό, σχήματος καρδιάς και ένα σχήματος σταυρού. Στο ναό του Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς υπάρχουν στις τρεις πλευρές, τρία μονόλοβα παράθυρα με δύο ημικίονες εκατέρωθεν και κιονόκρανα, που σχηματίζουν σταυρό. Στο ναό του Σουρπ Καραμπέτ υπάρχει μπρούτζινος πολυέλαιος, αναπαράσταση από τοιχογραφία του ναού Σουρπ Χατς, στην περιοχή Αχταμάρ της λίμνης Βαν.

Σημειώσεις:
1. Οι ναοί Σουρπ Κρικόρ Λουσαβορίτς, Σουρπ Καραμπέτ και Σουρπ Αγκόπ διοικητικά υπάγονται στο Καθολικάτο του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας.
2. Ο ναός Σουρπ Αστβατζατζίν διοικητικά υπάγεται στην Αγία Έδρα του Ετσμιατζίν.

Πηγές:
1.http://www.armchurch.gr/resources/pages/churches.php
2.http://www.armenianprelacy.gr/el/armeniki-ekklisia/130-ag-iakwbos-nikaia
3. Βαράκ Χοβσεπιάν, Επετειακό βιβλίο - αφιέρωμα για τα 70 χρόνια (1933 – 2003) του ναού Αγ. Ιακώβου (στα αρμενικά), Αθήνα, 2003.
4. Ελευθερία Κρίγκα, Ανατολικές και Ανατολίζουσες Βασιλικές της Ελλάδας, Αθήνα, 1982.
5.http://www.armenianprelacy.gr/el/armeniki-ekklisia/131-mhtropolitikos-naos-ag-grigorhs-o-fwtisths
6.http://www.armenianprelacy.gr/el/armeniki-ekklisia/132-ag-karabet-neos-kosmos
7. Δρ. Αθανάσιος Αρβανίτης, Επίτομος Ιστορία Συρο - Ιακωβίτικης Αρμενικής και Αιθιοπικής Εκκλησίας, Αθήνα, 1967.
8. Γκαρμπίς Κουγιουμτζιάν, Επετειακό βιβλίο-αφιέρωμα για τα 70 χρόνια του ναού Αγ. Καραμπέτ (στα αρμενικά), Αθήνα, 1993.
9. Αναστάσιος Ορλάνδος, Η Ξυλόστεγος Παλαιοχριστιανική Βασιλική της Μεσογειακής λεκάνης, Αθήνα, 1952.
10. Γεώργιος Δημητροκάλλης, Αρμένικη Ναοδομία, Αθήνα, 1996.
11. Richard Krautheimer, Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική, Αθήνα, 1991.
12. Νικόλαος Γκιολές, Βυζαντινή Ναοδομία, Αθήνα, 1987.
13. Νικόλαος Γκιολές, Παλαιοχριστιανική Τέχνη: Ναοδομία, Αθήνα, 1994.

 

Μιζρακιάν Αρτίν-Αγκόπ,
Πολιτικός Μηχανικός MSc

 

Πηγή: armenika.gr

 

300 χρόνια (1717-2017) από την ίδρυση της μονής του Σουρπ Γαζάρ (Αγίου Λαζάρου) στη Βενετία

Ο Μεχιτάρ της Σεβάστειας γεννήθηκε το 1676 και έμελλε να γίνει ο πρωτουργός της αναγέννησης και του πολιτισμού της πατρίδας του.
Σήμερα, μένουμε έκπληκτοι με τα κατορθώματα του ανθρώπου που διένυσε 650 χιλιόμετρα με τα πόδια, μέσα από τα βουνά της Σεβάστειας, έως την Αγία Έδρα του Ετσμιατζίν.
Η φλόγα που άναψε και φώτισε τη μετέπειτα πορεία του ήταν η επαφή του με τα χειρόγραφα του Ετσμιατζίν.

Πριν κλείσει τα 20 του χρόνια, ο Μεχιτάρ περνάει τον περισσότερο χρόνο του στη μονή του Σουρπ Νισάν της Σεβάστειας διαβάζοντας ακατάπαυστα βιβλία. Κάνει ταξίδια στην Κύπρο, στο Χαλέπι, στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, στην Τραπεζούντα, στη Σινώπη. Αναζητάει και βρίσκει μορφωμένους ανθρώπους με ζήλο και πνευματικότητα, με τους οποίους, τον Σεπτέμβριο του 1701, ιδρύει τον «Σύνδεσμο των Μεχιταριστών», σε ένα σπίτι στον Γαλατά της Κωνσταντινούπολης.
Το πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε στην Κωνσταντινούπολη στην αρμενική γλώσσα ήταν το «L΄ Imitation de Jésus-Christ» του Corneille, σε μετάφραση του Μεχιτάρ. To ειδικό κεφάλαιο στην αρμενική γραμματολογία των Μεχιταριστών θεωρούμε ότι άρχισε με την τυπογραφική αυτή δραστηριότητα στην Κωνσταντινούπολη.
Οι μελέτες και η περισυλλογή των Μεχιταριστών στην Κωνσταντινούπολη κρατάνε μόλις ένα έτος. Το 1702, οι επιδρομές των Οθωμανών υποχρεώνουν τον Μεχιτάρ να πάρει την απόφαση της μεταφοράς τους στη Μεθώνη του Μοριά.
Τον 18ο αι., ως καθολικός μοναχός Μεχιτάρ εκ Σεβαστουπόλεως (Μεχιτάρ Σεπασντατσί - Մխիթար Սեբաստացի), ιδρύει το τάγμα και τη μονή των Μεχιταριστών. Σε ένα παράρτημα της σχολής, το οποίο βρίσκεται στο νησί Άγιος Λάζαρος της Βενετίας, εγκατέστησε σχολή και τυπογραφείο, τυπώνοντας γραμματικές, λεξικά και μεταφράσεις των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων σε νεο-αρμενική γλώσσα, διαφορετική από τη μέχρι τότε εκκλησιαστική και λόγια.
Η νέα αυτή γλώσσα καθιερώθηκε από το 1850. Την εποχή εκείνη σημειώθηκε μια αποφασιστική στροφή για την αρμενική λογοτεχνία, η οποία έπαψε πλέον να δέχεται μόνο θρησκευτικές επιδράσεις και χαρακτηρίστηκε από έντονα πατριωτικά αισθήματα.

Μεθώνη η πρώτη έδρα των Μεχιταριστών

Η Μεθώνη, το πρώτο ελληνικό λιμάνι που πήραν οι Βενετοί στις αρχές του 13ου αιώνα, φρούριο και ναυτικός σταθμός που ενώνει Δύση και Ανατολή, ήταν το όραμα του Μεχιτάρ ως η ιδανική τοποθεσία, ώστε να ενώσει θρησκευτικά και πνευματικά την Ανατολή με τη Δύση.
Σε αυτήν την πόλη χτίζει το ερημητήριό του, μαζί με τους 9 μαθητές του. Μετά από αίτησή του προς τη βενετική διοίκηση με έδρα το Ναύπλιο, του παραχωρήθηκε ένα οικόπεδο 25 μέτρα μήκος και 18 πλάτος, εντός του κάστρου της Μεθώνης. Ο χώρος προοριζόταν για ένα μοναστήρι και μια εκκλησία. Μαζί με το οικόπεδο, η διοίκηση του χάρισε και δύο χωριά προς εκμετάλλευση, το χωριό Χαλαζόνι στην Κυπαρισσία και το Μαυρομάτι στην Καλαμάτα. Από το δεύτερο είχαν την υποχρέωση να αποδίδουν 60 ρεάλια στον πρίγκιπα.
Το μοναστήρι ξεκίνησε την οικοδόμησή του τον Μάρτιο του 1706. Ένα μέρος των οικονομικών προβλημάτων καλύφτηκε από τον Μεχιτάρ, ο οποίος πούλησε το εισόδημα των χωριών που του είχαν παραχωρηθεί και προχώρησε στο χτίσιμο.
Το μοναστήρι, το ωραιότερο κτίσμα της Μεθώνης, με πρόσοψη 47 μέτρα και πλάτος 37, προκάλεσε την κατάπληξη των Βενετών και των Ελλήνων.
Την ίδια περίοδο μέσα στη Μεθώνη υπήρχαν τέσσερις εκκλησίες. Των Λατίνων, των αποίκων της Χίου, των Αρμενίων και των Ελλήνων ορθοδόξων. Η οικοδόμηση της εκκλησίας έγινε με την οικονομική στήριξη της διοίκησης του Μοριά. Τον θεμέλιο λίθο έβαλαν, το 1708, ο αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου, Σεβαστιανός Μοτσενίκος, και ο κυβερνήτης Έμμο, παρουσία του αρχιεπισκόπου Κορινθίας Καρλίνη, μαζί με τον Μεχιτάρ.
Ο Μεχιτάρ περίμενε πέντε χρόνια για την έγκριση του καταστατικού και την αναγνώριση του τάγματός του από την Αγία Έδρα. Η έγκριση του τάγματος κοινοποιήθηκε στη Μεθώνη, στις 11 Ιουνίου 1712. Η αναγνώριση προκάλεσε μεγάλη αντίδραση τόσο στην Κωνσταντινούπολη όσο και στη Ρώμη.
Επί ένα χρόνο, ο Μεχιτάρ παρέδιδε μαθήματα φιλοσοφίας, δογματικής θεολογίας, ιστορίας και μαθηματικών στα νέα μέλη του τάγματος. Η έλλειψη αρμενικών βιβλίων για τις ανάγκες των σπουδαστών ήταν πλέον εμφανής. Κατά τη διάρκεια πνευματικής εκπαίδευσης των σπουδαστών, έφτασαν τα άσχημα νέα στον Μοριά. Ο πόλεμος ερχόταν και ο τούρκος κατακτητής ετοιμαζόταν να μπει στη χερσόνησο. Ο Μεχιτάρ γνώριζε καλά την τυραννία και τη δύναμη των Οθωμανών. Έπρεπε να διαφυλάξει τη μικρή του κοινότητα και να βρει άμεσα νέο καταφύγιο για το τάγμα του.
Επισήμως, ο πόλεμος κηρύχτηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1714. Ο Μεχιτάρ κατέφυγε με πλοίο στη Βενετία, μαζί με τους συντρόφους του, τον Μάρτιο του 1715, αφήνοντας το μοναστήρι και την εκκλησία στον πατέρα Λάζαρο και σε 6 βοηθούς . Η Μεθώνη και ο Μοριάς έζησαν τις σφαγές και τις λεηλασίες του κατακτητή, υπό τις διαταγές του Νταμάτ Αλή Πασά. Οι στρατηγοί Αχμέτ Πασά και Σαρί Αχμέτ δεν άφησαν τίποτα όρθιο στο πέρασμά τους. Στις 2 Αυγούστου έπεσε το φρούριο της Μεθώνης. Μετά από τρία εικοσιτετράωρα μάχης, η πόλη παραδόθηκε. Η διαταγή του Σουλτάνου Αχμέτ ήταν σαφής, όλες οι εκκλησίες έπρεπε να μετατραπούν σε τζαμιά.
Τελευταίοι ιερείς του κάστρου, οι αρμένιοι πατέρες Λάζαρος και Ιάκωβος, προσπάθησαν να κρύψουν τα κειμήλια της εκκλησίας, ενώ οι ίδιοι πουλήθηκαν ως σκλάβοι. Για καλή τους τύχη, μετά από μήνες ενώθηκαν με τα αδέλφια τους στη Βενετία.
Αναρωτιέται κανείς τι απέγινε η εκκλησία και το μοναστήρι του Μεχιτάρ εντός του κάστρου της Μεθώνης. Στα αρχεία του Αγίου Λαζάρου υπάρχει η μαρτυρία ενός μαθητή που επισκέφτηκε τη Μεθώνη το 1739 και είδε την εκκλησία να έχει μετατραπεί σε τζαμί. 25 χρόνια μετά την πολιορκία του κατακτητή, η εκκλησία και το μοναστήρι ήταν στη θέση τους, αλλά ο μαθητής δεν βρήκε το θάρρος να πλησιάσει . Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η παλιά πολιτεία μέσα στο κάστρο εγκαταλείφθηκε και ερήμωσε, εκτός από μια εκκλησία που επισκευάστηκε και από το 1889 φέρει το όνομα Ι.Ν. Μεταμόρφωσης του Σωτήρος*, ναός μονόχωρος και ξυλόστεγος. Επίσης, μέσα στο κάστρο σώζονται τα ερείπια δυο εκκλησιών, χωρίς να έχουμε ιστορικά στοιχεία για το παρελθόν τους. Οι έρευνες που έχουν γίνει στη Μεθώνη, γνωρίζοντας μόνο τις διαστάσεις του οικοπέδου, διατυπώνουν την υπόνοια πως το αρμενικό μοναστήρι είναι το κτίριο που πρώτα οι Γάλλοι (1828) και έπειτα οι Βαυαροί (1834) χρησιμοποίησαν ως νοσοκομείο.

Άγιος Λάζαρος

Το 1715 ο Μεχιτάρ εγκαθίσταται οριστικά στη Βενετία όπου, μετά από προσωπικές προσπάθειες και με τη βοήθεια των φίλων του, λαμβάνει από τις αρχές την κυριότητα του νησιού Αγ. Λάζαρος, στις 8 Σεπτεμβρίου 1717. Αυτό το ακατοίκητο νησί έγινε το λίκνο του αρμενικού πολιτισμού και ενεργό κέντρο του 18ου αιώνα, με στόχο την πνευματική άνθηση και τον εμπλουτισμό των γνώσεων του αρμενικού λαού.
Ο Μεχιτάρ, κατά τη διάρκεια της ζωής του, εξέδωσε περίπου 50 βιβλία. Ανάμεσα σε αυτά, ξεχωρίζει το μνημειώδες «Λεξικό της Αρμενικής γλώσσας» του 1749 και το πρώτο εγχειρίδιο της δυτικής αρμενικής γλώσσας του 1727.
Το εκδοτικό έργο των μοναχών του νησιού το έτος 1789 εξελίσσεται αριστουργηματικά, με την απόκτηση δικού τους τυπογραφείου εντός του νησιού. Το τυπογραφείο των Μεχιταριστών τυπώνει σε 30 γλώσσες και συναγωνίζεται τα καλύτερα τυπογραφεία της Ευρώπης, κερδίζοντας χρυσά μετάλλια σε εκθέσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Σχεδόν όλες οι σχολικές, φιλολογικές και γενικώς αρμενολογικές εκδόσεις τυπώνονται στο νησί. Το τυπογραφείο του Αγίου Λαζάρου είναι ο παλαιότερος εκδοτικός οίκος στον κόσμο που λειτουργεί αδιάλειπτα.
Μετά το θάνατο του Μεχιτάρ το 1749, η διάσπαση του τάγματος των Μεχιταριστών οδήγησε στην ίδρυση του δεύτερου μοναστηριού στη Βιέννη το 1811. Η μονή της Βιέννης βρίσκεται στην καρδιά της πόλης και το όνομα του δρόμου είναι αφιερωμένο στους Μεχιταριστές. Τόσο η Βενετία όσο και η Βιέννη είναι γνωστές ως κέντρα εκπαίδευσης και πολιτισμού για τους Αρμένιους σε όλον τον κόσμο. Η επανένωση του τάγματός τους έγινε το έτος 2000.

Η βιβλιοθήκη και το εκδοτικό έργο

Στη διάρκεια των αιώνων, οι Μεχιταριστές του Αγίου Λαζάρου δημιούργησαν μια πλούσια βιβλιοθήκη με δεκάδες χιλιάδες τόμους στην αρμενική και σε άλλες γλώσσες, όπως επίσης εφημερίδες, περιοδικά και σπάνια αρχαία βιβλία. Σημαντικά έργα παλαιών και σύγχρονων λογοτεχνών μεταφράστηκαν και τυπώθηκαν από τα ελληνικά, λατινικά, γαλλικά, γερμανικά και αγγλικά στην αρμενική γλώσσα, εμπλουτίζοντας τη βιβλιοθήκη. Μοναχοί καλλιτέχνες χάραξαν χάρτες, απεικονίζοντας στα βιβλία έργα τέχνης, προκειμένου να αναβιώσει η αγάπη του αρμενικού έθνους για τους ιστορικούς τόπους.
Ανάμεσα στις κορυφαίες εκδόσεις των Μεχιταριστών είναι η ιστορία του αρμενικού έθνους, που τυπώθηκε σε τρεις τόμους το 1784. Πρόκειται για ένα μνημειώδες έργο γραμμένο από τον μοναχό ιστορικό Μικαγιέλ Τζαμτζιάν.
Μετά από 300 χρόνια λειτουργίας, ο εκδοτικός οίκος του Αγίου Λαζάρου συνεχίζει το έργο του μέχρι σήμερα και ο αριθμός των εκδόσεων αποτελείται από χιλιάδες τόμους, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα περιοδικά των Μεχιταριστών.
Η βιβλιοθήκη περιλαμβάνει 200.000 βιβλία και περιοδικά. Το τυπογραφείο του μοναστηριού βρίσκεται στη μια από τις δύο πόλεις στον κόσμο που μπορούν να καυχηθούν για την έκδοση τουλάχιστον ενός αρμενικού βιβλίου το χρόνο, για 300 χρόνια. Η άλλη πόλη είναι η Κωνσταντινούπολη.
Στο πλούσιο μουσείο της Βενετίας σώζονται πολύτιμοι θησαυροί. Εκτίθενται αρχαία αρμενικά νομίσματα, χαλιά, πορσελάνες, ασημικά, κουστούμια, μια αιγυπτιακή μούμια, ετρουσκικά βάζα, κινεζικές αντίκες, καθώς και το σπαθί του Λέοντος Ε΄, του τελευταίου βασιλιά της Κιλικίας.
Οι διάδοχοι του Μεχιτάρ, κατά τη διάρκεια των αιώνων, συνέλεξαν με συστηματική εργασία πολύτιμα χειρόγραφα.
Η ροτόντα που έχει τα χειρόγραφα της βιβλιοθήκης περιέχει περίπου 3.000 αρχεία, καθιστώντας την τρίτη μεγαλύτερη συλλογή των αρμενικών χειρογράφων στον κόσμο, μετά το «Μαντεναταράν» στο Γερεβάν και το Αρμενικό Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων.
Ο χώρος που φιλοξενεί τα χειρόγραφα είναι ζωγραφισμένος από τον Τζιοβάνι Μπατίστα Τιέπολο.
Ο Ναπολέων Βοναπάρτης, το 1810, βλέποντας την εξαιρετική δραστηριότητα των Μεχιταριστών, αναγνωρίζει το μοναστήρι του Αγίου Λαζάρου, με ειδική άδεια, ως ακαδημαϊκό ίδρυμα. Ενώ όλα τα θρησκευτικά ιδρύματα της Ιταλίας κλείνουν, το μοναστήρι συνεχίζει το έργο του. Διάσημοι αρμένιοι και ευρωπαίοι αρμενολόγοι επιστήμονες συγκαταλέγονται στα μέλη του ιδρύματος.
Για 174 χρόνια, από το 1843, στην Αρμενική Ακαδημία του Αγίου Λαζάρου τυπώνεται αδιάκοπα η επίσημη εφημερίδα των Μεχιταριστών «Παζμαβέμπ» και «Χαντές Αμσοριά». Φέτος, κυκλοφόρησε ειδική έκδοση, μια συλλογή λογοτεχνικών βιβλίων που αποτελείται από κλασικούς αρμένιους συγγραφείς.
Μέσα από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα των Μεχιταριστών εξαπλώθηκε και το αρμενικό θέατρο σε όλες τις αρμενικές κοινότητες του κόσμου. Από τις αρχές του 19ου αιώνα, απόφοιτοι των κολεγίων δημιούργησαν θεατρικές ομάδες με παραστάσεις αρμενίων και ευρωπαίων δημιουργών.
Ο εκπρόσωπος της σύγχρονης αρμενικής ποίησης, Τανιέλ Βαρουζάν, δήλωνε για τα φοιτητικά του χρόνια : «Tο μυαλό μου είναι υπερήφανο με τα ιδανικά των Μεχιταριστών». Πολλοί καλλιτέχνες έχουν ζωγραφίσει στο νησί, όπως οι Κεβόρκ Μπαχινζαγκχιάν(1892), Ιβάν Αϊβαζιάν(Aivazovsky) (1899), Τζόζεφ Πένελ (1905) και Oβανές Ζαρντανιάν (1958). Επίσης, από τον 18ο αιώνα, έχει φιλοξενηθεί ένα ευρύ φάσμα αξιόλογων επισκεπτών, όπως o άγγλος ποιητής Λόρδος Μπάιρον, η Μαργαρίτα της Σαβοΐας, ο Ναπολέων Βοναπάρτης , ο Κομιτάς Βαρταμπέτ, ο Αράμ Χατσατουριάν, ο Τζοακίνο Ροσίνι, ο Ιωσήφ Στάλιν, ο Γεϊτσέ Τζαρεέντς και ο Βαρντκές Σουρενιάντς.
Με το έργο του ο Μεχιτάρ δεν έγινε μόνο ο ιδρυτής ενός θρησκευτικού τάγματος, αλλά αναδημιούργησε το λογοτεχνικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό κόσμο των αρμενίων, κατορθώνοντας να εμπνεύσει ένα ισχυρό εθνικό φρόνημα. Έτσι, ξεκίνησε μια νέα περίοδος ανθοφορίας της πνευματικής και λογοτεχνικής ζωής.

Σχολεία - Εκπαίδευση

Από το 1736, οι Μεχιταριστές ίδρυσαν σχολεία σε διάφορα μέρη του κόσμου.
Συνολικά 31 σχολεία προσέφεραν εκπαίδευση στις διασκορπισμένες κοινότητες των Αρμενίων.
Οι πόλεις και τα σχολεία αυτά είναι:
Κωνσταντινούπολη, 1803 έως σήμερα, 2 κολέγια.
Κωνσταντινούπολη - Πέραν, 1808-1870.
Κωνσταντινούπολη - Χαλκηδόνα Μπομόντι, 1808-1915.
Τραπεζούντα, Τουρκία, 3 σχολεία με έτη ίδρυσης 1817-1847-1886 έως 1915.
Νικομήδεια, Τουρκία, 1887-1915.
Μπαρντιζάκ (Κοτζαέλι), Τουρκία, 1883-1915.
Χάρπουτ, Τουρκία, 1912-1915.
Μαλάτια , Τουρκία, 1912-1915.
Μερσίνα, Τουρκία, 1912-1918.
Κιουτάχια, Τουρκία 1912-1915.
Κεφταρλού στον Καύκασο, 1830-1884.
Αχάλτσιχε στον Καύκασο, 1831-1844.
Πάντοβα, Ιταλία, 1834-1846.
Βενετία, 1836-1997.
Παρίσι, 1846-1870 και 1928 έως σήμερα.
Συμφερόπολη, Κριμαία, 1850-1918.
Αγία Πετρούπολη 1850-1918
Νταρόν -Μους, Τουρκία, 1852-1913.
Χαλκηδόνα, Τουρκία, 1870-1915.
Χάρπουτ - Παρτιζάκ, Τουρκία, 1883-1915.
Σάιρα, Περσία, 1885-1900.
Μιλάνο, 1918-1933.
Ιερουσαλήμ, 1931-1934.
Αλεξάνδρεια, Αίγυπτος, 1936-1964.
Ντουμπρόβνικ (Γειτσαμπετούπολης) στην Ουγγαρία,1746-1820.
Οράντεα (Βαράτ) στην Ουγγαρία, 1749-1820.
Φρουμουάζα (Szépvíz) Τρανσυλβανία στην Ουγγαρία, 1797-1815.
Χαλέπι, 1936 έως σήμερα.
Βηρυτός, 1948 μέχρι σήμερα 2 κολέγια .
Μπουένος Άιρες, 1956 έως σήμερα.

Μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Αρμενίας, το τάγμα δραστηριοποιείται στην έκδοση εκπαιδευτικού υλικού και στη διαχείριση ενός σχολείου στο Γερεβάν. Στο Λίβανο λειτουργούν δύο ορφανοτροφεία και δύο κέντρα υγείας.
Παρά το γεγονός ότι το τάγμα των Μεχιταριστών δεν είναι τόσο δραστήριο όπως παλιά, συνεχίζει να λειτουργεί τέσσερα σχολεία σε χώρες της διασποράς. Οι μοναχοί Μεχιταριστές συνεχίζουν την ιερή αποστολή τους, παρά τις δυσκολίες των τελευταίων ετών, ακολουθώντας το μονοπάτι που χάραξε ο ιδρυτής τους, ο Μεχιτάρ Σεπαστατσί.
Φέτος, με αφορμή την 300ή επέτειο των Μεχιταριστών, έχουν προγραμματιστεί διάφορες εκδηλώσεις για τον μήνα Σεπτέμβριο. Ο πατέρας Σερόπ Τζαμουρλιάν τονίζει την εμπειρία πολλών αιώνων φιλοξενίας στο νησί και συμπληρώνει ότι η αποστολή τους παραμένει η ίδια, «υπηρεσία για το αρμενικό έθνος».

* Όταν η πόλη της Μεθώνης ζούσε µέσα στο Κάστρο, ήταν ναός των Λατίνων (;), κτισμένος κατά τη β’ ενετοκρατία. Κατά τη β’ τουρκοκρατία μετατράπηκε σε τζαµί. Δεν ήταν ναός των ορθοδόξων χριστιανών της Μεθώνης. Οι χριστιανοί κάτοικοι του Κάστρου είχαν για τη λατρεία τους τον μεγαλοπρεπή Ι.Ν της Θεού Σοφίας.
O ναός, µετά την αποχώρηση των γαλλικών ειρηνευτικών στρατευμάτων, το 1828 και έως το 1839, χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες ως καθεδρικός ναός, αφού μετονομάστηκε σε «Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού», διότι οι άλλοι ναοί της πόλης είχαν καταστραφεί από τον Ιµπραήµ Πασά και ο σημερινός Ναός του Αγ. Νικολάου δεν είχε ακόµη κτισθεί, οπότε οι κάτοικοι της Μεθώνης εκκλησιάζονταν στο Κάστρο.

Πηγές :
1.Αρχείο ιδρύματος Χραντ Ντινκ – Φάκελος Βακούφια.
2.Αγκόπ Α. Τζελαλιάν, Η Αρμενική τυπογραφία.
3.Αρσέν Γιαρμάν, Ο γραπτός πολιτισμός των Αρμενίων.
4.Αρμενική Καθολική Εκκλησία (διαδίκτυο) .
5. Γκάρο Κεβορκιάν, Αμενούν Νταρεκίρκ, εκδόσεις 1965-66, Βηρυτός.
6.Τάκης Δεμοδός, Μεχιτάρ (Χρονικό), Νέα Εστία, 1954.
7.Επιστολή της 12/12/1951 του Πατέρα Κερόπ Βαρταμπέντ Σιρακιάν από τη μονή Αγίου Λαζάρου προς τον ιστοριοδίφη Παναγιώτη Κωνσταντινόπουλο, Μεθώνη.

 

Ήρα Τζούρου

 

Πηγή: armenika.gr

Η συνεισφορά των Αρμενίων στην ιατρική του 20ου αιώνα

Δεν θα έπρεπε να προκαλεί εντύπωση ακόμα και στον πλέον απαιτητικό παρατηρητή το γεγονός ότι η Αρμενία έχει αφήσει το στίγμα της ως κόμβος ιατρικού ενδιαφέροντος παγκοσμίου βεληνεκούς. Παρά το περιορισμένο της μέγεθος, αυτή η χώρα του Καυκάσου έχει δυσανάλογα σημαντική συνεισφορά στον κλάδο της ιατρικής, μέσω επιτυχών και καινοτόμων ερευνών κατά τη διάρκεια των αιώνων.
Αρμένιοι πρωτοπόροι ερευνητές απαντώνται σε κάθε πτυχή της ιατρικής εξέλιξης, από την έκδοση του ιατρού Μχιτάρ Χερατσί «Περίθαλψη των πυρετών» το 1184, έως την πρωτοποριακή εργασία των ιατρών Σιμεόν Μινασιάν, Γκαραμπέτ Γκαλστιάν και Μπαρονίκ Ματεβοσιάν κατά τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο. Παρόλο που η συμβολή τους συνολικά είναι πολύ πιο ευρεία, αρμένιοι ιατροί, επιστημονικοί ερευνητές και εφευρέτες, είναι υπεύθυνοι για μερικές από τις πιο σημαντικές και σωτήριες ανακαλύψεις του περασμένου αιώνα.


Βαραστάντ Καζαντζιάν

Ως νέος ο Βαραστάντ Καζαντζιάν άφησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου δούλευε σ’ένα ταχυδρομικό γραφείο, λόγω των αντιαρμενικών πογκρόμ, γνωστές και ως «σφαγές του Χαμίντ». Εγκαθίσταται στη Βοστώνη, όπου πιάνει δουλειά σ’ένα εργοστάσιο καλωδίων. Εκεί η εκπληκτική του επιδεξιότητα με τα εργαλεία τον οδηγεί να σπουδάσει οδοντιατρική στο Χάρβαρντ. Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου συμμετέχει σε ιατρική αποστολή στην Γαλλία. Παρά το γεγονός ότι είχε σπουδάσει οδοντιατρική, ο μεγάλος αριθμός των φριχτά τραυματισμένων στρατιωτών είχε ως αποτέλεσμα να ασχοληθεί πειραματικά και με την περίθαλψη τραυμάτων. Οι καινοτόμες διαδικασίες τις οποίες ακολούθησε, συχνά λάμβαναν χώρα σε απόλυτα αντίξοες συνθήκες, σε υπαίθρια νοσοκομεία παραπλεύρως της πρώτης γραμμής. Το έργο του Βαραστάντ Καζαντζιάν είναι σημαντικό, καθώς οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσε τότε, οδήγησαν στην ίδρυση του κλάδου της πλαστικής χειρουργικής, ενώ παράλληλα τιμάται με τον τίτλο του πρώτου Καθηγητή Πλαστικής Χειρουργικής του Χάρβαρντ. Οι προσπάθειες του είχαν επίσης αποτέλεσμα να του απονεμηθούν τιμητικοί τίτλοι, όπως του Τάγματος του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Μιχαήλ, από τον Βασιλιά της Μεγάλης Βρετανίας, Γεώργιο Ε’, όπως επίσης και το τιμητικό βραβείο της Αμερικανικής Εταιρείας Επανορθωτικής Χειρουργικής. Το έργο του συνείσφερε τα μέγιστα στην ιατρική περίθαλψη των τραυματιών πολέμου του 20ου αιώνα, επιτρέποντας σε πολλούς να αναρρώσουν από φριχτά τραύματα, αποτέλεσμα των ολοένα και πιο καταστροφικών πυρομαχικών της εποχής. Οι τεχνικές του υιοθετήθηκαν σχεδόν από όλο τον κόσμο. Θύματα πυρκαγιών, συγκρούσεων, εκρήξεων κλπ. είχαν πλέον πρόσβαση στις πλέον καινοτόμες τεχνικές αναδόμησης προσώπου. Η σημασία του έργου του Βαραστάντ Καζαντζιάν μπορεί να περνάει απαρατήρητη από τους σημερινούς περιστασιακούς πελάτες των πλαστικών χειρουργικών επεμβάσεων, αλλά αξίζει να θυμόμαστε ότι πίσω από κάθε αισθητική επανόρθωση, βρίσκεται ένας Αρμένιος οδοντίατρος, ο οποίος πάσχιζε να κάνει ράμματα σε τραυματίες πολέμου κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μιχαήλ Ντερ Μπογοσιάν

Ο σαρωτής- τομογράφος εκπομπής ποζιτρονίων (γνωστός και ως PET SCAN-NER) είναι μια από τις πιο αναγνωρίσιμες ιατρικές καινοτομίες. Αν δεν υπήρχαν οι προσπάθειες και η έρευνα του Μιχαήλ Ντερ Μπογοσιάν, πιθανόν να μην είχαμε αυτήν την εφεύρεση σήμερα.
Γιος επιζώντων της Γενοκτονίας των Αρμενίων και γεννημένος στο Βερολίνο το 1925, βιώνοντας την άνοδο του φασιστικού ναζιστικού καθεστώτος στην Γερμανία, φεύγουν οικογενειακώς προς τη Γαλλία, καθώς δεν ήταν σε θέση να ζήσουν στη δεύτερη τους πατρίδα, ότι συνέβη και στη χώρα τους. Καθώς σπούδαζε στο «Ινστιτούτο του Ράδιου» του Πανεπιστημίου του Παρισίου, πήρε ενεργό μέρος στον αντιφασιστικό αγώνα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συμμετέχοντας στο Γαλλικό Κίνημα Αντίστασης. Το 1946 μετανάστευσε στο Μιζούρι συνεχίζοντας τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον «Σεντ Λούις», όπου κατέλαβε τελικά και μια διδακτική θέση της Ιατρικής Σχολής. Η πρωτοποριακή του εφεύρεση, το PET SCANNER, είναι γνωστή ως μια από τις πλέον υποσχόμενες μεθόδους ανίχνευσης των πρώτων σταδίων καρκίνου και σοβαρών καρδιακών παθήσεων, επιτρέποντας σε εκατομμύρια παθόντες να εντοπίσουν και να προλαμβάνουν απειλητικές για τη ζωή τους ασθένειες.

Ρεϊμόν Βαχάν Νταματιάν

Ο μαγνητικός τομογράφος είναι επίσης μια εφεύρεση της οποίας την ανακάλυψη κατέχει ένας Αρμένιος γιατρός, ο Ρεϊμόν Βαχάν Νταματιάν. Γεννημένος στο Νέο Μεξικό, είχε από πάντα ενδιαφέρον για τις φυσικές επιστήμες. Κατέχοντας ήδη ένα πτυχίο στα Μαθηματικά, αποφασίζει να ακολουθήσει το πάθος του για την Ιατρική, αποφοιτώντας με μεταπτυχιακό από την Ιατρική Σχολή «Άλμπερτ Αϊνστάιν» το 1960. Ως γιατρός ο Ρεϊμόν Βαχάν Νταματιάν ερευνούσε τις επιδράσεις του νατρίου και του καλίου στα ζωντανά κύτταρα, κάτι που τελικά τον οδηγεί στο πρώτο του πείραμα με τη χρήση Πυρηνικού Μαγνητικού Συντονισμού (NMR). Ο Ρεϊμόν Βαχάν Νταματιάν διεξήγαγε την πρώτη του διάγνωση καρκίνου, μέσω ολικής σάρωσης ασθενή με την νέα του εφεύρεση, τον μαγνητικό τομογράφο, το 1977. Παρά την έντονη διαμάχη που είχε ξεσπάσει για το αν δικαιούται ή όχι Βραβείο Νόμπελ, το οποίο ποτέ δεν πήρε, ο Ρεϊμόν Βαχάν Νταματιάν συνεχίζει την καινοτόμο έρευνά του. Ανακαλύπτοντας τον μαγνητικό τομογράφο, ο δρ. Νταματιάν επέτρεψε στους ιατρούς παγκοσμίως να διαγνώσκουν τα καρκινικά κύτταρα χωρίς να εκθέτουν το σώμα του ασθενούς σε ιονίζουσα ακτινοβολία. Ο μαγνητικός τομογράφος είναι πλέον ένα άκρως ευπροσάρμοστο μηχάνημα ιατρικής απεικόνισης, το οποίο επίσης χρησιμοποιείται ευρέως στην βιοϊατρική έρευνα, καθώς και για την απεικόνιση μη ζώντων αντικειμένων. Υπάρχουν σήμερα παγκοσμίως, πάνω από 25.000 μαγνητικοί τομογράφοι σε νοσοκομεία και εργαστήρια οι οποίοι χρησιμοποιούνται σε διάφορους τομείς ιατρικής και έρευνας, συμπεριλαμβανομένης της νευρολογίας, της καρδιολογίας, της ογκολογίας κ.α. Σημειώνεται επίσης το γεγονός ότι η χρήση του μαγνητικού τομογράφου είναι προτιμητέα από τον αξονικό τομογράφο όταν αυτό είναι δυνατόν.

Χράιρ Σαχινιάν

Ο δρ. Χράιρ Σαχινιάν, είναι πρωτοπόρος των ενδοσκοπικών χειρουργικών επεμβάσεων, μιας μεθόδου που χρησιμοποιείται κατά κόρον σε παθήσεις ενδοκρανιακών διαταραχών. Έχοντας αποφοιτήσει από το Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού το 1981 συνεχίζει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Ιατρικής του Σικάγο. Αφού έλαβε υποτροφίες από το τμήμα χειρουργικής κεφαλής και αυχένα του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης και από το τμήμα προσωποκρανιακής χειρουργικής από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, ο δρ. Σαχινιάν πιστοποιείται από το Αμερικανικό Συμβούλιο Χειρούργων το 1992. Οι νέες, λιγότερο επεμβατικές, χειρουργικές τεχνικές του δρ. Σαχινιάν διεύρυναν σημαντικά τις δυνατότητες των χειρουργικών επεμβάσεων. Η πρωτοποριακή του προσέγγιση έχει ευρέως αντικαταστήσει τις παραδοσιακές μεθόδους παγκοσμίως. Έχει εκδώσει πάνω από 80 μελέτες γύρω από την ενδοσκοπική χειρουργική. Έχει λάβει πληθώρα βραβείων για το έργο του, από διάφορους οργανισμούς όπως η NASA, ενώ έχει κατοχυρώσει και πολλές από τις τεχνικές του.

Δρ Τζων Νατζαριάν

Αν και οι προσπάθειες για επιτυχή μεταμόσχευση οργάνων είχαν ξεκινήσει πριν από αρκετές δεκαετίες, το αποτέλεσμα ήταν, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενή να απορρίπτει το νέο μόσχευμα και να μην είναι εφικτή μία τέτοιου είδους επέμβαση. Το ποσοστό αυτό ανετράπη χάρη στις καινοτόμες έρευνες του δρ Τζων Νατζαριάν.Το πλαίσιο της συγκεκριμένης ιατρικής πρακτικής, την εποχή που ασχολήθηκε ο δρ Νατζαριάν, ήταν πολύ διαφορετικό από το τι ισχύει τώρα. Οι πρακτικές μεταμόσχευσης οργάνων ήταν στα αρχικά τους στάδια όταν ο, νέος τότε, Τζων Νατζαριάν σκεφτόταν να ασχοληθεί με την καρδιολογία. Όταν το 1954 έγινε η 1η επιτυχής μεταμόσχευση νεφρού είχε ως αποτέλεσμα να ξανασκεφτεί την καριέρα που θα ακολουθούσε και να πει κατά λέξη «Αυτός είναι ο τομέας μου και είναι πραγματικά σημαντικό. Αν υπάρχει η δυνατότητα να τοποθετείς ένα νέο όργανο σε έναν ασθενή και να του σώζεις την ζωή αυτός είναι ο κλάδος τον οποίο θα ακολουθήσω». Από εκείνη τη στιγμή επικέντρωσε την έρευνά του στο ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου ούτως ώστε να μην αποβάλει τα νέα μοσχεύματα νεφρών κάτι το οποίο, ως τότε, είχε πολύ υψηλό ποσοστό απόρριψης. Ως ο πρώτος χειρουργός στον κόσμο ο οποίος είχε φέρει εις πέρας επιτυχείς μεταμοσχεύσεις νεφρών και παγκρέατος, είχε συγκεντρώσει αρκετούς επαίνους αλλά και αρκετές διχογνωμίες σχετικά με τις πρακτικές του. Παρά το γεγονός ότι ήταν εποπτεύων για πάνω από 25 χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, στην έρευνα και ανάπτυξη του φαρμάκου ALG (AntiLymphocyte Globulin), ένα σκεύασμα το οποίο βοηθά το σώμα των ασθενών να δέχονται νέα μοσχεύματα χωρίς να τα απορρίπτουν, ο αμερικάνικος κρατικός οργανισμός τροφίμων και φαρμάκων (FDA) αποφασίζει να σταματήσει την χρηματοδότηση του προγράμματός του μη αναγνωρίζοντάς το, αναγκάζοντάς τον να σταματήσει την έρευνα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χαθούν πολλοί εξειδικευμένοι και ικανοί ερευνητές του συγκεκριμένου τομέα.
Παρά το σημαντικό αυτό πλήγμα, η πρωτοποριακή του έρευνα και η συμβολή του στον τομέα είχε αναγνωριστεί από πολλούς. Ο Δρ Νατζαριάν αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ακόμα και αυτήν την ημέρα περπατώ στο δρόμο και οι άνθρωποι έρχονται, με χαιρετάνε και με συγχαίρουν. Είναι το πιο εκπληκτικό πράγμα στον κόσμο». Άλλωστε, κατάφερε να σώσει τις ζωές αμέτρητων εκατομμυρίων με τις σημαντικές του ανακαλύψεις.

Αν και το πεδίο της ιατρικής είναι αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας που έχει προωθηθεί από το έργο χιλιάδων ιατρών, επιστημόνων και εφευρετών κατά την διάρκεια χιλιετιών, δεν θα πρέπει να αγνοούμε την σημαντική συμβολή των κατοίκων ενός μικροσκοπικού έθνους, το οποίο βρίσκεται μεταξύ των υψηλών βουνών του Καυκάσου. Με τις προσπάθειές τους που έχουν αναγνωριστεί παγκόσμια, θεραπείες όπως, η πρόληψη του καρκίνου, πλαστική χειρουργική, μεταμοσχεύσεις οργάνων, και μικροχειρουργική, τμήματα της σύγχρονης ιατρικής, σώζουν αμέτρητες ζωές.

 

 

Ραφί Έλιοτ (Raffi Elliot) gettreated.co
Μετάφραση: Άρτο Ταστσιάν-Σεμμάς

 

 

Πηγή: armenika.gr

H ιστορική διαδρομή του Αρμενικού Προσκοπισμού

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ιστορικό της ίδρυσης και της εξάπλωσης του Αρμενικού Προσκοπισμού στην Κωνσταντινούπολη και στην περιοχή της Μικράς Ασίας. Μάλιστα, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι αυτή προηγήθηκε της ίδρυσης των ελληνικών ομάδων. Σύμφωνα με πολύτιμες πληροφορίες που αντλήσαμε από βιβλίο αναφερόμενο ειδικά στην αρμενική νεολαία, στις 16 Μαρτίου 1912, στο Αρμενικό Κολλέγιο της Κωνσταντινούπολης, υπό τη διεύθυνση του Οβανές Χιτλιάν, το μάθημα της ημέρας στις τρεις τελευταίες τάξεις του Κολλεγίου ξεκινούσε με ερωτήσεις που αναφέρονταν στο σκοπό και την έννοια του προσκοπισμού ή στα πρόσωπα που πρωτοστάτησαν στην εμφάνιση της προσκοπικής κίνησης. Οι δεκάδες παρόμοιες ερωτήσεις που ο ομιλητής απηύθυνε στους μαθητές έθεταν τη βάση για τη θεμελίωση και την εξάπλωση του προσκοπισμού. Εκτός από τον Χιτλιάν, μεγάλος οραματιστής της ιδέας του προσκοπισμού υπήρξε ο καθηγητής της σωματικής αγωγής του Αμερικανο-αρμενικού Κολλεγίου της Κωνσταντινούπολης, Σαβάρς Κρισιάν, ο οποίος, κατά τη διάρκεια της τριετούς παραμονής του στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να υλοποιήσει το πρόγραμμά του. Με την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη το 1909, συναντά καθηγητές και διευθυντές κολλεγίων κι από κοινού δημιουργούν το Κίνημα του Αρμενικού Προσκοπισμού.
Ο Κρισιάν, μαζί με τον Χιτλιάν και τον Κρικόρ Αγκοπιάν, βάζουν το θεμέλιο λίθο για τη δημιουργία της πρώτης ομάδας προσκόπων. Στις 23 Μαρτίου 1912, στο Αρμενικό Κολλέγιο του Σκουταρίου, δίνουν την «Υπόσχεση του προσκόπου» τα πρώτα 32 μέλη και υπογράφεται η ιδρυτική χάρτα του Αρμενικού Προσκοπισμού. Το πρώτο ιδρυτικό εκτελεστικό συμβούλιο αποτελείτο από τον πρόεδρο Οβανές Χιτλιάν, τον Σαβάρς Κρισιάν στη θέση του εκτελεστικού γραμματέα, τον αρχιπρόσκοπο Κρικόρ Αγκοπιάν, τους κυρίους Αγκόπ Ουζουνιάν, Κάρλο Σαχινιάν, Λεβόν Ταστζιάν, Μικιρδίτς Μιγκιριάν, Βικτώρ Τεκεγιάν, Νιγκογός Νιγκογοσιάν και τις κυρίες Νιγκογοσιάν, Παρσεχιάν και Σεχρικιάν.
Η εκτελεστική επιτροπή αρχίζει αμέσως τη διάδοση της προσκοπικής ιδέας σε όλα τα αρμενικά σχολεία της Κωνσταντινούπολης, που είναι αρκετά σε αριθμό. Το 1913, 27 ομάδες με χίλιους προσκόπους συμμετέχουν στην εναρκτήρια παρέλαση της Γ΄ Παναρμενικής Αθλητικής Ολυμπιάδας, που οργανώνεται στην Κωνσταντινούπολη υπό την αιγίδα και την παρουσία του Αρμένιου Ορθοδόξου Πατριάρχου Ζαβέν Α΄. Ο κόσμος αποθεώνει με χειροκροτήματα τους αρμενίους προσκόπους. Οι τουρκικές όμως αρχές, ενοχλημένες από την κίνηση αυτή, προσπαθούν στα 1914 να απαγορεύσουν τη λειτουργία των ομάδων.
Τις παραμονές του 1915, οι Τούρκοι αρχίζουν την εκτέλεση του σατανικού τους σχεδίου, την εφαρμογή της Γενοκτονίας σε βάρος του Αρμενικού Έθνους. Μεταξύ των θυμάτων της Γενοκτονίας είναι κι ο ιδρυτής και οραματιστής του Αρμενικού Προσκοπισμού, Σαβάρς Κρισιάν.
Αρμένιοι πρόσκοποι και βαθμοφόροι θυσιάζονται για την υπεράσπιση του Έθνους και, με μεγαλείο που ταιριάζει σε ήρωες, έρχονται αντιμέτωποι με τη θηριωδία των Τούρκων. Από το 1914 έως το 1917, η αρμενική προσκοπική κίνηση βρίσκεται σε κατάσταση διάλυσης.
Στις 28 Μαΐου του 1918 δημιουργείται η πρώτη Δημοκρατία της ανεξάρτητης και ελεύθερης Αρμενίας. Το Νοέμβριο του ιδίου έτους, στην Κωνσταντινούπολη, ο Χιτλιάν μαζί με τον Κρικόρ Αγκοπιάν προσπαθούν να επανιδρύσουν τις προσκοπικές και αθλητικές ομάδες, δίνοντάς τους την επωνυμία «H.M.E.M.» (Αρμενική Αθλητική και Παγκόσμια Προσκοπική Κίνηση). Η Κωνσταντινούπολη γίνεται το επίκεντρο της εξάπλωσης του Αρμενικού Προσκοπισμού, σύντομα όμως δημιουργούνται ομάδες και στη Σμύρνη, στα Άδανα, στη Νταρσού, στην Προύσα, στη Μερσίνη και στο Χατζίν. Στις 13-27 Ιουλίου 1919, ο εκπρόσωπος των Αρμενίων Κ. Μαδανιάν συμμετέχει στο μνημόσυνο των σφαγιασθέντων προσκόπων Αϊδινίου, που τελείται στην Αγία Αικατερίνη Σμύρνης, και εξαίρει τη θυσία τους. Στις 20 Ιουλίου 1920, μια αντιπροσωπεία αρμενίων βαθμοφόρων από την Κωνσταντινούπολη, με επικεφαλής τον αρχηγό Βαχάν-Τσεράζ και τον ιερέα Ντικράν Χογιάν, ξεκινούν για την Αρμενία, συγκεκριμένα για την πρωτεύουσα Γερεβάν, για να βάλουν το θεμέλιο λίθο του Αρμενικού Προσκοπισμού στην πατρίδα. Ο προσκοπισμός στην Αρμενία παραμένει έως το 1922, όταν η Αρμενία εισχωρεί στη Σοβιετική Ένωση.
Μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922, και με την αρχή της δημιουργίας της Αρμενικής Διασποράς, η «H.M.E.Μ.» εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο. Οι πρώτες ομάδες της διασποράς ιδρύονται στην Αθήνα το 1923, στον Πειραιά και στη Νίκαια το 1924, στη Θεσσαλονίκη το 1928, στη συνέχεια στις Σέρρες, στη Δράμα, στην Καβάλα, στο Ρέθυμνο, στην Κέρκυρα, στην Κομοτηνή και στη Λάρισα. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι το 1920, στην Αλεξανδρούπολη (Δεδέ - Αγάτς), υπήρχαν 30 αρμένιοι πρόσκοποι ενταγμένοι σε ελληνικές ομάδες .
Από το 1924 αρχίζουν να ιδρύονται ομάδες στην Ασία, στην Ευρώπη, έως και την Αμερική, που αριθμούν συνολικά 25.000 μέλη. Το 1928, με προσωπική παρέμβαση του ιδρυτή του Παγκόσμιου Προσκοπισμού Λόρδου Μπέιντεν Πάουελ, αναγνωρίζεται από την παγκόσμια αδελφότητα ο Αρμενικός Προσκοπισμός -σώμα εξόριστο μέχρι τότε- ως κανονικό πλέον μέλος, με την ονομασία «ΧΑΪ-ΑΡΗ». Για πρώτη φορά στην Παγκόσμια Προσκοπική Κίνηση αναγνωρίζεται ένα σώμα χωρίς να ανήκει σε ανεξάρτητο κράτος μέλος του Ο.Η.Ε.
Οι τούρκοι πρόσκοποι δημιούργησαν επανειλημμένως προβλήματα με στόχο την απομάκρυνση του Αρμενικού Προσκοπικού Σώματος, πράγμα που δεν πέτυχαν. Το «ΧΑΪ-ΑΡΗ», που γεννήθηκε από τα σπλάχνα του «H.M.E.Μ.» παρέμεινε, με έδρα το Παρίσι, το μοναδικό αναγνωρισμένο Αρμενικό Προσκοπικό Σώμα, και με τη βοήθεια της «H.M.E.Μ.» ιδρύει το 1977 την «H.A.S.K.» (Αρμενική Εθνική Προσκοπική Κίνηση), η οποία υπάγεται στην Ανεξάρτητη Δημοκρατία της Αρμενίας και αριθμεί 4.000 προσκόπους στην αρμενική μόνο επικράτεια, παγκοσμίως δε φτάνει τα 25.000 μέλη. Στις 17 Απριλίου του 1997, η Παγκόσμια Προσκοπική Οργάνωση αναγνώρισε επισήμως τη «H.A.S.K.» ως το μοναδικό προσκοπικό σώμα της Αρμενίας, παύοντας ταυτόχρονα τη λειτουργία του «ΧΑΪ-ΑΡΗ» στο Παρίσι.
Οι πρόσκοποι της «H.M.E.Μ.» της διασποράς συνεργάστηκαν με την «H.A.S.K.» της οποίας και αυτοί θα φέρουν σύντομα την ονομασία.
Η αλήθεια είναι ότι από το 1922 έως το 1997, επί 75 δηλαδή ολόκληρα χρόνια, οι πρόσκοποι της «H.M.E.Μ.», μακριά από την πατρίδα τους, κράτησαν και κρατούν αναμμένη τη φλόγα του Αρμενικού Προσκοπισμού στις διάφορες χώρες των πέντε ηπείρων της υφηλίου, έτσι όπως θα ήθελε ο ιδρυτής του Παγκόσμιου Προσκοπισμού, Λόρδος Μπέιντεν Πάουελ.

 

Νικόλαος Κ. Παραδείσης

 

*Από το κεφάλαιο «Αρμένιοι» του βιβλίου «Ο προσκοπισμός στις αλησμόνητες πατρίδες 1919-1922», του Νικολάου Κ. Παραδείση. Εκδόσεις Μικρός Ρωμηός, Αθήνα, 2000.

 

 

Πηγή: armenika.gr

Η συρρίκνωση του αρμενικού πληθυσμού στην Ελλάδα κατά τα έτη 1922-1950

Η καταγραφή του πληθυσμού των Αρμενίων τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς είναι μια αρκετά δύσκολη και περίπλοκη υπόθεση με πολλές παραμέτρους, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της ένα ξεχωριστό θέμα επιστημονικής μελέτης.

Στο κείμενο που ακολουθεί γίνεται μια απόπειρα απλής καταγραφής από γνωστές και αξιόπιστες πηγές, με στόχο να παρουσιάσουμε μια γενική εικόνα που θεωρούμε ότι ανταποκρίνεται αρκετά στην πραγματικότητα.

Το πρώτο προσφυγικό κύμα

Στα τέλη του 1921 έφτασε το πρώτο προσφυγικό κύμα Αρμενίων από την Κιλικία και τη Νικομήδεια στην Ελλάδα. Σε γραπτή αναφορά του με ημερομηνία 18 Δεκεμβρίου 1922 προς την Αρμενική Μητρόπολη Αθηνών, ο πάτερ Κεβόρκ Ταβιτιάν έχει καταγράψει 3.950 Αρμένιους που εγκαταστάθηκαν προσωρινά σε Πειραιά, Καλαμάτα, Λαύριο, Βόλο, Σάμο, Μυτιλήνη, Χίο και Σύρο τον Δεκέμβριο του 1921.

Κυριακάτικο σχολείο της Αρμενικής Ευαγγελικής Εκκλησίας στο Δουργούτι, 1923

Εννέα μήνες αργότερα, κατά τη μικρασιατική τραγωδία και την ολοκληρωτική καταστροφή της Σμύρνης, μαζί με τους Έλληνες πρόσφυγες έφτασαν στην Ελλάδα και 100.000-120.000 Αρμένιοι πρόσφυγες από την Ιωνία, την Ανατολική Θράκη και την Κιλικία. Οι αριθμοί αυτοί, όπως καταγράφονται από ιστορικούς και αναφέρονται συχνά μέσα σε περιγραφές της εποχής, μάλλον είναι υπερβολικοί, ειδικότερα όταν κάνουμε σύγκριση με τις πρώτες επίσημες καταγραφές από τους κρατικούς φορείς και την Αρμενική Μητρόπολη.

Οι Αρμένιοι πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα το 1922, μαζί με τα ορφανά, δεν πρέπει να ξεπερνούσαν τις 90.000 ψυχές. Τον Αύγουστο του 1924 οι Αρμένιοι πρόσφυγες που βρίσκονταν υπό την ευθύνη των ελληνικών υπηρεσιών περίθαλψης έφταναν τα 55.000 άτομα.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 ο αριθμός όλων των Αρμενίων στην Ελλάδα ήταν 65.000, εκ των οποίων 36.600 κατοικούσαν στην Αθήνα, τον Πειραιά και άλλες περιοχές της Στερεάς Ελλάδας, και 28.300 σε Μακεδονία και Θράκη.

Από τα πρώτα χρόνια, μια ειδική επιτροπή της «Κοινωνίας των Εθνών» υπό την εποπτεία του Φρίντγιοφ Νάνσεν ανέλαβε το έργο της μετεγκατάστασης των Αρμενίων προσφύγων στη Σοβιετική Αρμενία, με πρώτη αποστολή 3.000 πρόσφυγες, από την περιοχή κυρίως της Κεντρικής Μακεδονίας, μέχρι τον Νοέμβριο του 1925.

Περιμένοντας τον απόπλου από τον Πειραιά, Δεκέμβριος 1931

Το 1931-32 η μετεγκατάσταση συνεχίζεται, και μεταφέρονται με ελληνικά πλοία από τον Πειραιά 8.000-10.000 Αρμένιοι πρόσφυγες στο Βατούμ κι από εκεί στη Σοβιετική Αρμενία. Θα πρέπει να αναφέρουμε ακόμη ότι τον πρώτο χρόνο της προσφυγιάς χιλιάδες ήταν οι θάνατοι λόγω των κακουχιών, της ανεπαρκούς σίτισης και των ανύπαρκτων συνθηκών υγιεινής.

Τα ορφανά της Γενοκτονίας

Το 1922, διεθνείς φιλανθρωπικές οργανώσεις μετέφεραν στην Ελλάδα 7.000-8.000 ορφανά Αρμενόπουλα από τα αμερικανικά κυρίως ορφανοτροφεία και άλλα κέντρα περίθαλψης της Τουρκίας. Τα παιδιά αυτά, τα περισσότερα ορφανά της Γενοκτονίας του 1915, φιλοξενήθηκαν σε ιδρύματα που λειτούργησαν σε ολόκληρη την επικράτεια της Ελλάδας. Τα μεγαλύτερα από αυτά ήταν της Σύρου, της Κορίνθου και της Κέρκυρας. Κάποια από αυτά τα ορφανά μεταφέρθηκαν σε άλλες χώρες με τη φροντίδα του «Lord Mayor’s Fund». Έτσι, την επόμενη χρονιά ο αριθμός των ορφανών που φιλοξενούνταν σε ολόκληρη την Ελλάδα αναλυτικά ήταν: Καβάλα 693, Κέρκυρα 1.778, Κεφαλονιά 314, Θάσος 72, Παλιά Ανάκτορα 165, Χαλκίδα 621, Ωρωπός 396, Ζάππειο 71, Κόρινθος 1670, Σύρος 732. Σύνολο 6.512 ορφανά.

Τα περισσότερα από τα ορφανοτροφεία αυτά έπαψαν να λειτουργούν έως το 1927.

Ένα μέρος από τα παιδιά που είχαν πλέον ενηλικιωθεί πήγαν στη Μακεδονία ως εργάτες στις γεωργικές καλλιέργειες της περιοχής, κάποια άλλα έφυγαν για τη Γαλλία και τη Σοβιετική Αρμενία, ενώ 500 παιδιά μεταφέρθηκαν σε ορφανοτροφείο της Αιγύπτου.

Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1923 η Αμερικανική φιλανθρωπική οργάνωση «Near East Relief» γνωστοποίησε την έρευνα που είχε κάνει σχετικά με κάποια από τα αρμενικά σχολεία. Σύμφωνα με αυτήν, ο αριθμός των μαθητών ήταν: Αθήνα 255, Κοκκινιά 653, Δουργούτι 745, Παγκράτι 415, Θεσσαλονίκη και περίχωρα 790, Πειραιάς 317, Παλαιό Φάληρο 60, Νέο Φάληρο 96, Μοσχάτο 34, Κηφισιά 70, Μαρούσι 65, Μυτιλήνη 250, Ρέθυμνο 150, Χανιά 47, Λαύριο 101. Σύνολο 4.048 μαθητές.

Μια μεγάλη ομάδα από ορφανά Αρμενάκια στην Κόρινθο το 1924-25, υπό την φροντίδα της «Νear East Relief», 
σχηματίζουν τις λέξεις [ΔΕΥΤΕΡΗ (προς) ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Ι: 8-11], απεικονίζοντας τις παραγράφους 8 και 11 του α΄ κεφ.
της Β΄ Επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους*

Οι πρόσφυγες στην Αθήνα

Τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα, οι Αρμένιοι είχαν εγκατασταθεί βασικά σε πέντε περιοχές: στο Δουργούτι 7.000, Παγκράτι και Καισαριανή 3.000, Λιπάσματα (Άγιος Διονύσιος, Πειραιάς) 5.000, Κοκκινιά 6.000 και στο κέντρο της Αθήνας 5.000 πρόσφυγες από τη Σμύρνη, που ήταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση συγκριτικά με τους άλλους.

Η πρώτη απογραφή

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1938, μετά από αίτημα της κυβέρνησης, το Εθνικό Κεντρικό Συμβούλιο των Ορθοδόξων Αρμενίων οργάνωσε απογραφή σε όλες τις περιοχές όπου ζούσαν Αρμένιοι.

Τα αποτέλεσμα ήταν να καταγραφούν 27.080 Αρμένιοι σε 35 περιοχές της χώρας.

Αναλυτικά: Δουργούτι 4.500, Καισαριανή 1.000, Περιστέρι 250, Κοκκινιά 4.800, Λιπάσματα (Άγιος Διονύσιος, Πειραιάς) 3.000, Μαρούσι 180, Κηφισιά 60, Μοσχάτο 100, Αμπελόκηποι 60, Νέα Σφαγεία (Ταύρος) 35, Φάληρο 150, Καλλιθέα 100, Λαύριο 400, Βόλος 300, Κόρινθος 100, Αίγιο 100, Πάτρα 500, Πύργος 150, Ναύπλιο 30, Καλαμάτα 800, Κέρκυρα 150, Κρήτη 700, Μυτιλήνη 300, Σάμος 30, Χίος 20, Σύρος 20, Θεσσαλονίκη 5.000, Δράμα 650, Σέρρες 300, Καβάλα 800, Ξάνθη 750, Κομοτηνή 800, Αλεξανδρούπολη 800, Διδυμότειχο 150, Νέα Ορεστιάδα 100.

Τα επόμενα χρόνια η απογραφή αυτή αμφισβητήθηκε έντονα. Κάποια μέλη της κοινότητας, που ήταν καλά πληροφορημένα για την κατάσταση στους συνοικισμούς όπου διέμεναν οι Αρμένιοι, έθεσαν τον προβληματισμό τους για την εγκυρότητα της καταγραφής, με τον ισχυρισμό ότι οι αριθμοί είναι κατά προσέγγιση κι όχι ακριβείς. Σύμφωνα με αυτούς, ο πληθυσμός των Αρμενίων στο Δουργούτι ξεπερνούσε τις 6.500, ενώ οι καταγεγραμμένοι στην Κοκκινιά και στη Θεσσαλονίκη ήταν τουλάχιστον κατά 1.000 λιγότεροι ανά περιοχή. Εάν δεχθούμε αυτήν την εκδοχή, το 1938 ο αρμενικός πληθυσμός ήταν περίπου 31.000 άτομα.

Επιβίβαση στο πλοίο προς τη Σοβιετική Αρμενία, Δεκέμβριος 1931 

Η παλιννόστηση

Το 1946 αρχίζει η παγκόσμια εκστρατεία για την παλιννόστηση (Νερκάχτ) των Αρμενίων της διασποράς προς τη Σοβιετική Αρμενία. Έτσι άρχισε και στην Ελλάδα μια καλά οργανωμένη προσπάθεια για να πεισθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι Αρμένιοι να επαναπατριστούν. Η πρώτη γενιά προσφύγων, ειδικά εκείνοι που ζούσαν ακόμη ανασφαλείς οικονομικά και κοινωνικά, ήταν πρόθυμοι να εγκατασταθούν στη Σοβιετική Αρμενία. Από τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη έφυγαν 1.372 οικογένειες (4.974 άτομα) το 1946 και 3.478 οικογένειες (13.241 άτομα) το 1947. Συνολικά, σε δύο χρόνια, 18.215 Αρμένιοι από την Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στη Σοβιετική Αρμενία.

Την ίδια περίοδο ξεκίνησε ένα κύμα φυγής Αρμενίων από την Ελλάδα προς τον Καναδά και την Αργεντινή, που κράτησε για πολλά χρόνια. Οι περισσότεροι ήταν νέοι και νέες που αναζητούσαν έναν τόπο που θα τους εξασφάλιζε εργασία και μια ασφαλή διαβίωση για τις οικογένειές τους.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 η Αρμενική Κοινότητα στην Ελλάδα αριθμούσε περίπου 9.500 άτομα. Μέσα σε μια δεκαετία είχε χάσει τα ⅔ του πληθυσμού της.

Τη δεκαετία του ’50, μετά από επίπονες προσπάθειες, η κοινότητα κατάφερε να προσαρμόσει τις εκπαιδευτικές και τις άλλες της δομές στη νέα κατάσταση που είχε διαμορφωθεί.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, μέσα σε σχεδόν τριάντα χρόνια, μόνο το 1/10 του αρχικού πληθυσμού των αρμενίων προσφύγων του 1922 είχε απομείνει στην Ελλάδα.

 

 

Μάικ Τσιλιγκιριάν

* Παρ. 8: Ου γαρ θέλομεν υμάς αγνοείν, αδελφοί, υπέρ της θλίψεως ημών της γενομένης ημίν εν τη Ασία, ότι καθ᾿ υπερβολήν εβαρήθημεν υπέρ δύναμιν, ώστε εξαπορηθήναι ημάς και του ζην·
   Παρ. 11: συνυπουργούντων και υμών υπέρ ημών τη δεήσει, ίνα εκ πολλών προσώπων το εις ημάς χάρισμα διά πολλών ευχαριστηθή υπέρ ημών.

Πηγές

  • Γκάρο Κεβορκιάν, «Δεκαεπτά χρόνια με την ελληνοαρμενική παροικία 1922- 1939», Γενικό Ημερολόγιο (Amenun darekirk) 1957.
  • Νορίκ Σαρισιάν, Ο μεγάλος επαναπατρισμός των Αρμενίων της διασποράς, 1946-1948, Ερεβάν 2014.
  • Ιωάννης Κ. Χασιώτης, «Οι Αρμένιοι της Ελλάδας: Ιστορία, οργάνωση, ιδεολογία, κοινωνική ενσωμάτωση», Ίστωρ, 8/1995.
  • Ετήσια έκδοση της εφημερίδας Αζάτ ορ, 2006.
  • Εφημερίδα Νορ ορ, 2/12/1923.

 

 

Πηγή: pontos-news.gr

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS

Για να εξασφαλίσουμε τη σωστή λειτουργία του ιστότοπου, μερικές φορές τοποθετούμε μικρά αρχεία δεδομένων στον υπολογιστή σας, τα λεγόμενα «cookies». Οι περισσότεροι μεγάλοι ιστότοποι κάνουν το ίδιο. Περισσότερα...

Δέχομαι

Newsletter